Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 24-Απρ-2020 23:08

    DBRS: Υποβάθμισε το trend για την Eλλάδα σε "σταθερό" από "θετικό", διατηρεί το BB(low)

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 12:21

    Σε επιβεβαίωση της αξιολόγησή του για τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας σε BB(low), αναθεωρώντας ωστόσο πτωτικά το trend από "θετικό” σε "σταθερό”, προχώρησε ο καναδικός οίκος DBRS

    Η πτωτική αναθεώρηση της τάσης για την ελληνική οικονομία, όπως τονίζει ο οίκος, οφείλεται στην "παύση” της οικονομικής δραστηριότητας και την πιθανή ύφεση στην οποία οδηγεί η πανδημία του κορονοϊού, καθώς και στο γεγονός ότι ο χρόνος και η ταχύτητα μιας ενδεχόμενης ανάκαμψης είναι ασαφείς.

    Όπως τονίζει ο οίκος, η κυβέρνηση αντέδρασε γρήγορα για την αντιμετώπιση της κρίσης του κορονοϊού και έχει αποτρέψει μια σοβαρή κρίση υγείας μέχρι στιγμής. Επίσης, προσθέτει ότι τα έκτακτα φορολογικά μέτρα θα μειώσουν τη μέγεθος του οικονομικού αντίκτυπου, ωστόσο, η οικονομία είναι πιθανό να συρρικνωθεί φέτος, λόγω των επιπτώσεων στους κρίσιμους κλάδους του τουρισμού και της ναυτιλίας, ενώ η ανεργία θα αυξηθεί. 

    Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι ο χρόνος οικονομικής ανάκαμψης και, επομένως, οι προοπτικές ανάπτυξης του 2021 παραμένουν ασαφείς. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο δείκτης δημόσιου χρέους και το δημοσιονομικό ισοζύγιο θα επιδεινωθούν και η διάρκεια της επιδείνωσης αυτής είναι εξαιρετικά ασαφής.

    Την ίδια στιγμή τονίζει ότι η επιβεβαίωση της αξιολόγησης για την πιστοληπτική ικανότητας της ελληνικής οικονομίας αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι η κυβέρνηση είναι σε θέση, με ισχυρή δέσμευση, να συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική της ατζέντα. Όπως αναφέρει, η Ελλάδα αναδύθηκε από την προηγούμενη κρίση σημειώνοντας τρία χρόνια ανάπτυξης και πέντε χρόνια πρωτογενούς πλεονάσματος, γεγονός που συνέβαλε στη δημιουργία ενός μεγάλου αποθέματος μετρητών. 

    Ωστόσο, το βάρος του δημόσιου χρέους είναι μεγάλο, στο 176,6% του ΑΕΠ στα τέλη του 2019, και τώρα αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω. Βέβαια, σημειώνει ότι το υψηλό απόθεμα δημόσιου χρέους μετριάζεται σε κάποιο βαθμό από την πολύ μεγάλη σταθμισμένη μέση διάρκεια του χρέους και από το γεγονός ότι τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος. Επίσης, τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου περιλαμβάνονται πλέον στο πρόγραμμα αγορών περιουσιακών στοιχείων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

    Ο καναδικός οίκος σημειώνει ότι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση της χώρας είναι η αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης του κορονοϊού και η επιστροφή της οικονομίας σε ανοδική τροχιά, η συμμόρφωση με τους όρους του προγράμματος εποπτείας της Ελλάδας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και η συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

    Στον αντίποδα, εξελίξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση είναι μια επίμονη αρνητική επίδοση της οικονομίας, η καθυστέρηση ή η αναστροφή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και μακροπρόθεσμα η έλλειψη δημοσιονομικών κινήσεων, καθώς και μια νέα αστάθεια του χρηματοπιστωτικού τομέα.

    Το ξέσπασμα του κορονοϊού αναμένεται να εκτροχιάσει την οικονομική ανάκαμψη

    Πιο αναλυτικά, ο καναδικός οίκος αναφέρει ότι το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού αναμένεται να εκτροχιάσει την οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας, σημειώνοντας ωστόσο ότι η "απάντηση” της κυβέρνησης ήταν άμεση. 

    Όπως αναφέρει, από τις 23 Απριλίου, έχουν επιβεβαιωθεί 2.463 κρούσματα και 127 θάνατοι στην Ελλάδα από τη νόσο COVID-19. Όμως, η ταχεία αντίδραση της κυβέρνησης στην επιδημιολογική κρίση έχει αποτρέψει μια σοβαρή κρίση υγείας μέχρι στιγμής. Σε μια προσπάθεια να επιβραδυνθεί η εξάπλωση του ιού και να υποστηριχθεί το σύστημα υγείας, η κυβέρνηση στις 2 Μαρτίου προχώρησε στο κλείσιμο σχολείων και πανεπιστημίων, ακολούθησε το κλείσιμο μη απαραίτητων επιχειρήσεων, ενώ στις 23 Μαρτίου επιβλήθηκε "παύση” σε εθνικό επίπεδο. 

    Παράλληλα, σημειώνει ότι ως απάντηση στην κρίση, η κυβέρνηση ανακοίνωσε έκτακτα φορολογικά μέτρα για τον μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων και για την παροχή ρευστότητας σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Επιπλέον, προσθέτει ότι από την εκλογή της τον Ιούλιο του 2019, η κυβέρνηση έχει περάσει σειρά νομοσχεδίων για την στήριξη της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της ανάπτυξης, μειώνοντας τη γραφειοκρατία που στο παρελθόν αποτελούσε τροχοπέδη για τις ιδιωτικές επενδύσεις. Γεγονός που στηρίζει τη θετική ποιοτική αξιολόγηση της DBRS Morningstar για το "Πολιτικό περιβάλλον".

    Τονίζει βέβαια ότι καθώς συνεχίζεται η πανδημία του κορονοϊού, η ελληνική οικονομία οδεύει προς ύφεση, με το ΑΕΠ πιθανότατα να μειώνεται πάνω από 5% φέτος. Πριν από την πανδημία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέμενε αύξηση του ΑΕΠ πάνω από 2% το 2020 και το 2021, κυρίως λόγω της υψηλότερης κατανάλωσης και σημαντικής αύξησης των επενδύσεων. Οι εξαγωγές συνέβαλαν σταθερά στην ανάκαμψη, αντικατοπτρίζοντας τη σημαντική βελτίωση του μεριδίου των εξαγωγών ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 19% το 2009 σε 39% το 2019.

    Ωστόσο, σημειώνει ότι ο αντίκτυπος της πανδημίας αναμένεται να εκτροχιάσει την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μέσω διαφόρων οδών. Η εξασθένηση της παγκόσμιας και της εγχώριας ζήτησης θα επηρεάσει σημαντικά τις εξαγωγές και τις εισαγωγές αγαθών. Επιπλέον, τα αυστηρά μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων και οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί δημιουργούν αυξημένους κινδύνους για τον τουριστικό τομέα της Ελλάδας, ο οποίος συνεισφέρει άμεσα περισσότερο από 10% στο ΑΕΠ. Η υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό είναι επίσης εμφανής στην αγορά εργασίας, με περίπου το 16% του συνολικού εργατικού δυναμικού να απασχολείται στον τουριστικό κλάδο.

    Τονίζει όμως ότι δεδομένης της υψηλής εποχικότητας του τουριστικού τομέα, με σχεδόν το 77% των τουριστικών αφίξεων να συγκεντρώνεται το τρίτο τρίμηνο του έτους, οι απώλειες για τη βιομηχανία θα μπορούσαν να περιοριστούν εάν οι ταξιδιωτικοί περιορισμοί χαλαρώσουν το δεύτερο εξάμηνο του έτους. 

    Η επιδείνωση, πάντως, των προοπτικών ανάπτυξης της Ελλάδας στηρίζει την αρνητική ποιοτική αξιολόγηση της DBRS Morningstar για την "Οικονομική διάρθρωση".

    Ακόμη, ο οίκος σημειώνει ότι η οικονομία επιταχύνθηκε το 2019 σημειώνοντας σταθερό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 1,9%, υποστηριζόμενη και πάλι κυρίως από την ισχυρή αύξηση των εξαγωγών και την ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης. Επιπλέον,έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στη βελτίωση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, καθώς από τον Ιούλιο του 2019, η ελληνική κυβέρνηση έχει εγκρίνει σειρά νομοσχεδίων για την υποστήριξη της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της ανάπτυξης μειώνοντας τη γραφειοκρατία που στο παρελθόν αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για τις ιδιωτικές επενδύσεις. 

    Ωστόσο, η DBRS επισημαίνει ότι το τρέχον επιδεινούμενο επενδυτικό κλίμα πιθανότατα θα καθυστερήσει το σχέδιο της κυβέρνησης για ενίσχυση των ξένων επενδύσεων.

    Τα έκτακτα μέτρα θα οδηγήσουν σε έλλειμμα το 2020

    Όσον αφορά τους δημοσιονομικούς στόχους, η DBRS σημειώνει ότι μετά από πέντε διαδοχικά έτη υπεραπόδοσης, το δημοσιονομικό ισοζύγιο αναμένεται ότι θα είναι αρνητικό φέτος, λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας.

    Κι αυτό γιατί σε "απάντηση” στην κρίση του κορονοϊού, η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε μια σειρά φορολογικών μέτρων, ύψους 3,5% του ΑΕΠ, με στόχο τη στήριξη της οικονομίας και τη μείωση των οικονομικών επιπτώσεων. Το δημοσιονομικό πακέτο που έχει ανακοινωθεί μέχρι στιγμής περιλαμβάνει: (1) αναβολή του ΦΠΑ και πληρωμών κοινωνικών εισφορών για εταιρείες έως τα τέλη Αυγούστου, μείωση του ΦΠΑ σε αγαθά που σχετίζονται με την αντιμετώπιση της πανδημίας, (2) οικονομική υποστήριξη προς τους εργαζομένους και τους αυτοαπασχολούμενους που καλύπτουν το 81% των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα και την επέκταση των επιδομάτων ανεργίας, (3) πληρωμή κρατικών οφειλών με στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά και (4) αυξημένες δαπάνες για τη στήριξη του συστήματος Υγείας. Το κόστος του δημοσιονομικού πακέτου εκτιμάται σε 6,8 δισ. ευρώ (3,5% του ΑΕΠ).

    Το ΔΝΤ προβλέπει δημοσιονομικό έλλειμμα φέτος της τάξης του 9% του ΑΕΠ σε σύγκριση με ένα μικρό πλεόνασμα 0,4% το 2019 και αυτή η αναμενόμενη επιδείνωση επιβαρύνει την ποιοτική αξιολόγηση της DBRS Morningstar σχετικά με τον παράγοντα "Φορολογική διαχείριση και απόδοση". 

    Ο οίκος σημειώνει πάντως, ότι η Κομισιόν για να υποστηρίξει τα φορολογικά μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κορονοϊού, συμφώνησε ότι ο πρωτογενής δημοσιονομικός στόχος του 3,5% του ΑΕΠ για το 2020 δεν αποτελεί πλέον απαίτηση για την Ελλάδα, δεδομένου ότι παρέχεται ευελιξία στους δημοσιονομικούς κανόνες.

    Σημειώνει επίσης ότι από το 2010 η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει μια άνευ προηγουμένου δημοσιονομική προσαρμογή για την αναδιάρθρωση των δημοσιονομικών της. Διάφορες μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής βελτίωσαν τη δημοσιονομική διαχείριση και διόρθωσαν τις δημοσιονομικές ανισορροπίες. Προσθέτει δε ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα περίπου 4% του ΑΕΠ, κατά μέσο όρο, από το 2015, αντικατοπτρίζουν τη δέσμευση της Ελλάδας για δημοσιονομική εξυγίανση. 

    Κατά την άποψη της DBRS Morningstar, η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή, ωστόσο, ένα παρατεταμένο σοκ που απαιτεί σημαντικά περισσότερα μέτρα για τη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική βιωσιμότητα της χώρας.

    Εξωτερικές ανισορροπίες 

    H DBRS σημειώνει ότι μετά από χρόνια μεγάλων ελλειμμάτων, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας έχει βελτιωθεί περισσότερες από δέκα ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Το 2019, το έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 1,4% του ΑΕΠ από 2,8% το 2018. Αυτό οφείλεται στη βελτίωση του ισοζυγίου υπηρεσιών, καθώς και στις αυξημένες εισπράξεις των λογαριασμών πρωτογενούς και δευτερογενούς εισοδήματος. Συνολικά, οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά, λόγω της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της χώρας. 

    Η ισχυρή απόδοση του ισοζυγίου υπηρεσιών, η οποία οφείλεται κυρίως στη βελτίωση του ταξιδιωτικού ισοζυγίου με τις αφίξεις ξένων να αυξάνονται κατά σχεδόν 20% την περίοδο 2016-2018, αναμένεται ωστόσο να επηρεαστεί σοβαρά από την παγκόσμια κρίση λόγω του κορονοϊού, σημειώνει ο καναδικός οίκος. Η επιδείνωση της εξωτερικής ζήτησης θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στο ταξιδιωτικό ισοζύγιο, το οποίο αντιπροσωπεύει σχεδόν το 70% του ισοζυγίου υπηρεσιών, αν και προσθέτει ότι εν μέρει αντισταθμίζεται από τις ροές κεφαλαίων της ΕΕ. 

    Επιπλέον, οι καθαρές εξωτερικές υποχρεώσεις της Ελλάδας παραμένουν υψηλές, στο 151% του ΑΕΠ το 2019, από 88,8% το 2011, αντανακλώντας κυρίως το εξωτερικό χρέος του δημόσιου τομέα. Εκτιμά, μάλιστα, ότι θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, λόγω του μακροπρόθεσμου ορίζοντα των δανείων.

    Το χρέος παραμένει υψηλό

    Όσον αφορά το χρέος, η DBRS Morningstar σημειώνει ότι παρότι μειώθηκε στο 176,6% το 2019 από την κορυφή του, στο 181,1% το 2018, ο δείκτης χρέους αναμένεται να αυξηθεί φέτος εν μέσω του αυξανόμενου δημοσιονομικού κόστους για τον μετριασμό των οικονομικών επιπτώσεων του κορονοϊού. Ωστόσο, θετικός παράγοντας είναι το γεγονός ότι ο θεσμοί της ΕΕ κατέχουν περίπου το 81% του δημόσιου χρέους της χώρας, κάτι που συμβάλλει στην πολύ μεγάλη σταθμισμένη μέση διάρκειά του, ενώ θετικό είναι και το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους χρηματοδοτείται με πολύ χαμηλά επιτόκια, καθώς άνω του 90% του χρέους έχει σταθερά επιτόκια, κάτι που μετριάζει τους κινδύνους που ανακύπτουν από την αυξανόμενη μεταβλητότητα στην αγορά.

    Επίσης, αναφέρει ότι το 2019, η Ελλάδα σημείωσε περαιτέρω πρόοδο ως προς τη βελτίωση της πρόσβασής της στην αγορά ομολόγων, αντλώντας περίπου 9 δισ. ευρώ, επιτυγχάνοντας παράλληλα ιστορικά χαμηλές αποδόσεις. Εκτός από το ευνοϊκό περιβάλλον στις διεθνείς αγορές ομολόγων, το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει επίσης την αυξανόμενη εμπιστοσύνη προς την ελληνική οικονομία. 

    Παράλληλα, τονίζει ότι η απόφαση της ΕΚΤ να συμπεριλάβει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα αγορών περιουσιακών στοιχείων των 750 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2020, θα πρέπει επίσης να συμβάλει σε ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης. 

    Επιπλέον, το σημαντικό απόθεμα ρευστότητας που ανέρχεται συνολικά σε περίπου 36 δισ. ευρώ, στηρίζει τις προσπάθειες της Ελλάδας να προσελκύσει την εμπιστοσύνη των συμμετεχόντων στην αγορά. 

    Σύμφωνα με τη DBRS, το "μαξιλάρι” αυτό μειώνει τον κίνδυνο αποπληρωμής και οδηγεί σε ανοδική ποιοτική αξιολόγηση του παράγοντα "Χρέος και ρευστότητα".

    Τράπεζες και NPEs

    Καταλήγοντας ο οίκος σημειώνει ότι τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, περίπου στα 71 δισ. ευρώ στα τέλη Σεπτεμβρίου 2019. Αυτό ισοδυναμεί με δείκτη NPE περίπου 42,1% των ακαθάριστων δανείων, που είναι ο υψηλότερος στην ΕΕ, και συνεχίζει να αποτελεί πρόκληση για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ελλάδας. 

    Ωστόσο, τονίζει ότι τα NPEs κινούνται σε πτωτική τροχιά, καθώς έχουν μειωθεί περισσότερο από 30 δισ. ευρώ, μετά το peak τους, τον Μάρτιο του 2016, κυρίως λόγω πωλήσεων και διαγραφών δανείων.

    Προσθέτει, ότι τον Δεκέμβριο του 2019, υιοθετήθηκε ως συστημική λύση το Σχέδιο Ηρακλής (HAPS) για την επιτάχυνση της μείωσης των NPEs των τραπεζών, μέσω τιτλοποιήσεων, για τις οποίες θα παρέχονταν κρατικές εγγυήσεις για τις τίτλους πλήρους εξασφάλισης. 

    Και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανακοίνωσαν σχέδια να χρησιμοποιήσουν το Σχέδιο Ηρακλής και να αφαιρέσουν από τους ισολογισμούς τους NPEs συνολικού ύψους περίπου 32,5 δισ. ευρώ. 

    Ωστόσο, η αυξημένη αβεβαιότητα τόσο για την εγχώρια οικονομία όσο και για τις διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές, που σχετίζεται με την πανδημία του κορονοϊού, πιθανότατα θα οδηγήσουν σε επιβράδυνση των σχεδίων των τραπεζών για μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

    Από την άλλη, τονίζει ότι η πρόσφατη απόφαση της ΕΚΤ να χαλαρώσει προσωρινά τους κανόνες και να αρχίσει να δέχεται ομόλογα ελληνικού δημοσίου ως collateral, θα ενισχύσει τη ρευστότητα των τραπεζών και την ικανότητά τους να υποστηρίξουν την πραγματική οικονομία.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ