Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 16-Ιουλ-2020 14:01

    ΤτΕ: Πώς επηρεάζει η πανδημία τις τράπεζες

    ΤτΕ: Πώς επηρεάζει η πανδημία τις τράπεζες
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Στις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί με την πανδημία του COVID-19, οι μακροοικονομικές προβλέψεις περιβάλλονται από μεγάλη αβεβαιότητα. Συνεπώς το τραπεζικό σύστημα καλείται να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η ομαλή χρηματοδότηση της οικονομίας, εκτιμά η ΤτΕ. Αυτό αναφέρει η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσιοποιήθηκε σήμερα. 

    Παράλληλα σημειώνεται πως η αντιμετώπιση του υφιστάμενου μεγάλου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), το οποίο ανάλογα με την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών θα αυξηθεί περαιτέρω το επόμενο διάστημα, αποτελεί άμεση προτεραιότητα.

    Τα υφιστάμενα διαθέσιμα εργαλεία για τη μείωσή του, συμπεριλαμβανομένης και της πρωτοβουλίας του Σχήματος Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού (Hellenic Asset Protection Scheme - HAPS), κινούνται ορθώς στη βελτίωση της ποιότητας των ισολογισμών των τραπεζών, εκτιμά η ΤτΕ. Συμπληρώνει ωστόσο, πως με το διαθέσιμο απόθεμα ΜΕΔ να προσδιορίζεται στο 37,3% με στοιχεία του α΄ τριμήνου του 2020, την αβεβαιότητα αναφορικά με την κλιμάκωσή του στο επόμενο διάστημα, την περιορισμένη δυνατότητα, λόγω χαμηλής κερδοφορίας, δημιουργίας κεφαλαίου από τις τράπεζες, την εκτιμώμενη επιδείνωση της σχέσης της αναβαλλόμενης οριστικής και εκκαθαρισμένης φορολογικής απαίτησης (deferred tax credit - DTC) έναντι του Δημοσίου ως ποσοστού των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, αλλά κυρίως την επιτακτική ανάγκη χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, καθίσταται σαφές ότι απαιτούνται επιπλέον ενέργειες τόσο από τις τράπεζες όσο και από την Πολιτεία.

    Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος επεξεργάζεται συγκεκριμένη πρόταση για την υλοποίηση ενός σχήματος συνολικής διαχείρισης των προβληματικών στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Company - AMC) των ελληνικών τραπεζών. Ειδικότερα, βάσει της πρότασης όχι μόνο δεν ανατρέπονται αλλά αντίθετα αξιοποιούνται οι υφιστάμενες υποδομές των τραπεζών, καθώς και οι συμμετοχές τρίτων μερών στους τομείς διαχείρισης των ΜΕΔ. Επιπλέον, ενδεχόμενες ζημίες που σχετίζονται με το υφιστάμενο απόθεμα ΜΕΔ καλύπτονται αποκλειστικά από τις τράπεζες και όχι από τον Ελληνα φορολογούμενο, μέχρι του ελάχιστου ορίου του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας.

    Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και αποκλείεται οποιαδήποτε διασύνδεση του προτεινόμενου σχήματος με ενδεχόμενα σενάρια εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης. Τέλος, τονίζεται ότι η πρόταση δεν αποσκοπεί απλώς σε κεφαλαιακή ελάφρυνση, αλλά και σε εκτέλεση συναλλαγών σε όρους αγοράς, με τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών.  

    Επισημαίνεται ότι  με την αξιολόγηση των συστημικών κινδύνων παρέχεται ένα βασικό εργαλείο για την άσκηση της μακροπροληπτικής πολιτικής, η οποία έχει στόχο τη μείωση των συστημικών κινδύνων του χρηματοπιστωτικού συστήματος και θα πρέπει να συμπληρώνει τη μικροπροληπτική εποπτεία των τραπεζών, που επικεντρώνεται περισσότερο στην ευρωστία των μεμονωμένων ιδρυμάτων.

    Οι επιπτώσεις της πανδημίας 

    Αναλυτικά, σύμφωνα με την έκθεση οι επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19 αναμένεται να επιβαρύνουν εκ νέου την ποιότητα των στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών με τη δημιουργία νέων ΜΕΔ σε βαθμό που δεν μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια. Ένας από τους παράγοντες που δυσχεραίνουν την εκτίμηση για τη δημιουργία νέων ΜΕΔ είναι η αναστολή καταβολής δόσεων κεφαλαίου ή/και τοκοχρεωλυτικών δόσεων έως τα τέλη του έτους, σύμφωνα με
    τις αποφάσεις των τραπεζών στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης ιδιωτών και επιχειρήσεων που πλήττονται από την πανδημία.

    Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η επιτυχής ολοκλήρωση των συναλλαγών πώλησης ΜΕΔ, μέσω τιτλοποίησης δανείων με την ταυτόχρονη χρήση του προγράμματος χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου (HAPS) θα επιφέρει περαιτέρω μείωση στο υφιστάμενο απόθεμα. Εντούτοις, σύμφωνα με υπολογισμούς των υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος, ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων (NPL ratio) εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 25% περίπου, ποσοστό που εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο και πολλαπλάσιο του μέσου όρου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού - SSM (2,7% και 3,2% αντίστοιχα με στοιχεία Δεκεμβρίου 2019). Επιπρόσθετα, εκτιμάται ότι η επίπτωση στο Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας των τραπεζών από τη διενέργεια των εν λόγω συναλλαγών τιτλοποίησης θα ανέλθει κατά μέσο όρο σε τρεις μονάδες. Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι απαιτούνται επιπλέον ενέργειες προς την κατεύθυνση μείωσης του υφιστάμενου αποθέματος ΜΕΔ, εκτιμά η ΤτΕ. 

    Επιπρόσθετα, σημειώνει πως η ύπαρξη ενός ιδιαίτερα υψηλού αποθέματος ΜΕΔ αποτελεί περιοριστικό παράγοντα της κερδοφορίας, καθώς διατηρεί υψηλό το κόστος του πιστωτικού κινδύνου. Συνεπώς, ανάλογα με το εύρος της επιβάρυνσης των ισολογισμών των τραπεζών από τη δημιουργία νέων ΜΕΔ, το κόστος αυτό αναμένεται να επηρεάσει το καθαρό περιθώριο κέρδους τους στο μέλλον και συνακόλουθα να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη συνολική κερδοφορία τους. 

    Ασφαλιστικές εταιρείες και κορονοϊός 

    Σε ό,τι αφορά τις ασφαλιστικές εταιρείες η ΤτΕ εκτιμά πως η έναρξη του 2020 τις βρήκε να εντείνουν τις προσπάθειές τους για τη βελτίωση των συστημάτων διαχείρισης των κινδύνων τους, ενώ ειδικότερα τους πρώτους δύο μήνες η παραγωγή ασφαλίστρων παρουσίαζε αυξητική τάση. Η εκδήλωση της κρίσης COVID-19 ωστόσο ανέκοψε την τάση αυτή, ενώ επηρέασε πρωτίστως το λειτουργικό τους κίνδυνο, καθώς και τον κίνδυνο αγοράς. Όσον αφορά το λειτουργικό κίνδυνο, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τις προκλήσεις που συνδέονται με τη συνέχεια των εργασιών τους, ενώ ο κίνδυνος αγοράς που σχετίζεται με το επενδυτικό τους χαρτοφυλάκιο, μετά από μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας, εμφανίζει πλέον σημάδια σταθεροποίησης. Τέλος, το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων συνεχίζει να επηρεάζει την επενδυτική τους πολιτική και να περιορίζει τις δυνατότητές τους να καλύπτουν τις αποδόσεις που έχουν εγγυηθεί στους ασφαλισμένους τους.

    Το καλό και το κακό σενάριο για την οικονομία 

    Η ΤτΕ επαναλαμβάνει και τις εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο η οικονομική δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει σημαντικά το 2020, με το ρυθμό μεταβολής να διαμορφώνεται σε -5,8%. Το 2021 η οικονομική δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα ανακάμψει και θα αυξηθεί με ρυθμό 5,6%, ενώ το 2022 θα σημειώσει αύξηση 3,7%. Σύμφωνα με το ήπιο σενάριο, το οποίο υποθέτει μια πιο σύντομη μεταβατική περίοδο προς την κανονικότητα, το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 4,4% το 2020 και θα αυξηθεί κατά 5,8% και 3,8% το 2021 και το 2022 αντίστοιχα. Σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο, το οποίο συνδέεται με μια ενδεχόμενη αναζωπύρωση της πανδημίας, οι συνέπειες της πανδημίας αναμένεται να είναι πιο έντονες και με μεγαλύτερη διάρκεια και η ανάκαμψη της οικονομίας θα είναι βραδύτερη: το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 9,4% το 2020, ενώ θα αυξηθεί κατά 5,7% το 2021 και 4,5% το 2022.

    Σημειώνεται πως η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, δημοσιεύεται δύο φορές το χρόνο από τη Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Η παρούσα Έκθεση επικεντρώνεται στις εξελίξεις που έλαβαν χώρα στον τραπεζικό τομέα κατά τη διάρκεια του 2019 εμπεριέχοντας όμως και αναφορές στα μεγέθη του τραπεζικού συστήματος κατά το α΄ τρίμηνο του 2020. Η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας αξιολογεί τις εξελίξεις, εντοπίζει τους κύριους παράγοντες των συστημικών κινδύνων του ελληνικού τραπεζικού τομέα και των λοιπών κλάδων του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αναλύει τη λειτουργία των υποδομών χρηματοπιστωτικών αγορών (συστήματα πληρωμών, κάρτες πληρωμών, κεντρικά αποθετήρια τίτλων και κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι).

    Όπως τονίζει η ΤτΕ το τραπεζικό σύστημα καλείται να προσαρμοστεί άμεσα στο νέο αυτό περιβάλλον προκειμένου να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει, ούτως ώστε να διασφαλισθεί, τόσο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όσο και η ομαλή χρηματοδότηση της οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό η διαμόρφωση στρατηγικής και πολιτικών για τον τραπεζικό κλάδο είναι αναγκαίο να ικανοποιεί μία σειρά από ευρύτερους αντικειμενικούς σκοπούς:

    * Την οριστική και ταυτόχρονη διευθέτηση των προβλημάτων που απορρέουν από την ύπαρξη ενός υψηλού αποθέματος ΜΕΔ και της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης συντελώντας στην εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών.

    * Την ενίσχυση της οργανικής κερδοφορίας προκειμένου οι τράπεζες να μπορούν
    να παράγουν εσωτερικά κεφάλαιο σε διατηρήσιμη βάση.

    * Την αποφυγή αδικαιολόγητης απίσχνασης (undue dilution) των υφισταμένων μετόχων, ώστε να υπάρχουν ουσιαστικά κίνητρα συμμετοχής των σε ενδεχόμενες μελλοντικές εκδόσεις άντλησης κεφαλαίων.

    * Την αποφυγή χρήσης κρατικών ενισχύσεων για το υφιστάμενο απόθεμα ΜΕΔ.

    * Τη διαμόρφωση συνθηκών πλήρους διαφάνειας για την ορθή απεικόνιση των υφιστάμενων και μελλοντικών ζημιών των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών.

    * Τον επαναπροσδιορισμό του λειτουργικού μοντέλου των τραπεζών προκειμένου να παρουσιασθεί μία ελκυστική επενδυτική πρόταση.

    Δείτε όλη την έκθεση στη δεξιά στήλη "Σχετικά Αρχεία" 

    Διαβάστε ακόμη: 

    * HSBC: Ουδέτερη στάση για τις ελληνικές μετοχές, ευάλωτες οι τράπεζες – Στο 8,2% η ύφεση της Ελλάδας

    * Τα αποτελέσματα του "τεστ κορονοϊού" για τις τράπεζες βγάζει ο SSM, κρίσιμος ο Σεπτέμβριος

     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ