Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 21-Απρ-2020 12:18

    Η κρίσιμη διπλή ετυμηγορία από S&P και DBRS για Ελλάδα, ο "χρησμός" της UBS και το καλό σενάριο

    Η κρίσιμη διπλή ετυμηγορία από S&P και DBRS για Ελλάδα, ο "χρησμός" της UBS και το καλό σενάριο
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Κρίσιμη θεωρείται για την ελληνική οικονομία καθώς και για την αγορά ομολόγων και τις κινήσεις που θα πραγματοποιήσει ο ΟΔΔΗΧ το αμέσως επόμενο διάστημα, η τελευταία ημέρα της τρέχουσας εβδομάδας, η Παρασκευή 24 Απριλίου, καθώς είναι προγραμματισμένες δύο πολύ σημαντικές "ετυμηγορίες" από τους οίκους αξιολόγησης.

    Εν μέσω αυτής της πρωτοφανούς κρίσης για την παγκόσμια οικονομία, η S&P και η DBRS αναμένεται να δημοσιεύσουν την άποψή τους για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε μία αξιολόγηση η οποία δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από το σοκ που έχει προκαλέσει στο ελληνικό ΑΕΠ και το ελληνικό χρέος καθώς και τη δημοσιονομική θέση της χώρας, η πανδημία του κορονοϊού. Πάντως τα μηνύματα από το πρόσφατο report της Moody's η οποία επιβεβαίωσε το rating και τις προοπτικες της χώρας, είναι θετικά καθώς δείχνουν πως οι οποίες αρνητικές επιπτώσεις θα είναι προσωρινές. 

    Πριν από αυτή την κρίση η Ελλάδα βρισκόταν στον δρόμο της επιστροφής προς την κανονικότητα, με τους αναλυτές να θεωρούν το στοίχημα της απόκτησης της επενδυτικής βαθμίδας βέβαιο το αμέσως επόμενο διάστημα και έως τα μέσα του 2021. Το ξέσπασμα της πανδημίας έφερε τα πάνω κάτω σε κάθε προοπτική και πρόβλεψη, δημιουργώντας βαθιές λακκούβες στον δρόμο αυτόν για τη χώρα. Η ένταξη στο έκτακτο QE της ΕΚΤ πρόσφερε σημαντική ανακούφιση καθώς σε αυτό το κρίσιμο διάστημα, το κόστος δανεισμού της Ελλάδας θα έχει τη στήριξη της κεντρικής τράπεζας. 

    Το "στοίχημα"

    Το "στοίχημα" πλέον για το οικονομικό επιτελείο έχει αλλάξει. Από το… κυνήγι της "επενδυτικής βαθμίδας" έχει στραφεί στη διατήρηση της τρέχουσας αξιολόγησης.

    Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η κυβέρνηση επέλεξε να βγει στις αγορές την περασμένη εβδομάδα με το 7ετές ομόλογο (εκτός από την ενίσχυση των ταμειακών αποθεμάτων), έτσι ώστε να δείξει στους οίκους αξιολόγησης και στους επενδυτές, ότι η Ελλάδα συνεχίζει να έχει παρουσία και ζήτηση στις αγορές, παρά τη σοβαρή αυτή η κρίση.

    Λίγα 24ωρα πριν τη διπλή ετυμηγορία της S&P και της DBRS, το Ελληνικό Δημόσιο λοιπόν "έδωσε"" στους οίκους ένα σημαντικό "χαρτί" ώστε να αποφευχθεί η υποβάθμιση της αξιολόγησης της Ελλάδας.

    Δεδομένου ότι αναπόφευκτα η ελληνική οικονομία οδεύει σε ύφεση, και ίσως τη βαθύτερη στην ευρωζώνη, οι οίκοι είναι δύσκολο να μην λάβουν υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις. Στόχος λοιπόν αυτήν τη στιγμή είναι η όποια υποβάθμιση να αφορά μόνο τις προοπτικές και όχι τη βαθμολογία της χώρας.

    Έτσι, το καλό σενάριο για αυτήν την Παρασκευή είναι οι S&P και DBRS οι οποίες δίνουν θετικές προοπτικές στην Ελλάδα, να τις υποβαθμίσουν σε σταθερές, διατηρώντας ωστόσο το rating (BB- και ΒΒ(low) αντίστοιχα). Οι σταθερές προοπτικές σημαίνουν πως μέσα στους επόμενους 12-18 μήνες, όταν η κρίση λόγω κορονοϊού θα είναι πίσω μας, είναι πιθανή η αναβάθμιση της χώρας.

    Ταμειακά αποθέματα και ΕΚΤ στηρίζουν το rating

    Η UBS σε έκθεσή της σημειώνει ότι παρά το υψηλό χρέος, τα ταμειακά αποθέματα που διατηρεί η Ελλάδα καθώς και η ΕΚΤ, θα στηρίξουν τις αξιολογήσεις της.

    Κατά την άποψή της η S&P την Παρασκευή αναμένεται να μειώσει τις τρέχουσες θετικές προοπτικές που δίνει στη χώρα σε "σταθερές", αν και δεδομένου του αρκετά υψηλότερου rating σε σύγκριση με αυτό που δίνει η Moody’s για την Ελλάδα (Β1) η υποβάθμιση των προοπτικών σε "αρνητικές" δεν μπορεί να αποκλειστεί.

    Αξίζει να σημειώσουμε πως η Moody’s σε ενημερωτικό της σημείωμα (17 Απριλίου) επιβεβαίωσε την αξιολόγηση B1 της Ελλάδας με σταθερές προοπτικές. Ο οίκος υπογράμμισε το πολύ χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και τις μέτριες ανάγκες δανεισμού, ενώ επισήμανε το ισχυρό ιστορικό της κυβέρνησης στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Όσον αφορά τη χρηματοδότηση του πακέτου στήριξης λόγω πανδημίας, σημείωσε ότι η Ελλάδα θα είναι σε θέση να αξιοποιήσει σημαντικά κονδύλια από την ΕΕ και την ΕΤΕπ, ενώ η κυβέρνηση μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει μέρος του μεγάλου αποθέματος μετρητών, περιορίζοντας έτσι τον αντίκτυπο στο δημόσιο χρέος. Όσον αφορά την οικονομία, η Moody’s προβλέπει συρρίκνωση 5% φέτος, υποθέτοντας ότι το lockdown θα αρθεί τις επόμενες εβδομάδες, ενώ η πρόβλεψη αντικατοπτρίζει επίσης τη σημαντική δημοσιονομική στήριξη που παρέχεται από την κυβέρνηση καθώς και την ευρωζώνη συνολικά.

    Όπως επισημαίνει η UBS, το ΔΝΤ εκτιμά πως η ύφεση στην Ελλάδα φέτος θα φτάσει το 10% και σύμφωνα και με τις δικές της εκτιμήσεις ο δείκτης του ελληνικού χρέους θα ξεπεράσει το 200% το 2020, κάτι που είναι σαφώς πιστωτικά αρνητικό και υψώνει ένα τείχος στις προσπάθειες ανάκαμψης που έχει σημειώσει η χώρα.

    Ωστόσο, η απόφαση της ΕΚΤ να εντάξει την Ελλάδα στο έκτακτο QE της ΕΚΤ και να δέχεται τα ελληνικά ομόλογα ως εγγύηση για τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών αποτελούν μια κρίσιμη στήριξη, η οποία και διευκόλυνε την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές με το 7ετές ομόλογο. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους έχει τη μορφή μακροπρόθεσμων δανείων στήριξης καθώς και το ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα αξιοπρεπές ταμειακό απόθεμα, θα στηρίξει τις τρέχουσες αξιολογήσεις των οίκων. 

    Η στάση των οίκων αξιολόγησης σήμερα vs το 2012

    Γενικότερα η UBS δεν αναμένει πως οι οίκοι αξιολόγησης θα αντιμετωπίσουν την τρέχουσα κρίση όπως την πρόσφατη κρίση χρέους, επισπεύδοντας τις υποβαθμίσεις των αξιολογήσεων των χωρών της ευρωζώνης.

    Ο λόγος είναι πως κατά το ξέσπασμα τις κρίσης χρέους, οι αξιολογήσεις ήταν ήδη πολύ υψηλές. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, είχε έως το 2009 αξιολόγηση Α. Επίσης, οι μεγάλες υποβαθμίσεις που σημειώθηκαν το 2012  ενθαρρύνθηκαν από το γεγονός ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναδιαρθρώσει το χρέος της τον Μάρτιο του 2012 προτού λάβει περαιτέρω οικονομική βοήθεια.

    Επιπλέον, οι αποδόσεις της Ιταλίας και της Ισπανίας ήταν περίπου 500 μ.β. πάνω από αυτές της Γερμανίας (περίπου 7% για μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ομόλογα), και η Πορτογαλία και η Ιρλανδία είχαν ήδη χάσει την πρόσβαση στις αγορές ομολόγων. Επίσης, η διάσπαση του ευρώ θεωρούνταν ένας πραγματικός κίνδυνος και χρειάστηκαν να περάσουν αρκετά χρόνια προτού η ΕΚΤ λάβει μέτρα όπως αγορές ομολόγων μέσω του QE (το οποίο ξεκίνησε στο α’ τρίμηνο του 2015).

    Αυτή τη φορά, οι αξιολογήσεις των χωρών καθορίζονται από προσεκτικές παραδοχές, ο τραπεζικός κλάδος είναι πολύ πιο ισχυρός, η ΕΚΤ αντέδρασε γρήγορα και σημαντικά, έτσι ώστε το κόστος χρηματοδότησης των χωρών της ευρωζώνης να παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα, υπάρχουν πολλά κανάλια στήριξης (ESM, OMT), ενώ ο κίνδυνος διάσπασης του είναι επί του παρόντος μικρός.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ