Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 06-Φεβ-2026 00:01

    Η Τουρκία ξεθαρρεύει με ευρωπαϊκές πλάτες

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Άγη Βερούτη

    Η επικείμενη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις 11 Φεβρουαρίου λειτουργεί λιγότερο ως σύνοδος επίλυσης διαφορών και περισσότερο ως μηχανισμός διαχείρισης ρίσκου. Αποτελεί ακόμη έναν κρίκο σε μια μακρά αλυσίδα ατέρμονων ελληνοτουρκικών επαφών, όπου το ζητούμενο παραμένει η αποφυγή κρίσης. Όχι η παραγωγή λύσεων. Ενώ στην πραγματικότητα έχουμε δυο παράλληλους μονολόγους, το έχουμε βαφτίσει διάλογο.

    Η Αθήνα προσέρχεται με μια απολύτως καθαρή θέση: μία είναι η διαφορά μας. Η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Όλα τα υπόλοιπα, από ζητήματα κυριαρχίας μέχρι γκρίζες ζώνες, παραμένουν εκτός συζήτησης. Το πλαίσιο βασίζεται στο διεθνές δίκαιο, στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, με την ελληνική πλευρά να θεωρεί αυτονόητο ότι τα νησιά διαθέτουν πλήρη δικαιώματα θαλασσίων ζωνών. 

    Στην απέναντι όχθη η Άγκυρα εμφανίζεται αναθεωρητική, επιμένοντας σε μια ευρύτερη ατζέντα "συνολικής διευθέτησης". Απορρίπτει την ίδια νομική βάση επικαλούμενη "ειδικές γεωγραφικές συνθήκες" που περιορίζουν την επήρεια των νησιών. Το χάσμα είναι δομικό, όχι τυχαία.

    Η συνάντηση εντάσσεται στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, έναν θεσμικό μηχανισμό σχεδιασμένο για να παράγει μικρές πρακτικές συμφωνίες χαμηλής πολιτικής έντασης. Τουρισμός, μεταφορές, πολιτική προστασία, οικονομική συνεργασία. Περιοχές όπου οι δύο πλευρές μπορούν να δείξουν πρόοδο χωρίς να αγγίζουν τον σκληρό πυρήνα των διαφορών μας. Αυτός ο μηχανισμός εξηγεί το γιατί οι συναντήσεις συνεχίζονται ακόμη κι όταν τα μεγάλα θέματα μένουν παγωμένα: κρατά ανοιχτά τα κανάλια επικοινωνίας και απορροφά κραδασμούς.

    Η Ελλάδα επιδιώκει πρωτίστως "ήρεμα νερά". Στόχος είναι η αποτροπή αιφνιδιαστικών κινήσεων στο Αιγαίο, η συγκράτηση της ρητορικής και η διατήρηση μιας ελάχιστης προβλεψιμότητας. Παράλληλα αξιοποιεί ευρωπαϊκούς μοχλούς πίεσης έναντι του τουρκικού casus belli, συνδέοντάς το με την πρόσβαση της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία για την άμυνα. Πρόκειται για στρατηγική που μεταφέρει το κόστος της αδιαλλαξίας στην Άγκυρα, εντάσσοντας τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

    Η τουρκική πλευρά πιθανότατα βλέπει τη συνάντηση ως ευκαιρία επανατοποθέτησης των αναθεωρητικών της αιτημάτων. Η εικόνα μιας χώρας που συνομιλεί με την Ελλάδα βοηθά τόσο στο εσωτερικό ακροατήριο όσο και στις σχέσεις της με τη Δύση. Παράλληλα επιχειρείται άνοιγμα της ατζέντας ώστε να ενταχθούν περισσότερα ζητήματα στο τραπέζι, από χωρικά ύδατα μέχρι αποστρατιωτικοποίηση νησιών. Αυτή η προσέγγιση διευρύνει το πεδίο διαπραγμάτευσης και δημιουργεί περισσότερους βαθμούς ελευθερίας για την Άγκυρα. 

    Όλα αυτά οδηγούν σε πέντε ρεαλιστικά μονοπάτια μετά τις 11 Φεβρουαρίου.

    Το πρώτο και πιθανότερο αφορά στα "ήρεμα νερά" με επανεκκίνηση τεχνικών επιτροπών και κάποιο γενικόλογο κοινό ανακοινωθέν. Σταθερότητα χωρίς λύση. Το δεύτερο περιλαμβάνει ένα μικρό βήμα ουσίας: πιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα διερευνητικών επαφών αποκλειστικά για θαλάσσιες ζώνες, ίσως με υπαινιγμό διεθνούς δικαιοδοσίας στο βάθος του χρόνου. Το τρίτο προβλέπει την προσπάθεια της Άγκυρας να ανοίξει τη βεντάλια των θεμάτων προς συζήτηση, με την Αθήνα να φρενάρει, παράγοντας αδύναμο αποτέλεσμα. Το τέταρτο, ιστορικά συχνό, συνδυάζει πολλές μικρές συμφωνίες συνεργασίας με στρατηγική στασιμότητα στα μεγάλα ζητήματα, μέχρι να επανεμφανιστούν προκλήσεις μήνες αργότερα. Το πέμπτο, αρνητικό σενάριο, οδηγεί σε γρήγορη επιστροφή της έντασης, με νέες εκδόσεις ψευτο-NAVTEX από μη αρμόδια όργανα της γείτονος και με σκληρότερη ρητορική.

    Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι η απουσία δομικής επίλυσης. Οι συναντήσεις λειτουργούν ως βαλβίδα προσωρινής εκτόνωσης, όχι ως μηχανισμός λύσεων. Η Αθήνα κερδίζει πρόσκαιρη ηρεμία, η Άγκυρα κρατά τις ανοιχτές εκκρεμότητες, και το πρόβλημα ανακυκλώνεται.

    Εδώ αναδεικνύεται η μεγάλη παγίδα της ελληνικής στρατηγικής: επένδυση στη διαχείριση αντί στην επίλυση. Το μοντέλο παράγει ηρεμία βραχυπρόθεσμα, δημιουργεί όμως μακροπρόθεσμα καθεστώς μόνιμης εκκρεμότητας που αυξάνει μαθηματικά την πιθανότητα θερμού επεισοδίου. Κάθε γύρος διαλόγου που τελειώνει χωρίς σαφή οδικό χάρτη, ενισχύει την τουρκική αντίληψη ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ της.

    Η συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου δύσκολα θα αλλάξει αυτό το μοτίβο. Το πιθανότερο αποτέλεσμα αφορά στον συνδυασμό τεχνικού διαλόγου και τακτικής εκτόνωσης. Η ουσία συνεχίζει να είναι ίδια: δύο χώρες που συναντώνται για να μη συγκρουστούν, όχι για να λύσουν τίποτα.

    Φυσικά η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Η συνάντηση προωθείται μετά από ξεκάθαρη παρότρυνση της αμερικανικής πλευράς, που θέλει να συμμαζέψει όσο γίνεται τα ρίσκα στην Ανατολική Μεσόγειο, πριν αυτά ξεφύγουν. 

    Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα πατάει τέρμα γκάζι στη σύσφιξη της αμυντικής τριμερούς με Ισραήλ και Κύπρο, και πολύ σωστά κάνει. Αναδιατάσσει τους συσχετισμούς ισχύος και στέλνει μήνυμα στην Άγκυρα ότι διαθέτει στρατηγικό βάθος και επιλογές. Παράλληλα ανεβάζει συνειδητά τη θερμοκρασία για το casus belli, μετατρέποντάς το από θεωρητική απειλή σε πραγματικό διπλωματικό κόστος για την Άγκυρα, τόσο στο SAFE όσο και σε άλλα αμυντικά θέματα.

    Απέναντι, η Τουρκία δείχνει σημάδια εσωτερικής πίεσης. Αναζητά διπλωματικό οξυγόνο, μέχρι του σημείου να προωθεί ακόμη και φρεγάτες προς πώληση στην Ινδονησία, ενώ συνεχίζει για έκτη χρονιά να επιχειρεί με πολεμική αεροπορία μειωμένης διαθεσιμότητας λόγω έλλειψης ανταλλακτικών, απόρροια των CAATSA. 

    Εκεί ακριβώς παρεμβαίνουν οι "ευρωπαίοι εταίροι μας" ανοίγοντάς της την πίσω πόρτα τους για νέα μαχητικά Eurofighters, βαφτίζοντας τη στρατιωτική ενίσχυση "ισορροπία"! Δηλαδή η Άγκυρα να μπορεί απρόσκοπτα να συνεχίζει τις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου.

    Κάπως έτσι στήνεται το γεωπολιτικό καρναβάλι των Βρυξελλών και του ΝΑΤΟ. Από τη μία πλευρά ζητείται από την Ελλάδα ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση με προσήλωση στους κανόνες, από την άλλη επιβραβεύεται επιχειρησιακά με νέα μαχητικά η Τουρκία για να συνεχίζει να παραβιάζει τους ίδιους αυτούς κανόνες. 

    Εκεί βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Όσο η ελληνική στρατηγική εξαντλείται στη διαχείριση και όχι στην επιβολή κόστους, τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπερδεύει τη σταθερότητα με την κατευναστική ανοχή. Άλλο τόσο το Αιγαίο θα συνεχίζει να είναι πεδίο μόνιμης αναθεωρητικής προσδοκίας της Τουρκίας και ταυτόχρονα πεδίο υψηλής αμυντικής δαπάνης για την Ελλάδα.

    Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν αφορά στο αν η ελληνική πολιτική σκοπεύει να κλιμακώσει τον διάλογο σε εργαλείο λύσης με σκληρούς όρους ή αν θα συνεχίσει να μετρά συναντήσεις κορυφής, την ώρα που απέναντι χτίζεται συστηματικά ισχύς. 

    Όσο η Ευρώπη μπερδεύει την ανοχή με τη σταθερότητα, εμείς θα μετράμε συνόδους και η Άγκυρα θα μετρά πλεονεκτήματα.

    Γιατί στο τέλος της ημέρας, στην Ανατολική Μεσόγειο δεν επιβραβεύονται οι καλοί μαθητές της διπλωματίας, επιβραβεύονται όσοι διατηρούν βλέψεις και αγνοούν τις διεθνείς συνθήκες.

    Έφτασε η ώρα να θυμίσουμε στους "Ευρωπαίους εταίρους” μας ότι η ανοχή στον αναθεωρητισμό έχει τίμημα; Ή η αρχή αυτή ισχύει μόνο όταν ο παραβάτης λέγεται Ρωσία;

    agissilaos@gmail.com

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ