Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 23-Οκτ-2020 23:27

    Standard & Poor's: Επιβεβαιώνει το BB- με σταθερές προοπτικές για την Ελλάδα

    Standard & Poor's: Επιβεβαιώνει το BB- με σταθερές προοπτικές για την Ελλάδα
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 24/10/2020 01:07

    Στην επιβεβαίωση της βαθμίδας BB- με σταθερές προοπτικές για την Ελλάδα προχώρησε ο οίκος αξιολόγησης Standard & Poor's, εκτιμώντας παράλληλα ότι η ύφεση για το 2020 για τη χώρα θα κινηθεί περί το 9%, λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας του κορονοϊού, πριν ανακάμψει το 2021.

    Η S&P σημειώνει ότι, κατά την εκτίμησή της, η ελληνική κυβέρνηση έχει επαρκή δημοσιονομικά "μαξιλάρια" για την αντιμετώπιση των οικονομικών και δημοσιονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, τα οποία υποστηρίζουν το αξιόχρεο του ελληνικού κράτους, σε συνδυασμό με τους πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ.

    Ειδικότερα, ο οίκος τονίζει ότι οι σταθερές προοπτικές αντικατοπτρίζουν την άποψή της ότι το δημοσιονομικό μαξιλάρι της Ελλάδας αντισταθμίζει τους κινδύνους για την πιστοληπτική της ικανότητα που απορρέουν από τις δυσμενείς οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις της πανδημίας.

    Το αρνητικό σενάριο

    Η S&P σημειώνει ότι στο αρνητικό σενάριο οι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση της αξιολόγησης για την Ελλάδα είναι η οικονομική ανάπτυξη να αποδειχθεί σημαντικά ασθενέστερη από ό,τι αναμένει ο οίκος, διαβρώνοντας το δημοσιονομικό μαξιλάρι που διαθέτει η κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να σημειωθεί σημαντική απόκλιση από τις τρέχουσες δημοσιονομικές προβλέψεις της.

    Το θετικό σενάριο

    Αντίθετα, σημειώνει ότι θα μπορούσε να αναθεωρήσει επί τα βελτίω την αξιολόγησή της για τη χώρα εάν μειωθεί ο αντίκτυπος της πανδημίας στις οικονομικές επιδόσεις της Ελλάδας και η συνεπακόλουθη επιδείνωση στο δημοσιονομικό μέτωπο αντιστραφεί.

    Στους πιθανούς λόγους για μια θετική αναθεώρηση περιλαμβάνει επίσης τη συνέχιση της πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση για την εξασφάλιση οικονομικής σταθερότητας, ώστε να αντιμετωπίσει τις διαρθρωτικές προκλήσεις της οικονομίας. Σε αυτό το σενάριο, εκτιμά ότι τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) στο "εξασθενημένο” τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας θα συρρικνωθούν σημαντικά, γεγονός που - κατά την άποψή της - θα ωφελήσει τη ροή κεφαλαίων από το χρηματοπιστωτικό σύστημα προς την οικονομία.

    Το σκεπτικό

    Η τρέχουσα εκτίμηση της Standard & Poor's σχετικά με την εξέλιξη της πανδημίας είναι ότι ένα εμβόλιο ή μια αποτελεσματική θεραπεία για την αντιμετώπιση του κορονοϊού θα είναι ευρέως διαθέσιμη έως τα μέσα του 2021. Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις της, η ελληνική οικονομία θα ανακάμψει το 2021, γεγονός που θα συνοδευθεί από σταθερή δημοσιονομική εξυγίανση και από μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ για την περίοδο πρόβλεψης μέχρι το 2022.

    Προσθέτει ότι η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας επωφελείται από το σημαντικό δημοσιονομικό "μαξιλάρι" της κυβέρνησης το οποίο δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια, χάρη στην πολύ ισχυρή δημοσιονομική απόδοση, τη διατήρηση σημαντικών αποθεμάτων ρευστότητας και την ευνοϊκή δομή αποπληρωμής του δημοσίου χρέους.

    Ο οίκος πιστεύει επίσης ότι η ικανότητα χρηματοδότησης του κρατικού τομέα ενισχύθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους καθώς:

    - Τον Μάρτιο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) συμπεριέλαβε τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου στο πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση της πανδημίας (PEPP) και αποφάσισε να γίνονται δεκτά ως εγγύηση στις πράξεις επαναγοράς της ΕΚΤ. 

    - Επιπλέον, τον Ιούλιο υπήρξε συμφωνία για το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ, από το οποίο η χώρα αναμένεται να λάβει 32 δισ. ευρώ (17% του ΑΕΠ του 2019), εκ των οποίων 19,3 δισ. ευρώ (10% του ΑΕΠ του 2019) θα είναι υπό τη μορφή επιχορηγήσεων.

    Όπως σημειώνει, παρότι η απόφαση της ΕΚΤ παρέχει σημαντικά ευκολότερη πρόσβαση της χώρας στις αγορές για λήψη δανείων με σχετικά χαμηλό κόστος, τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης, κατά την άποψή του οίκου, θα υποστηρίξουν και θα επιταχύνουν την οικονομική ανάκαμψη και, αν χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά, θα λειτουργήσουν ως καταλύτης για την περαιτέρω διαρθρωτική βελτίωση της ελληνικής οικονομίας.

    Όσον αφορά την ωρίμανση του ελληνικού χρέους και το μέσο επιτόκιο, η S&P σημειώνει ότι η Ελλάδα έχει ένα από τα πλέον "αβανταδόρικα” προφίλ χρέους μεταξύ των χωρών που παρακολουθεί. Σημειώνει ότι λιγότερο από το 20% του συνολικού χρέους της χώρας ή κάτω από το 40% του ΑΕΠ της βρίσκεται στα χέρια του ιδιωτικού τομέα. 

    Εκτιμά ακόμη ότι μετά από μια απότομη αύξηση το 2020, οι δείκτες ακαθάριστου και καθαρού χρέους ως προς το ΑΕΠ του ελληνικού Δημοσίου θα μειωθούν από το 2021 και μετά, χάρη στην ανάκαμψη του ρυθμού αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ της χώρας και της δημοσιονομικής εξυγίανσης.

    Στα αρνητικά για την αξιολόγηση της χώρας αναφέρει το υψηλό εξωτερικό χρέος και την αμφίβολη στήριξη της οικονομίας από τις τράπεζες, δεδομένου του μεγάλου ύψους των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων του τραπεζικού τομέα.

    Ισχυρή απάντηση στην πανδημία

    Ο οίκος προβλέπει ότι η πανδημία και οι επιπτώσεις της στην οικονομική δραστηριότητα της χώρας θα οδηγήσουν σε συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά περίπου 9% φέτος. Όπως σημειώνει, η πανδημία έχει περιορίσει τις καταναλωτικές δαπάνες και την οικονομική δραστηριότητα γενικότερα, παρά την αρχική επιτυχία στον περιορισμό της εξάπλωσης κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος. 

    Προσθέτει ότι ξεκίνησε μια ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας τύπου U, μετά την αναστολή των περιοριστικών μέτρων, με τη βιομηχανική παραγωγή να ανακάμπτει τον Ιούλιο του 2020 στο επίπεδο του 2019, ενώ η κατασκευαστική δραστηριότητα αυξήθηκε κατά 21,5% το πρώτο εξάμηνο του 2020 σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2019. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι εξακολουθούν να υφίστανται πτωτικοί κίνδυνοι για τον ρυθμό ανάκαμψης, δεδομένης της εμφάνισης ενός δεύτερου κύματος της πανδημίας τόσο στην Ελλάδα όσο και στους κύριους εμπορικούς εταίρους της, αλλά και των πιθανών περαιτέρω περιορισμών.

    Η ύφεση στην Ελλάδα έχει προκληθεί από τη συρρίκνωση τόσο της εξωτερικής όσο και της εγχώριας ζήτησης. Προβλέπει ότι οι επενδύσεις και οι εξαγωγές θα συρρικνωθούν σημαντικά φέτος, με ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις στον σημαντικό για τη χώρα τουριστικό τομέα, ενώ προσθέτει ότι οι αυξημένες κρατικές δαπάνες δεν θα είναι σε θέση να αντισταθμίσουν τη μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία συρρικνώθηκε ιδιαίτερα κατά το δεύτερο τρίμηνο λόγω των περιοριστικών μέτρων.

    Η S&P σημειώνει ότι για την αντιμετώπιση των αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας και για την προστασία βιώσιμων επιχειρήσεων και των εργαζομένων από ένα προσωρινό αλλά σοβαρό σοκ ρευστότητας, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα αρκετά μεγάλο δημοσιονομικό πακέτο στήριξης, το οποίο περιλαμβάνει:

    - Αύξηση των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης που αφορούν την αντιμετώπιση της πανδημίας, που συμπεριλαμβάνουν την πρόσληψη προσωπικού και την εξασφάλιση ιατρικών προμηθειών.

    - Επιδοτήσεις μισθών και δανείων και πλήρη κάλυψη των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για τους εργαζόμενους και τους αυτοαπασχολούμενους που πλήττονται από τον κορονοϊό, καθώς και κοινωνικές παροχές για τις ευπαθείς ομάδες.

    - Επιδοτήσεις πληρωμών τόκων, μείωση του εταιρικού φόρου (σε 20% από 24%), εγγυήσεις δανείων και επιχορηγήσεις για εταιρείες, αναβολή καταβολής των εισφορών φόρου και κοινωνικής ασφάλισης για τις επιχειρήσεις και μέτρα στήριξης για τις επιχειρήσεις που καταβάλλουν ενοίκια.

    - Μειώσεις του ΦΠΑ στον τουρισμό και στις μεταφορές, καθώς και σε προϊόντα που σχετίζονται με την προστασία από τον κορονοϊό.

    Πιστεύουμε ότι η ελληνική οικονομία θα ωφεληθεί ουσιαστικά τα επόμενα χρόνια από τους διαθέσιμους μηχανισμούς στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης, τονίζει η Standard & Poor’s. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η Ελλάδα πρόκειται να λάβει επιχορηγήσεις 19,3 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2026 και είναι επιλέξιμη για δάνεια έως 12,7 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψη τα διαθέσιμα δάνεια μέσω του ταμείου SURE για υποστήριξη της απασχόλησης ή η πιστοληπτική γραμμή του ESM.

    Πιστεύουμε ότι εάν χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά, αυτά τα κεφάλαια, θα μπορούσαν να επιταχύνουν τη διαρθρωτική αλλαγή στην οικονομία και θα συμβάλουν στην αύξηση της οικονομικής ανάπτυξης κατά τη διάρκεια του ορίζοντα πρόβλεψής μας, συμπληρώνει.

    Το 2021, συνεχίζει, αναμένουμε οικονομική ανάκαμψη, το μέγεθος της οποίας θα εξαρτηθεί κυρίως από την αποκατάσταση της τουριστικής δραστηριότητας. Τα επόμενα τρία χρόνια, αναμένουμε ότι η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας θα ξεπεράσει τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και σε όρους του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Αναμένουμε επίσης ότι οι οικονομικές επιδόσεις θα παραμείνουν ισορροπημένες, τροφοδοτούμενες κυρίως από την εγχώρια ζήτηση και τις εξαγωγές, αν και δεν αναμένουμε ότι οι εισπράξεις του τουρισμού το 2021 να ανακάμψουν σε επίπεδα 2019.

    Σε αυτό το πλαίσιο, αναμένουμε μια σταθερή αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης εν μέσω υψηλότερης απασχόλησης, μετά την πτώση του 2020. Τα δημοσιονομικά μέτρα της κυβέρνησης που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό του 2020, όπως η μείωση του φόρου εισοδήματος για άτομα με χαμηλό εισόδημα, η μείωση του φόρου ιδιοκτησίας και το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα για την πληρωμή καθυστερούμενων φόρων λογικά  θα υποστηρίξουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

    Η επενδυτική δραστηριότητα μειώθηκε το 2020, λόγω της πανδημίας, των μέτρων για την αντιμετώπισή της και των επιπτώσεων που είχαν τα παραπάνω στη ζήτηση και στα κέρδη των εταιρειών, ωστόσο αναμένεται να βελτιωθεί το 2021, παράλληλα με την αύξηση των καθαρών άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ).

    Παρά την οικονομική ύφεση, η κυβέρνηση εμμένει στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεών της, διευκολύνοντας τα προγραμματισμένα έργα του ιδιωτικού τομέα, όπως η ανακατασκευή του χώρου όπου βρισκόταν στο παρελθόν ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών. Δεδομένης της πανδημίας, η πρόοδος στην ατζέντα ιδιωτικοποιήσεων έχει επιβραδυνθεί, αλλά αναμένουμε ότι θα επιταχυνθεί τους επόμενους μήνες και το 2021.

    Κατά τη γνώμη της S&P, ένα από τα κλειδιά για μια ταχύτερη οικονομική ανάκαμψη είναι η πτώση των NPE των τραπεζών, η οποία θα έδινε ώθηση στις πιστώσεις του ιδιωτικού τομέα. Πιστεύουμε ότι ο θετικός αντίκτυπος προηγούμενων μεταρρυθμίσεων, όπως εκείνων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, είναι απίθανο να εμφανιστεί σε συνθήκες ύφεσης ή χαμηλής ανάπτυξης. Χωρίς πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης, ο τομέας των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων - ο μεγαλύτερος εργοδότης στην ελληνική οικονομία - παραμένει σε διάφορους βαθμούς κινδύνου.

    Η αθέτηση υποχρεώσεων από πλευράς ιδιωτικού τομέα εξακολουθεί να είναι ευρέως διαδεδομένη, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών οφειλών. Η έλευση της ύφεσης θα περιπλέξει περαιτέρω τις προσπάθειες μείωσης του μεγάλου όγκου NPEs, δεδομένης της επίδρασής της στους εταιρικούς ισολογισμούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατα ανακοινωμένη πρόταση για μια νέα διευκόλυνση μείωσης του NPE από την Τράπεζα της Ελλάδος είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και αναμένεται να αναπτυχθεί εντός του 2021.

    Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί στη σύγκριση με χώρες της ίδιας κατηγορίας οικονομικής ανάπτυξης, λόγω των εμποδίων στον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων και επαγγελματικών υπηρεσιών, των σχετικά αδύναμων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, της αναποτελεσματικής Δικαιοσύνης και της χαμηλής προβλεψιμότητα της εκτέλεσης των συμβάσεων.

    Στα θετικά προσμετράται το γεγονός ότι η μεταρρύθμιση στα εργασιακά από την προηγούμενη κυβέρνηση, η οποία θα μπορούσε να επαναφέρει τις εθνικές συλλογικές μισθολογικές διαπραγματεύσεις, αντιστράφηκε πέρυσι και η κυβέρνηση πρόσφατα αναθεώρησε το πτωχευτικό δίκαιο. Θεωρούμε τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης ως προσανατολισμένες στη βελτίωση της ανθεκτικότητας της οικονομίας με τα πρόσφατα εγκριθέντα φορολογικά μέτρα να προστατεύουν κατάλληλα την απασχόληση από τις σοβαρές επιπτώσεις της πανδημίας.

    Η κυβέρνηση μεταρρυθμίζει το επιχειρηματικό περιβάλλον, μειώνοντας τα αδικαιολόγητα διοικητικά βάρη (ειδικά για να επιταχύνει τις επενδύσεις) και τις μονοπωλιακές πρακτικές, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών, καθώς και προωθώντας τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Πιστεύουμε ότι οι επιτυχημένες φιλικές προς την επιχειρηματικότητα μεταρρυθμίσεις πιθανότατα θα ενισχύσουν τα μακροοικονομικά αποτελέσματα και την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους μεσοπρόθεσμα έως και μακροπρόθεσμα. Τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για τέτοιες μεταρρυθμίσεις.

    Μετά το τέλος του προγράμματος προσαρμογής του ESM, η Ελλάδα υπόκειται σε τριμηνιαίες αναθεωρήσεις στο πλαίσιο του "ενισχυμένου πλαισίου εποπτείας" της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η συνεχιζόμενη ελάφρυνση του χρέους και η επιστροφή των λεγόμενων κερδών ANFA/SMP από τα ελληνικά ομόλογα που κατέχονται από την ΕΚΤ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των χωρών της Ευρωζώνης υπόκειται σε συνεχή έλεγχο συμμόρφωσης με τους στόχους του προγράμματος.

    Δεδομένων των έκτακτων συνθηκών του 2020 και της προσωρινής αναστολής του δημοσιονομικού πλαισίου του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ, η απαίτηση από την Ελλάδα να εκπληρώσει στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2020 έχει ανασταλεί, θυμίζει ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης. Πιστεύουμε επίσης ότι, με βάση τις τρέχουσες παραδοχές σχετικά με τις χρηματοδοτικές ανάγκες, οι ελληνικές αρχές ενδέχεται να μην χρειαστεί να κάνουν χρήση των πόρων του ESM.

    Η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση διακόπηκε από την πανδημία

    Ο οίκος αναφέρει ότι η πανδημία διέκοψε την πρόσφατη εδραιωμένη τάση της Ελλάδας για υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων, μετά τη μεγάλη δημοσιονομική προσαρμογή που ακολούθησε την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση του 2010. Ως αποτέλεσμα των δημοσιονομικών μέτρων της κυβέρνησης και του αντίκτυπου της ύφεσης στα κρατικά έσοδα και στις δαπάνες, ο οίκος εκτιμά επί του παρόντος ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού το 2020 θα διαμορφωθεί στο 8,8% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με πλεόνασμα 1,5% το 2019. Αυτό συνεπάγεται πρωτογενές έλλειμμα σχεδόν 6% του ΑΕΠ. Σημειώνει πάντως ότι οι επίσημοι πιστωτές της Ελλάδας παραιτήθηκαν από τον προηγούμενο συμφωνηθέντα στόχο για πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ για το τρέχον έτος.

    Όσον αφορά το 2021, αναμένει ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας θα συνεχίσουν να επηρεάζονται από τις συνέπειες της πανδημίας, αν και η πλειονότητα των κυβερνητικών μέτρων σχεδιάζεται να αρθεί, υπό την επιφύλαξη των εξελίξεων στο μέτωπο της πανδημίας. Αναμένει ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού για το 2021 θα περιοριστεί στο περίπου 3,8%, με το πρωτογενές έλλειμμα να εκτιμάται σε 1,2% του ΑΕΠ.

    Σημειώνει πάντως ότι η απότομη επιδείνωση του ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης φέτος θα οδηγήσει σε αύξηση του ακαθάριστου χρέους της περίπου στο 198% του ΑΕΠ το 2020, από περίπου 177% πέρυσι, πριν μειωθεί ξανά το 2021. Αφαιρουμένου του δημοσιονομικού "μαξιλαριού”, εκτιμά ότι το καθαρό χρέος της γενικής κυβέρνησης θα αυξηθεί φέτος περίπου στο 183% του ΑΕΠ -το υψηλότερο μεταξύ όλων των χωρών που παρακολουθεί- από περίπου 157% του ΑΕΠ το 2019, προτού μειωθεί στη συνέχεια.

    Ο οίκος σημειώνει, επίσης, ότι η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με την πανδημία έχοντας σημαντικό δημοσιονομικό μαξιλάρι, όχι μόνο λόγω του πλεονάσματος περίπου 2% του ΑΕΠ το 2019, αλλά και γιατί έχει στη διάθεσή της ένα σημαντικό αποθεματικό ρευστότητας (εκτιμάται περίπου στο 20% του ΑΕΠ του 2019), το οποίο μειώνει δραματικά τις ανάγκες δανεισμού της. Επιπλέον, αναμένει ότι θα συνεχιστούν οι μεταφορές SMP/ANFA από το Ευρωσύστημα, παρά τη σημαντική επιδείνωση των δημοσιονομικών επιδόσεων, ενώ αναφέρεται και στις αποφάσεις της ΕΚΤ που, κατά την άποψή της, αποτελούν "κλειδί” για την πρόσβαση της Ελλάδας στη προσιτή χρηματοδότηση. 

    Παρά το μεγάλο μέγεθος του χρέους της Ελλάδας, ο οίκος εκτιμά ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους κυμαινόταν κατά μέσο όρο περίπου στο 1,5% στα τέλη του 2019, σημαντικά χαμηλότερο από το μέσο κόστος αναχρηματοδότησης για την πλειονότητα των χωρών με αξιολόγηση "BB". Προσθέτει ότι η σταθμισμένη μέση εναπομένουσα διάρκεια του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης διαμορφώνεται από τις 30 Ιουνίου 2020 στα 20,2 έτη, γεγονός που εκτιμά ότι θα οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση της επιβάρυνσης της κυβέρνησης με τόκους στο μέλλον, παρά τη σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέους λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας.

    Οι τράπεζες

    Όσον αφορά τις ελληνικές τράπεζες, ο οίκος τονίζει ότι έχουν καταγράψει πρόοδο ως προς τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους, που διαμορφώθηκαν στα 59,7 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2020 από 68 δισ. στο τέλος του 2019 και σχεδόν στο ήμισυ των 107,2 δισ. ευρώ που ήταν τον Μάρτιο του 2016.

    Προσθέτει ότι η κυβέρνηση έχει θεσπίσει το πρόγραμμα "Ηρακλής”, το οποίο προβλέπει τη χορήγηση κρατικών εγγυήσεων για τιτλοποιήσεις NPEs ανώτερης εξασφάλισης για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων του τραπεζικού συστήματος. Ο οίκος πιστεύει ότι τέτοια μέτρα θα βοηθήσουν την ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος και θα επιταχύνουν την οικονομική ανάκαμψη.

    Παρά ταύτα, ως αποτέλεσμα της πανδημίας, αναμένει μια αντιστροφή στη θετική τάση, με την αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Προσθέτει δε ότι υπό αυτές τις συνθήκες το πρόγραμμα "Ηρακλής” δεν θα επιταχύνει τον ρυθμό διάθεσης προβληματικών περιουσιακών στοιχείων.

    Από την άλλη, τονίζει ότι η απόφαση του SSM να δώσει στις τράπεζες μεγαλύτερη ευελιξία για την ταξινόμηση NPEs θα πρέπει να οδηγήσει σε καλύτερη εικόνα της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών. Επιπλέον, τα έκτακτα μέτρα της ΕΚΤ για τη στήριξη των ευρωπαϊκών τραπεζών, καθώς και η δυνατότητα παροχής ρευστότητας σε περίπτωση ανάγκης, περιορίζουν σε έναν βαθμό το συνολικό προφίλ χρηματοοικονομικού κινδύνου των ελληνικών τραπεζών. 

    Σημειώνει ακόμη ότι η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος για ένα ακόμη πρόγραμμα διευκόλυνσης των τραπεζών για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

    Ο οίκος προσθέτει ακόμη ότι η ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς οι τράπεζες διατηρούν πρόσβαση στις γραμμές μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, ενώ οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της Ελλάδας που είναι πιο εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της πανδημίας, ιδίως αυτές του τουρισμού, έχουν πρόσβαση σε ειδικές στοχευμένες γραμμές μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTRO III) με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους. 

    Αυτό εκτιμά ότι θα προστατεύσει την ελληνική οικονομία από έντονες εξωτερικές πιέσεις ρευστότητας, ιδιαίτερα μετά την απόφαση της ΕΚΤ τον Μάρτιο του 2020 που επιτρέπει στις τράπεζες να έχουν πρόσβαση στις τακτικές γραμμές χρηματοδότησης της ΕΚΤ χρησιμοποιώντας ως εγγύηση τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

    Χρήστος Γαδ - Γιώργος Δ. Παυλόπουλος

    Διαβάστε ακόμη:

    DBRS: Επιβεβαίωση του BB(low) και του σταθερού trend για την Ελλάδα

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ