Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 31-Αυγ-2021 00:01

    Με τη Νίκη ή τον Αλέξη;...

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Στούπα

    1) Με τη Νίκη ή τον Αλέξη;

    Η σημαντικότερη μεταρρύθμιση που επιχειρεί η παρούσα κυβέρνηση είναι αυτή που λαμβάνει χώρα, έστω με δειλά βήματα, στη Δημόσια Παιδεία.

    Η Δημόσια Παιδεία είναι ο τομέας που έχει πληγεί περισσότερο από κάθε άλλον στην αριστερόστροφη μεταπολίτευση και αποτελεί ένα από τα τελευταία φρούρια της πελατειακής αναξιοκρατίας και του επιδοτούμενου αριστερισμού.

    Πριν τη μεταπολίτευση η Δημόσια Παιδεία έχει υποφέρει και από την προπαγανδιστική θρησκοληψία της ελληνικής Δεξιάς η οποία στην αντιπαράθεση με τη σοβιετοκαθοδηγούμενη αριστερά, λόγω της ένδειας πολιτικών επιχειρημάτων, εργαλειοποίησε το θρησκευτικό συναίσθημα.

    Ένα σημαντικό μέρος του ανορθολογισμού που πλήττει τον μέσο όρο της ελληνικής κοινωνίας πηγάζει από την ποιότητα και τις αγκυλώσεις της Δημόσιας Παιδείας, όπου συνεχίζει να διδάσκεται ισότιμα η εξέλιξη των ειδών, η αστρονομία, η γεωλογία και η βιολογία με την αφήγηση της Βίβλου για τη Δημιουργία του Κόσμου. Μαζί με όλα αυτά υπάρχει διάχυτος και ένας θρησκευτικού τύπου θαυμασμός για το κάθε τι μαρξιστικό...

    Τα αποτελέσματα είναι εμφανή...

    Σε κάθε σύγχρονη  και ανεπτυγμένη κοινωνία η βασική παιδεία αποτελεί βασικό συστατικό της επίγνωσης του εαυτού και του κόσμου των πολιτών, της κοινωνικοποίησης αλλά και της σφυρηλάτησης των απαιτούμενων κοινών δεσμών επικοινωνίας και διαβίωσης. 

    Αν κάτι άφησαν αλώβητο οι αριστερές κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης αυτό ήταν η προνομιακή σχέση της εκκλησίας με την Παιδεία. Τούτο δεν είναι καθόλου τυχαίο...

    Η παιδεία σαν μηχανισμός εξίσωσης...

    Η δυναμική ισότητα σε μια κοινωνία δεν συνίσταται στην ισοπεδωτική εξίσωση ανθρώπων με διαφορετικές δεξιότητες και ικανότητες αλλά στις ευκαιρίες που δίνει σε όποιον επιθυμεί και προσπαθεί να εξελιχθεί.

    Σε κάθε δυναμική και προοδευτική κοινωνία, η τριτοβάθμια κυρίως παιδεία αποτελεί το σημαντικότερο εφαλτήριο κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης. Μιας ατομικής ανέλιξης που συνεισφέρει και στη συνολικότερη κοινωνική και οικονομική πρόοδο.

    Μέχρι τη μεταπολίτευση η αποφοίτηση από το πανεπιστήμιο για τα παιδιά των εργατικών και αγροτικών οικογενειών συνιστούσε διαβατήριο για οικονομική και κοινωνική ανέλιξη.

    Τούτο δεν ισχύει στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης όπου σταδιακά οι αξίες των πανεπιστημιακών πτυχίων απαξιώθηκαν με πληθωριστική αύξηση της προσφοράς και μείωσης των κριτηρίων απόκτησης.

    Το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης καθοδηγούμενο από πελατειακά κίνητρα, αύξησε υπερβολικά τον αριθμό όσων εισάγονται στα πανεπιστήμια και τον αριθμό των πανεπιστημιακών σχολών.

    Με τον  τρόπο αυτό εκπρολεταριοποίησε τους επιστήμονες  και μείωσε την αξία των πτυχίων σχολών που συνέχισαν να διατηρούν κάποια στοιχειωδώς υψηλότερα στάνταρς.

    Έτσι  αδιάφοροι μαθητές, αρκετοί από τους οποίους ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι κατάφερναν να εισαχθούν (συχνά και να ολοκληρώσουν) σε περιφερειακές πανεπιστημιακές σχολές με βαθμούς πολύ χαμηλότερους από τη βάση.

    Στη συνέχεια διαβάζαμε δακρύβρεχτα ρεπορτάζ για πτυχιούχους πανεπιστημίου που απασχολούνται σε κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας χαμηλής ειδίκευσης. Έτσι μαθαίναμε για μηχανικούς που απασχολούνταν σαν ντελιβεράδες. Η αλήθεια είναι όμως πως σπάνια είχαν αποκτήσει τις απαραίτητες ικανότητες να χτίσουν έστω και κάποιο... κοτέτσι.

    Φτάσαμε τα τελευταία χρόνια να έχουμε π.χ. τέτοια πληθώρα δικηγόρων που ένας μεγάλος αριθμός απασχολείται με μισθό ανειδίκευτου, προσφέροντας ουσιαστικά υπηρεσίες εξωτερικών εργασιών.

    Η απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να θεσπίσει έναν Ελάχιστο Βαθμό Εισαγωγής μπορεί να άφησε εκτός Πανεπιστημίων περί τους 17.700 υποψήφιους αλλά  βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση. Το πιο πιθανό είναι πως ίσως χρειαστεί και περαιτέρω εξορθολογισμός προκειμένου να αυξηθεί η αξία των πτυχίων και το επίπεδο των σπουδών.

    Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης (αριστεράς και δεξιάς) στη μείωση του αριθμού όσων εισάγονται στα πανεπιστήμια είναι ευκαιριακή και δημαγωγική.

    Η αριστερά υπερασπίζεται το δικαίωμα και όσων δεν πιάνουν τη βάση να εισάγονται στα πανεπιστήμια, υποβαθμίζοντας το επίπεδο σπουδών και η άκρα δεξιά αναφέρεται στους εθνικούς κινδύνους που εγκυμονεί το κλείσιμο κάποιων περιφερειακών σχολών για τις τοπικές οικονομίες και τα εθνικά ζητήματα.

    Η μείωση των αριθμού των εισακτέων σε συνδυασμό με τοn εξορθολογισμό και τη μείωση των περιφερειακών πανεπιστημίων θα αναβαθμίσει την αξία των πτυχίων όσων αξίζουν πανεπιστημιακές σπουδές.

    Όποιος θέλει να ενισχύσει τις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες και για εθνικούς λόγους ας δώσει κίνητρα σε επιχειρήσεις και δυναμικούς πληθυσμούς να μετακομίσουν  εκεί.

    Ένας χαμηλός οριζόντιος φορολογικός συντελεστής π.χ.  θα είχε σημαντικότερη και δυναμικότερη επίδραση από τηn εξάντληση των νοικοκυριών για την απόκτηση πτυχίων χωρίς κανένα αντίκρισμα.

    2) Πληθωριστικός εφιάλτης...

    Η είδηση της χθεσινής ημέρας ήταν ο αναρρίχηση του πληθωρισμού στη Γερμανία στο 3,9%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 28 ετών.

    pin

     

    Τον Ιούλιο που πέρασε, οι τιμές καταναλωτή είχαν αυξηθεί κατά 3,8% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρυσι.

    Ο μεγαλύτερος παράγοντας που συνέβαλε στηn αύξηση ήταν οι τιμές ενέργειας, οι οποίες αυξήθηκαν 12,6% τον Αύγουστο σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

    Οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν 4,6% και οι υπηρεσίες κατά 2,5%.

    Το περίπου 4% είναι διπλάσιο ποσοστό από το 2% που ΕΚΤ θεωρεί σαν ιδανικό για τη ζώνη του Ευρώ. Η παραμονή του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα θα αναγκάσει την Μπούντεσμπανκ να εντείνει τις πιέσεις για απόσυρση των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης και για ταχύτερη επαναφορά της δημοσιονομικής πειθαρχίας στους κρατικούς προϋπολογισμούς.

    Την είδηση της έξαρσης του πληθωρισμού στη Γερμανία σε συνδυασμό με μείωση των προβλέψεων για ανάπτυξη θα πρέπει να τη συνδυάσει κάποιος με τα ρεπορτάζ στη Handelsblatt και το Bloomberg για τη μανία των Γερμανών να αγοράσουν χρυσό.

    Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2021 λοιπόν οι Γερμανοί αγόρασαν περί τους 90,5 τόνους χρυσού σε ράβδους και νομίσματα.

    Αυτό βασίζεται σε πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ποσότητα χρυσού που πωλήθηκε στη Γερμανία μέσα σε μισό χρόνο από το 2009.

    Σε παγκόσμιο επίπεδο, μόνο οι Κινέζοι αγοράζουν επί του παρόντος περισσότερο χρυσό. Στην Ευρώπη, η Γερμανία είναι μακράν η σημαντικότερη αγορά πωλήσεων χρυσού...

    Βλέπε: Deutsche Anleger kaufen mehr als 90 Tonnen Gold im ersten Halbjahr

    kostas.stoupas@capital.gr 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ