Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 09-Νοε-2021 00:03

    Ο πραγματικός κίνδυνος

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Ανάμεσα στα πολλά και περίπλοκα δεινά που προκάλεσε η πανδημία, σίγουρα συμπεριλαμβάνονται και τεράστια προβλήματα στην οικονομία. Κυρίως αλλά όχι μόνο, λόγω της αποδιοργάνωσης της παγκόσμιας αλυσίδας τροφοδοσίας, η οποία δημιούργησε ένα απέραντο χάος στο παγκόσμιο εμπόριο. 

    Το μεγαλύτερο από αυτά τα προβλήματα όπως έχουν εμφανισθεί μέχρι σήμερα, είναι ο πληθωρισμός. Ένα πρόβλημα μάλιστα, το οποίο προέκυψε κατά τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Την ώρα που το μεγαλύτερο μέρος των ανεπτυγμένων και ένα σημαντικό των αναπτυσσόμενων οικονομιών του πλανήτη, αντιμετώπιζε ένα περιβάλλον επίπλαστης ηρεμίας, σε ένα μείγμα στασιμοπληθωρισμού έως και (ήπιου) αποπληθωρισμού. Εξ αιτίας δε της πολιτικής ατολμίας των περισσότερων ηγετών, η αντιμετώπιση περιοριζόταν σε μέτρα νομισματικής πολιτικής, μόνο. Με δράστες και "κυρίαρχους" αυτής της πολιτικής, τις μεγαλύτερες Κεντρικές Τράπεζες του πλανήτη.

    Η Αμερικανική Fed, η Ευρωπαϊκή ΕΚΤ, η Ιαπωνική  Nichigin, η Βρετανική "Γηραιά κυρία της Threadneedle Street και (κατά καιρούς) η Αυστραλιανή RBA  και η Κινεζική PBOC, από το 2008 (στην Ιαπωνία από το 2001 ουσιαστικά) ενισχύουν την παγκόσμια ρευστότητα, όπως ποτέ πριν. Με διαφορετικές αφορμές και διαφοροποιημένους ρυθμούς, αναλόγως των καταστάσεων και των τοπικών συνθηκών, χρησιμοποιούν δύο μορφές νομισματικής πολιτικής για να πετύχουν τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, στα επιθυμητά επίπεδα:

    Α. τη συμβατική που συνίσταται πρώτιστα στη μείωση των επιτοκίων και

    Β. την αντισυμβατική που μεταφράζεται σε τεράστιες αγορές χρέους και τη διοχέτευση φθηνών δανείων στα τραπεζικά συστήματα, ώστε να υπάρξει διαθέσιμο, άφθονο και φθηνό χρήμα στις κατά τόπους οικονομίες.

    Αυτές οι τακτικές, αργά αλλά σταθερά, προσέφεραν αποτελέσματα και όλα τα προβλήματα και οι κρίσεις από το 2006 και εντεύθεν θα είχαν τελικά αίσιο τέλος, κάποια στιγμή μεταξύ του 2022 και του 2023. Δυστυχώς για όλους, προέκυψε ο SARS-CoV-2 και η πανδημία.

    Αρχικά η απάντηση, για το οικονομικό σκέλος της θεομηνίας ήταν απλή: αύξηση της προσφερόμενης φτηνής ρευστότητας, ακόμη περισσότερο. Πολιτική που εφαρμόστηκε με απόλυτη επιτυχία. Παρά τα εκατομμύρια των νεκρών από την CoViD-19 και το γενικό blackout της παραγωγής σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη, καμία χώρα δεν αντιμετώπισε ζητήματα οικονομικής καταστροφής. Ένα σενάριο με ιδιαίτερα αυξημένες πιθανότητες υλοποίησης για πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, εάν "δεν είχαν βάλει μπροστά τις εκτυπωτικές μηχανές"  οι Κεντρικές Τράπεζες.

    Όπως όλοι ξέρουμε όμως, σπάνια οι καταστάσεις στην οικονομία κινούνται μονοδιάστατα. Το πράγμα άρχισε να στραβώνει, μόλις έγινε δυνατό να ανοίξουν και πάλι οι οικονομίες. Η ζήτηση ανέβηκε γρήγορα και κατακόρυφα, ενώ η προσφορά και ο εφοδιασμός αδυνατούσαν ν’ ακολουθήσουν. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά, μεγάλες αυξήσεις τιμών στις πρώτες ύλες και τα καύσιμα, παγκοσμίως. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις, αυξήσεις εκρηκτικές (π.χ. φυσικό αέριο).

    Αρχικά υπήρξε η εντύπωση πως πρόκειται για παροδικό φαινόμενο και ότι, αργά ή γρήγορα, οι τιμές θα επανέλθουν σε ρεαλιστικότερα επίπεδα. Με το πέρασμα των μηνών όμως, όλο και περισσότεροι θεωρούν πως πρόκειται για κύμα αυξήσεων το οποίο θα διαρκέσει γι’ αρκετά σημαντικό χρονικό διάστημα. Οι πρώτες εκτιμήσεις μιλούσαν για 6 μήνες και έχουν ήδη μετατοπιστεί στους 18! Ενώ υπάρχουν (ψιθυριστές ακόμη) φωνές που μιλούν για 24. Και δεν έχει τελειώσει, τίποτε ακόμη...

    Είναι προφανές πως, σε ένα περιβάλλον αυτής της μορφής, η διακοπή της παροχής αυξημένης ρευστότητας, είναι απολύτως απαραίτητη, εκ των ουκ άνευ. Πράγμα που σημαίνει ότι οι Κεντρικές Τράπεζες είναι υποχρεωμένες εκ των συνθηκών, να διακόψουν τις αγορές χρέους. Η Αμερικανική Fed ξεκινά σταδιακά από τις 15/11 και θα "κλείσει την κάνουλα" εντελώς, τον Ιούνιο του ’22, η ΕΚΤ αναμένεται να ξεκινήσει την Άνοιξη της επόμενης χρονιάς κ.ο.κ. 

    Αυτή η κίνηση είναι βέβαιο πως θα έχει σαν συνέπεια, τη γρήγορη άνοδο των επιτοκίων στις δευτερογενείς αγορές ομολόγων (που καθορίζουν τις τιμές στην πρωτογενή), μιας και θα λείψει η τεράστια ζήτηση που παρείχαν τα "νομισματοκοπεία" της Φρανκφούρτης, του Τόκυο, της Ουάσιγκτον κ.λπ. Ενώ ταυτόχρονα, η προσφορά τίτλων θα αυξηθεί, κατά πάσα πιθανότητα. 

    Μια τέτοια εξέλιξη, μπορεί να δημιουργήσει πολύ μεγάλα (έως αξεπέραστα) εμπόδια στην πορεία μιας οικονομίας. Ειδικά σε περιπτώσεις κρατών με μεγάλο εθνικό χρέος (Ελλάδα, Ιταλία κ.λπ.), θα μπορούσε να αποδειχθεί καταστροφική για το μέλλον τους. 

    Η Ελλάδα, με δείκτη χρέους προς το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν μεγαλύτερο του 200%, είναι υποχρεωμένη να επιδιώκει συνεχή και ταχύρρυθμη ανάπτυξη, σε συνδυασμό με διατήρηση της βιωσιμότητας του χρέους, μέχρι αυτό να φτάσει σε διψήφια ποσοστά του ΑΕΠ. Διαφορετικά οι καταστάσεις που βίωσε στις αρχές του 2010, με την αδυναμία δανεισμού, θα επαναληφθούν.

    Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τέτοιος κίνδυνος, δεν υπάρχει. Διότι η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει (μέσω swaps και άλλων παραγώγων προϊόντων) επιτόκια λίγο ως πολύ σταθερά, για το μεγαλύτερο μέρος τους χρέους της. Ισχυρισμός που αληθεύει, εκατό τοις εκατό. Μόνο όμως ως προς το σκέλος της σταθερότητας των υπαρχόντων επιτοκίων. Είναι παντελώς ψευδής, όσον αφορά τον ελλοχεύοντα κίνδυνο.

    Για δύο λόγους:

    Α. Το υπάρχον χρέος, για να παραμένει βιώσιμο, θα πρέπει να μετακυλίεται χρονικά, με χαμηλά επιτόκια. Κάτι που δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί εάν δεν υπάρχουν οι αγορές της ΕΚΤ και οι συνθήκες του οικονομικού περιβάλλοντος μεταβληθούν επί τα χείρω, λόγω πληθωρισμού (ή άλλης αιτίας).

    Β. Η ανάπτυξη μιας οικονομίας εξαρτάται απολύτως από το κόστος χρηματοδότησης που μπορούν να εξασφαλίσουν οι επιχειρήσεις της. Όσο χαμηλότερο το κόστος χρήματος, τόσο ευκολότερη η χρηματοδότηση και τόσο μεγαλύτεροι οι ρυθμοί ανάπτυξης. Εάν όμως ανέβουν τα επιτόκια στην δευτερογενή ομολόγων ή/και αναγκαστεί η ΕΚΤ να εφαρμόσει μια πιο σφικτή πολιτική επιτοκίων, το κόστος χρήματος για την Ελλάδα (και τις περισσότερες οικονομίες της Ευρωζώνης) θα εκτιναχθεί. Με αποτέλεσμα η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων να γίνει ακριβή και (πολύ) δύσκολη! 

    Που ‘πα να πει ότι, η όποια ανάπτυξη υπάρξει (αν θεωρήσουμε πως θα υπάρξει), θα είναι καχεκτική. Επομένως τα έσοδα του κράτους θα μειωθούν σημαντικά! Μια μείωση που εύκολα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανικανότητα κάλυψης των απαιτήσεων για διατηρήσιμη βιωσιμότητα του χρέους (πρωτογενή πλεονάσματα κ.λπ.).

    Σε απλά ελληνικά, εάν ανέβουν τα επιτόκια, υπάρχει υψηλότατη πιθανότητα να μην μπορεί το κράτος να συγκεντρώσει τα απαραίτητα ποσά για να διατηρηθεί βιώσιμο το χρέος. Κι όλοι ξέρουν πλέον, τι σημαίνει αυτό…

    Καλό θα είναι λοιπόν, οι σοφιστείες περί σταθερών επιτοκίων να αποσυρθούν  στο ράφι, να σηκωθούν μανίκια, να δουλέψουν τα Excel και να υπάρξει στρατηγική, προετοιμασία και σχεδιασμός για το χειρότερο. Ασχέτως εάν αυτό έρθει ή όχι! 
    Διαφορετικά...

    Πέτρος Λάζος
    petros.lazos@capital.gr
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ