Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 24-Νοε-2020 20:17

    Ενοποίηση κοινωνικών επιδομάτων και "Επίδομα Εργασίας" προτείνει η Επιτροπή Πισσαρίδη

    Ενοποίηση κοινωνικών επιδομάτων και "Επίδομα Εργασίας" προτείνει η Επιτροπή Πισσαρίδη
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δ. Κατσαγάνη

    Την ενοποίηση όλων των κοινωνικών επιδομάτων προτείνει η επιτροπή Πισσαρίδη. Εκτός της ενοποίησης συστήνει να μείνει το επίδομα ανεργίας, το επίδομα για τους ΑμεΑ και το στεγαστικό επίδομα. Επίσης, η εν λόγω  επιτροπή προτείνει τη θέσπιση ενός Επιδόματος Εργασίας, το οποίο θα αντικαταστήσει σταδιακά το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα.

    Αναλυτικά, η τελική έκθεση της επιτροπής Πισσαρίδη προβλέπει πως "το σύστημα επιδομάτων θα πρέπει να απλοποιηθεί ριζικά. Για παράδειγμα, όλα τα επιδόματα θα μπορούσαν να ενοποιηθούν σε ένα, εκτός του επιδόματος ανεργίας,του επιδόματος αναπηρίας, και ενός στεγαστικού επιδόματος που θα καταβάλλεται σε αδύναμους οφειλέτες (Ενότητα 5.1). Το ενοποιημένο επίδομα θα πρέπει να δίνεται σε άτομα με χαμηλό οικογενειακό εισόδημα ακόμη και εάν εργάζονται και να είναι σχεδιασμένο ώστε να ενισχύει τα κίνητρα για την εργασία. Το εισόδημα θα πρέπει να υπολογίζεται με βάση την οικογενειακή δομή (π.χ. αριθμός παιδιών) και να υπάρχει ιδιαίτερη στόχευση σε οικογένειες με μεγαλύτερη ανάγκη, όπως μητέρες ή πατέρες με παιδιά χωρίς σύντροφο. Ο καθορισμός του επιδόματος καθώς και της σχέσης του με το συνολικό οικογενειακό εισόδημα και πλούτο, είναι σκόπιμο να γίνεται από ειδική επιτροπή με πρόσβαση σε ατομικά δεδομένα (όπως οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί) και σε στοιχεία από τις φορολογικές δηλώσεις. Η επιτροπή θα πρέπει να έχει καθορίσει και τον τρόπο χρηματοδότησης του συστήματος επιδομάτων, λαμβάνοντας υπόψη και το φορολογικό σύστημα. Η διαχείριση των επιδομάτων θα πρέπει να γίνεται με τρόπο ενοποιημένο, μέσω μιας ενιαίας ψηφιακής πύλης πρόσβασης όπου θα τηρείται ιστορικό για κάθε άτομο. Το σύστημα θα μπορούσε ενδεχομένως να ενοποιηθεί με τη φορολογική διοίκηση, και η διαχείριση να γίνεται από τις φορολογικές αρχές, καθώς τα επιδόματα και η φορολογία σχετίζονται μεταξύ τους: είναι μεταφορές από η προς το κράτος. Στην περίπτωση αυτή, όλα τα απαραίτητα κριτήρια επιλεξιμότητας θα αναφέρονται στην φορολογική δήλωση του ατόμου, χωρίς να απαιτείται επιπλέον αίτηση για το επίδομα. Στη συνέχεια, οι φορολογικές αρχές θα καταβάλλουν το επίδομα, λαμβάνοντας υπόψη και τα φορολογικά στοιχεία των άλλων μελών της οικογένειας. Η εκταμίευση του επιδόματος θα μπορεί να γίνεται κάθε μήνα, εν αναμονή της τελικής φορολογικής δήλωσης, όπου θα καθορίζεται το τελικό υπόλοιπο.

    Η ίδια έκθεση εισηγείται πως "ο σχεδιασμός ενός συστήματος επιδομάτων προσκρούει στο πρόβλημα της επαλήθευσης των εισοδημάτων.

    Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι το σύστημα δεν γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από άτομα που δεν έχουν πραγματική ανάγκη και δεν δημιουργεί σημαντικά κίνητρα για απόκρυψη εισοδημάτων και για άτυπη (αδήλωτη) εργασία. Το πρώτο ζήτημα που προκύπτει είναι ο ρόλος των τεκμηρίων. Η ορθή στόχευση των επιδομάτων απαιτεί τεκμηρίωση της οικονομικής κατάστασης (εισοδήματος και περιουσίας) των νοικοκυριών με βάση αντικειμενικά στοιχεία. Τα τεκμήρια επομένως θα είναι σημαντικό να εφαρμόζονται για όσους λαμβάνουν κάποιο επίδομα, όπως ισχύει με το υπάρχον σύστημα. Η θέσπιση τεκμηρίων αυξάνει τη γραφειοκρατία και δημιουργεί αντικίνητρα στην αποταμίευση αν τα τεκμήρια περιλαμβάνουν περιουσιακά στοιχεία. Επομένως, το ύψος των τεκμηρίων θα πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να μη δημιουργούνται σημαντικά αντικίνητρα αλλά να αποκλείονται από επιδόματα οικογένειες που είναι προφανές ότι δεν τα έχουν ανάγκη. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη και η δυνατότητα ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων καθώς ορισμένα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να λειτουργούν αρνητικά ως προς τη λήψη του επιδόματος αλλά δεν βελτιώνουν την οικονομική κατάσταση του ατόμου καθώς δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν.

    Το δεύτερο ζήτημα που προκύπτει είναι ο ρόλος του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Όπως προαναφέρθηκε, ο σχεδιασμός του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, αλλά και πολλών άλλων επιδομάτων, δημιουργεί αντικίνητρα για επίσημη εργασία καθώς η παροχή τους διακόπτεται απότομα όταν το εισόδημα υπερβεί το όριο. Για να ενισχυθούν τα κίνητρα για επίσημη εργασία, θα πρέπει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα να αποσύρεται περισσότερο σταδιακά όταν ο μισθός αυξάνεται. Το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα θα μπορούσε επίσης να συνδυαστεί με ένα σύστημα αρνητικής φορολογίας για εργαζόμενους με χαμηλό μισθό. Αρνητικοί φορολογικοί συντελεστές για εργαζόμενους με χαμηλό μισθό εφαρμόζονται σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Για παράδειγμα, στο σύστημα που ισχύει στις ΗΠΑ, ένας εργαζόμενος λαμβάνει επίδομα 40 σεντς από το κράτος για κάθε δολάριοεισοδήματός του, αν το εισόδημά του είναι κάτω από ένα όριο. Το συνολικό επίδομα στη συνέχεια παραμένει σταθερό, και όταν το εισόδημα υπερβεί ένα δεύτερο όριο, το επίδομα μειώνεται κατά 30 σεντς για κάθε δολάριο εισοδήματος, μέχρι να εξαλειφθεί εντελώς όταν το εισόδημα φτάσει στο αφορολόγητο όριο του φορολογικού συστήματος. Η αρνητική φορολογία για τους χαμηλούς μισθούς είναι ένα επίδομα εργασίας (ΕΕΡΓ). Το σύστημα επιδοτεί την εργασία των χαμηλόμισθων, επιβάλλοντας παράλληλα έναν φορολογικό συντελεστή στα λίγο υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα που λαμβάνουν υποστήριξη η οποία μειώνεται όταν αυξάνονται οι αποδοχές από την εργασία. Το Επίδομα Εργασίας   είναι υψηλότερο για οικογένειες με παιδιά. Η προσθήκη του Επιδόματος Εργασίας στο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, σε συνδυασμό με την πιο σταδιακή απόσυρση του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, θα δημιουργήσει ισχυρά κίνητρα για επίσημη εργασία. Ένα άτομο που δεν εργάζεται και δεν έχει άλλα εισοδήματα θα λαμβάνει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Εάν αρχίσει να εργάζεται, τότε συνεχίζει να λαμβάνει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, καθώς επιπλέον και το Επίδομα Εργασίας, έως ένα ανώτατο όριο. Αύξηση του εισοδήματος πάνω από το όριο αυτό θα συνεπάγεται σταδιακή μείωση του συνολικού επιδόματος, μέχρι αυτό να μηδενιστεί. Το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα και το Επίδομα Εργασίας θα μπορούν να συνδυαστούν σε ένα ενιαίο επίδομα, και να αποδίδονται με βάση την φορολογική δήλωση.

    Εάν το Επίδομα Εργασίας εισαχθεί, τότε θα πρέπει να αποδίδεται μόνο για επίσημη δηλωμένη μισθωτή εργασία, ώστε να αντισταθμίζει μερικώς τα υφιστάμενα αντικίνητρα για μισθωτή εργασία αλλά και επειδή το εισόδημα από μισθωτή εργασία είναι ευκολότερα επαληθεύσιμο. Θα πρέπει επίσης να ισχύει μόνο στον ιδιωτικό τομέα, και το επίπεδό του να αυξάνεται με τον αριθμό των παιδιών. Στην περίπτωση ζευγαριού, είναι σκόπιμο να εξαρτάται από τις αποδοχές και των δύο και επίσης να απαιτείται να εργάζονται και οι δύο σε επίσημη δηλωμένη μισθωτή εργασία. Έτσι θα μειωθεί η δυνατότητα εκμετάλλευσης του συστήματος, θα αυξηθούν τα κίνητρα εργασίας των γυναικών, θα αντισταθμιστεί η μισθολογική διάκριση εναντίον των γυναικών και ,τέλος, θα ενισχυθεί η μισθωτή εργασία σε σχέση με την αυτοαπασχόληση. Οι παράμετροι σε ένα σύστημα που συνδυάζει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα  με το Επίδομα Εργασίας  (ύψος Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, ποσοστό επιδότησης, ανώτατο συνολικό επίδομα, ποσοστό σταδιακής μείωσης)θα πρέπει να καθοριστούν ώστε το κόστος του συστήματος να παραμείνει σε εφικτά επίπεδα. Η πιο σταδιακή απόσυρση του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, καθώς και η προσθήκη του Επιδόματος Εργασίας δημιουργούν ισχυρά κίνητρα για εργασία αλλά αυξάνουν το κόστος του συστήματος. Το κόστος θα μπορούσε να παραμείνει σε εφικτά επίπεδα μέσω του εξορθολογισμού των υπόλοιπων επιδομάτων και συγχώνευσής τους με το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα και το Επίδομα Εργασίας".
     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ