Κάποτε, για να είσαι αντισυστημικός, έπρεπε να συγκρουστείς με το σύστημα. Σήμερα αρκεί ένα hashtag, δύο τηλεοπτικές εμφανίσεις και μια καλοκουρδισμένη ομάδα επικοινωνίας. Άντε, σε ειδικές περιπτώσεις, μια εθνική τραγωδία που "μεταπλάθεται" (sic) σε πολιτικό κεφάλαιο. Το πολιτικό μας οικοσύστημα, σε ένα πολύ μεγάλο μέρος του, έχει εξελιχθεί σε τερατώδες παράδοξο: όλοι δηλώνουν απέναντι στο κατεστημένο. Αλλά το κατεστημένο, όχι μόνον δεν δείχνει να ιδρώνει, αλλά αντιθέτως συνεχώς μεγαλώνει και κυβερνά.
Η λέξη "σύστημα" έχει γίνει ο πιο βολικός αποδιοπομπαίος τράγος της Μεταπολίτευσης. Φταίει για όλα, δεν έχει πρόσωπο και –το σημαντικότερο– δεν ψηφίζει. Έτσι, κάθε κόμμα, κάθε αρχηγός και κάθε υποψήφιος μπορεί να χτίζει πολιτική ταυτότητα πολεμώντας έναν αόρατο εχθρό, ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει κανονικά στο παιχνίδι εξουσίας: χρηματοδότηση, κρατικές θέσεις, διορισμοί, επιτροπές, επιδοτήσεις, δημόσιες συμβάσεις και όλα τα υπόλοιπα. Το σύστημα, τελικά, είναι πάντα οι άλλοι.
Ιστορικά, ο αντισυστημισμός γεννήθηκε ως απάντηση σε κλειστές ελίτ και αδιαφανείς μηχανισμούς. Στην Ελλάδα της κρίσης μετατράπηκε σε πολιτικό κεφάλαιο. Από το 2010 και μετά, σχεδόν κάθε πολιτικός χώρος φόρεσε το κοστούμι του διωκόμενου. Άλλοι κατήγγειλαν "το παλιό πολιτικό προσωπικό", άλλοι "τους ξένους δανειστές", άλλοι "τις αγορές", άλλοι "τους τεχνοκράτες". Το κοινό στοιχείο όλων των αντισυστημικών; Όταν βρέθηκαν σε θέση ευθύνης, ανακάλυψαν ότι το σύστημα δεν είναι ένα κτίριο που κατεδαφίζεται με ένα νόμο και ένα άρθρο. Πολύ δε περισσότερο από τον ήχο των… ταμπούρλων. Είναι πλέγμα σχέσεων, συμφερόντων και εξαρτήσεων στο οποίο γρήγορα ενσωματώνονται. Ή σωστότερα, τους ενσωματώνει με χαρά.
Η ειρωνεία κορυφώνεται όταν βλέπεις στελέχη που κυβέρνησαν, διόρισαν, διαχειρίστηκαν δισεκατομμύρια και άσκησαν εξουσία επί χρόνια, να αυτοπαρουσιάζονται ως "αντισυστημικές φωνές". Πρόκειται για ένα πολιτικό rebranding: το ίδιο προϊόν, νέα συσκευασία. Ο πολίτης καλείται να πιστέψει ότι το πρόβλημα δεν ήταν οι επιλογές τους, αλλά κάποιος αόριστος μηχανισμός που τους εμπόδισε να υλοποιήσουν το όραμά τους. Το σύστημα φταίει που δεν άφησε το σύστημα να αλλάξει. Αν νομίζετε ότι αυτή η ρητορική είναι αποκλειστικότητα του κ. Τσίπρα, έχετε χάσει επεισόδια.
Σε θεσμικό επίπεδο, η διαρκής επίκληση του "αντισυστημικού" έχει κόστος. Διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, απονομιμοποιεί τη διοίκηση και καλλιεργεί την εντύπωση ότι κάθε θεσμός, κάθε νόμος και κάθε κανόνας, είναι ύποπτοι. Αν όλα είναι προϊόν σκοτεινών συναλλαγών, τότε τίποτα δεν αξίζει σεβασμό. Και όταν τίποτα δεν αξίζει σεβασμό, η λογοδοσία γίνεται προαιρετική. Η οργή αντικαθιστά την πολιτική και η ισοπέδωση των πάντων κυριαρχεί.
Το εκλογικό παράδοξο είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Οι ψηφοφόροι επιβραβεύουν την αντισυστημική ρητορική, αλλά απαιτούν συστημική σταθερότητα: ανάπτυξη, επενδύσεις, θεσμική συνέχεια, πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς πόρους. Θέλουν κάποιον να τα βάλει με "όλους", αρκεί να μη διαταραχθεί η κανονικότητα. Να αλλάξουν τα πάντα, εκτός από τα δικά τους. Έτσι δημιουργείται μια πολιτική σχιζοφρένεια: ρητορική ρήξης, πρακτική διαχείρισης και διαιώνισης.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιος φωνάζει πιο δυνατά εναντίον του συστήματος. Είναι ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη να το μεταρρυθμίσει, πληρώνοντας και το κόστος. Διότι το σύστημα δεν είναι εξωγήινος οργανισμός. Είναι οι κανόνες που ψηφίζονται, οι διοικήσεις που διορίζονται, οι συμβάσεις που υπογράφονται, οι ισορροπίες που διαμορφώνονται και τηρούνται. Είναι η καθημερινή άσκηση εξουσίας.
Όταν όλοι είναι αντισυστημικοί, η λέξη χάνει το νόημά της. Και όταν μια έννοια αδειάζει από περιεχόμενο, μετατρέπεται σε εργαλείο χειραγώγησης και "παραμυθιάσματος". Το πιο ειλικρινές πολιτικό σύνθημα της εποχής ίσως θα ήταν λιγότερο ηρωικό και περισσότερο ακριβές: "Θα αλλάξουμε το σύστημα. Μέχρι που δεν θα χρειαστεί να αλλάξουμε εμείς".
Το ερώτημα παραμένει ωμά απλό: αν το σύστημα είμαστε όλοι, ποιος έχει το θάρρος να παραδεχθεί ότι η ευθύνη δεν είναι ποτέ μόνο των άλλων; Μέχρι να δοθεί απάντηση, ο αντισυστημισμός θα παραμένει το πιο επιτυχημένο εργαλείο πολιτικού marketing για να πουλήσεις ελπίδα και το πιο αποτυχημένο προϊόν, μόλις κυβερνήσεις.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr