Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 23-Ιουν-2021 12:00

    Fitch: Οι δύο κίνδυνοι που κρύβουν για την Ελλάδα η παράταση της δημοσιονομικής χαλάρωσης και τα "μαξιλάρια"

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Η επέκταση της χαλάρωσης των δημοσιονομικών κανόνων για ολόκληρο το 2022 αν και ξεκάθαρα βοηθά την Ελλάδα -όπως και άλλες χώρες- να συνεχίσει να στηρίζει την οικονομία της μέχρι την επιστροφή στα προ πανδημίας επίπεδα, ωστόσο κρύβει και αρκετούς κινδύνους. Η στήριξη που παρέχει η ΕΚΤ θα πάψει να ισχύει, ενώ το επίπεδο του δημόσιου χρέους θα είναι αυξημένο. Όπως πρόσφατα τόνισε το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, μόλις λήξουν το δίχτυ προστασίας της ΕΚΤ και η ρήτρα εξαίρεσης από τον κανόνα δημοσιονομικής σταθερότητας, κάποια στιγμή, στο τέλος του 2022 "θα μας έρθει ο λογαριασμός για το 2023"...

    Ο οίκος αξιολόγησης Fitch έχει τονίσει σε πρόσφατη έκθεσή του πως το μοναδικό "αντίδοτο" στην αύξηση του χρέους που προκάλεσε η πανδημία είναι η ανάπτυξη, και ειδικά το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ. Τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα το 2021 και το 2022 ενδέχεται να αυξήσουν τον απαιτούμενο χρόνο για να αρχίσουν να μειώνονται οι δείκτες δημόσιου χρέους των χωρών της ευρωζώνης, ενώ οι πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις για τη θέσπιση αυστηρών δημοσιονομικών πολιτικών σημαίνουν ότι η πολιτική έμφαση θα δοθεί κυρίως στην αύξηση του ΑΕΠ, κάνοντας χρήση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, το πλέον σημαντικό όπλο για την αποκατάσταση των οικονομικών και δημοσιονομικών ζημιών.

    Μιλώντας στο Capital.gr, ο Μικέλε Ναπολιτάνο, Ανώτερος Διευθυντής, Επικεφαλής των χωρών της Δυτικής Ευρώπης της Fitch Ratings, επικεντρώνεται στις επιπτώσεις της παράτασης της δημοσιονομικής ευελιξίας στην ελληνική οικονομία, καθώς και στην ανάγκη που έχει προκύψει πλέον για αλλαγή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας, την οποία και ανάδειξε η Covid-19.

    Όπως επισημαίνει ο κ. Ναπολιτάνο, η επέκταση της γενικής ρήτρας διαφυγής έως το 2022, ήταν αναμενόμενη οπότε δεν αποτελεί έκπληξη. Αντικατοπτρίζει τις μεταβαλλόμενες στάσεις απέναντι στη δημοσιονομική πολιτική μεταξύ των ευρωπαίων πολιτικών, που είναι εμφανείς από την αρχή της πανδημίας.

    Παρά την παράταση αυτή, το πρόγραμμα σταθερότητας της ελληνικής κυβέρνησης το 2021 στοχεύει σε μια φιλόδοξη δημοσιονομική προσαρμογή, τονίζει ο αναλυτής της Fitch.  Συγκεκριμένα, το ελληνικό πρόγραμμα εκτιμά ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα περιοριστεί σημαντικά στο 2,9% του ΑΕΠ το 2022 από σχεδόν 10% φέτος. Η μείωση θα προέλθει από τη σταδιακή κατάργηση των έκτακτων μέτρων στήριξης που σχετίζονται με την πανδημία, καθώς και την έντονη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας. Πέρα από το επόμενο έτος, οι αρχές αναμένουν ότι το ισοζύγιο του προϋπολογισμού θα βελτιωθεί περαιτέρω και θα βρεθεί σε πλεόνασμα έως το 2024.

    Κατά την άποψη της Fitch, υπάρχουν ορισμένοι κίνδυνοι για αυτήν τη φιλόδοξη δημοσιονομική πορεία, όπως τονίζει ο Μικέλε Ναπολιτάνο.

    Ειδικότερα, όπως εξηγεί, ο οίκος θεωρεί ότι οι πιέσεις για δαπάνες σε ορισμένους τομείς είναι πιθανό να είναι αρκετά ισχυρές και μετά την πανδημία. Ορισμένα ζητήματα πολιτικής, όπως κοινωνικές και εισοδηματικές ανισότητες, ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης, κλιματική αλλαγή και ευρύτερες περιβαλλοντικές ανησυχίες έχουν ενισχυθεί από την πανδημία.

    Είναι πιθανό συνεπώς, εκτιμά ο κ. Ναπολιτάνο, ότι θα υπάρξει πίεση για διατήρηση υψηλότερων επιπέδων δαπανών σε αυτούς τους τομείς τα επόμενα χρόνια.

    Η χάραξη μιας δημοσιονομικής στρατηγικής που θα εξυπηρετεί υψηλότερες δημόσιες δαπάνες σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία, διασφαλίζοντας παράλληλα τη μείωση του δημόσιου χρέους, μπορεί να είναι πολιτικά δύσκολη.

    Ένας άλλος κίνδυνος για τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας είναι η αλλαγή στο περιβάλλον των επιτοκίων και το tapering της ΕΚΤ, δηλαδή η απόσυρση σιγά σιγά της στήριξης του προγράμματος PEPP. Σε αυτό το σημείο ωστόσο, η Fitch θεωρεί ότι υπάρχουν ελαφρυντικοί παράγοντες που θα υποστηρίζουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους της Ελλάδας σε περίπτωση αύξησης των επιτοκίων της αγοράς, παρά το πολύ υψηλό επίπεδο χρέους. Η συντριπτική πλειονότητα - πάνω από τα τρία τέταρτα - του χρέους της Ελλάδας έχει ένα ευνοϊκό προφίλ και η μέση διάρκειά του είναι πολύ μεγάλη. Αυτό, σε μεγάλο βαθμό, θα προστατέψει τη χώρα από τον κίνδυνο των υψηλότερων επιτοκίων της αγοράς. Επιπλέον, το πρόγραμμα αποπληρωμών είναι μέτριο και το υψηλό επίπεδο των ταμειακών διαθεσίμων του Ελληνικού Δημοσίου μπορεί να αντιμετωπίσει ξαφνικές αυξήσεις στις δημόσιες δαπάνες.

    Σε ό,τι αφορά την ανάγκη αλλά και την πιθανότητα μεταρρύθμισης του Συμφώνου Σταθερότητας, ο κ. Ναπολιτάνο τονίζει πως οι τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν δείξει ότι οι ισχύοντες κανόνες είναι πολύ περίπλοκοι, δεν έχουν διαφάνεια και δεν μπορούν να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση σε ορισμένες περιπτώσεις. Το Σύμφωνο απέτυχε επίσης να δημιουργήσει αποθέματα ασφαλείας σε καλές οικονομικές περιόδους, οδηγώντας συχνά σε προ κυκλικές δημοσιονομικές στάσεις, ενώ ο συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών ήταν μη βέλτιστος.

    Αξίζει να σημειωθεί πως με βάση τους ισχύοντες κανόνες και οι οποίοι θα ισχύουν και για την Ελλάδα από το 2023 αφού θα λήξει το 2022 το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το έλλειμμα του προϋπολογισμού δεν πρέπει να ξεπερνά το 3% του ΑΕΠ και το ύψος του δημοσίου χρέους δεν πρέπει να ξεπερνά  το 60% του ΑΕΠ με τον ρυθμό μείωσής του κάθε χρόνο να είναι στο 1/20 της διαφοράς από την τιμή αναφοράς

    Όπως επισημαίνει ο κ. Ναπολιτάνο, η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση των κανόνων για το δημοσιονομικό έλλειμμα, το δημόσιο χρέος και τις δαπάνες ξεκίνησε πριν από την πανδημία. Οι συνομιλίες έχουν λάβει νέο "κίνητρο" από την απενεργοποίηση της γενικής ρήτρας διαφυγής για το 2023 και από τη γενικότερη αντίληψη ότι τα χαμηλότερα επιτόκια στα ομόλογα έχουν αλλάξει παραμέτρους της βιωσιμότητας του χρέους.

    Κατά την άποψη της Fitch, τονίζει  ο κ. Ναπολιτάνο, υπάρχει συναίνεση μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής της ΕΕ για το γεγονός ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες έχουν γίνει πολύ περίπλοκοι και λιγότερο προβλέψιμοι. "Πιστεύουμε λοιπόν ότι υπάρχει συναίνεση για την ανάγκη απλούστευσης αυτών των κανόνων. Ωστόσο, πιστεύουμε επίσης ότι θα είναι δύσκολο να βρεθεί συναίνεση σχετικά με τις λεπτομέρειες των νέων κανόνων", τονίζει.  Όπως εξηγεί, δεν θα είναι εύκολο να βρεθεί μια βέλτιστη λύση για έναν απλό και διαφανή δημοσιονομικό κανόνα για όλα τα μέλη της ευρωζώνης που να παρέχει μια αξιόπιστη άγκυρα χρέους για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους, ενώ ταυτόχρονα να επιτρέπει ευελιξία σε εθνικό επίπεδο.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ