Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 04-Φεβ-2026 00:01

    Αν και αργά, έχει δίκιο ο Στουρνάρας

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Άγη Βερούτη

    Η πρόσφατη πρόταση του κ. Γιάννη Στουρνάρα, να μετακινηθεί το οικονομικό μοντέλο της χώρας από την κατανάλωση στην παραγωγή, ακούγεται αυτονόητη για κάθε σοβαρή οικονομία. Σοβαρή και όχι ρηχή όπως η δικιά μας. 

    Στην Ελλάδα αυτό αντιμετωπίζεται ακόμη σαν ριζοσπαστισμός. Κι αυτό από μόνο του τα λέει σχεδόν όλα!

    Η ελληνική οικονομία έχει εκπαιδευτεί επί δεκαετίες σε ένα ιδιότυπο οικονομικό αφήγημα που προάγει την κατανάλωση χωρίς την αντίστοιχη παραγωγή, εισοδήματα χωρίς την ανάλογη παραγωγικότητα, εισαγωγές χωρίς το εξαγωγικό αντίβαρο. Οι συντεχνιακές διεκδικήσεις σίγουρα δεν βοηθούν στην εξυγίανση αυτού του οικονομικού μοντέλου. 

    Το μοντέλο αυτό βασίστηκε σε δανεικά, σε μεταβιβάσεις από την ΕΕ, σε ευρωπαϊκές ροές και σε κρατική αναδιανομή της φτώχειας. Παρήγαγε πρόσκαιρη ευφορία, πολιτικά χειροκροτήματα, "λεφτά υπάρχουν" για σπατάλες, και τελικά μείναμε με τα ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγιου, την απώλεια της ανταγωνιστικότητας και τις επαναλαμβανόμενες οικονομικές κρίσεις. Το έργο παίχτηκε πολλές φορές με το ίδιο φινάλε.

    Ο Στουρνάρας απλώς μας περιγράφει αυτό που κάθε επιχειρηματίας, κάθε μηχανικός και κάθε σοβαρός οικονομολόγος γνωρίζει: οι χώρες γίνονται πλούσιες όταν παράγουν προστιθέμενη αξία. Οι μισθοί ανεβαίνουν όταν ανεβαίνει η παραγωγικότητα. Τα δημόσια οικονομικά ισορροπούν όταν η οικονομία εξάγει περισσότερο απ’ όσο εισάγει. 

    Η κατανάλωση ακολουθεί την παραγωγή. Ποτέ το αντίστροφο.

    Με απλά λόγια, πρώτα χτίζεις εργοστάσια, υποδομές, software, logistics, ενεργειακά δίκτυα, αγωγούς φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού, τουριστικά προϊόντα υψηλής ποιότητας, εξαγωγικές υπηρεσίες. 

    Μετά, έρχονται οι μισθοί. Στο τέλος-τέλος εμφανίζεται η κατανάλωση. 

    Όταν προσπαθείς να ξεκινήσεις από το τέλος, καταλήγεις να εισάγεις τα πάντα και να πληρώνεις τον λογαριασμό με ελλείμματα. Να δανείζεται η χώρα για να αγοράσουν οι αποδέκτες των επιδομάτων επίπεδες ιαπωνικές τηλεοράσεις και γερμανικά αυτοκίνητα!
    Κατάντια δηλαδή!!

    Η ανάλυση που παρουσιάζει μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος ο κεντρικός τραπεζίτης πατάει επάνω σε τρεις ξεκάθαρους άξονες: α) παραγωγικές επενδύσεις, β) εξωστρέφεια, γ) παραγωγικότητα. 

    Κεφάλαιο πρέπει να επενδυθεί σε μηχανές και τεχνολογία. Να δημιουργηθεί γνώση και δεξιότητες μέσω επένδυσης στην έρευνα. 

    Να παραχθούν προϊόντα που θα στέκονται ισάξια με οποιοδήποτε άλλο ανταγωνιστή σε διεθνείς αγορές. Κάθε ευρώ επένδυσης θα πρέπει να αποδίδει περισσότερο από το προηγούμενο. Κάθε εφοδιαστική αλυσίδα θα αυξάνει την ανταγωνιστικότητα και θα μειώνει το κόστος παραγωγής. 

    Εδώ εμφανίζεται και το επενδυτικό κενό της οικονομίας μας. Η Ελλάδα έχει μεν βελτιωθεί, όμως παραμένει πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτό το κενό μεταφράζεται σε λιγότερη καινοτομία, λιγότερη αυτοματοποίηση, λιγότερη συσσώρευση τεχνογνωσίας. Μεταφράζεται τελικά σε χαμένους μισθούς του μέλλοντος και αυξημένες εισαγωγές. 

    Η οικονομία της χώρας όμως λειτουργεί αλλιώς. Η κατανάλωση προσφέρει άμεσα αποτελέσματα στις δημοσκοπήσεις. Οι παραγωγικές επενδύσεις θέλουν χρόνο, σταθερότητα και συνέπεια. Δεν διαθέτουμε κανένα από τα τρία. 

    Το ελληνικό σύστημα προτιμά το γρήγορο χειροκρότημα από τη μακροπρόθεσμη απόδοση. Έτσι δημιουργήθηκε μια κουλτούρα αναδιανομής, αντισυστημισμού και  λεφτόδεντρων πριν από τη δημιουργία. Τα λεφτά τα βγάζουν τα ΑΤΜ και όχι η επιχείρηση ή η εργασία και η καινοτομία. 

    Το αποτέλεσμα φαίνεται καθημερινά. Μια οικονομία αποικιοκρατικού τύπου  που παράγει περιορισμένα εμπορεύσιμα αγαθά και εισάγει τα πιο πολλά. Μια αγορά εγκλωβισμένη στην μικρή εσωτερική ζήτηση χωρίς να εκμεταλλεύεται την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Επιχειρήσεις που μεγαλώνουν δύσκολα. Νέοι με πτυχία και εξειδίκευση που αναζητούν προοπτική μετανάστες στο εξωτερικό. Κι ένα εμπορικό ισοζύγιο που λειτουργεί μόνιμα σαν υπενθύμιση των ταπεινών ορίων μας. Όπου την ταπείνωση επιβάλλουμε εμείς στους εαυτούς μας. 

    Η διεθνής σύγκριση είναι αμείλικτη. Πριν περίπου δεκαπέντε χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκονταν σε παρόμοιο επίπεδο ΑΕΠ. Σήμερα οι ΗΠΑ έχουν ανοίξει τεράστια απόσταση. Η Αμερική επέλεξε τεχνολογία, επιχειρηματικότητα, ταχύτητα κεφαλαίων και σχετική ρυθμιστική ελαστικότητα. Η Ευρώπη επέλεξε υπερρύθμιση, επιτροπές, φακέλους συμμόρφωσης και κανονιστική ασφυξία. Εμείς βρισκόμαστε στον πάτο της Ευρώπης στην παραγωγικότητα. 

    Η παραγωγή ακολούθησε το χρήμα και την ελευθερία.

    Κάπου εδώ συναντάμε τη μεγάλη ελληνική ειρωνεία. Ο Στουρνάρας  περιγράφει σωστά τον δρόμο προς την παραγωγή, την ίδια στιγμή που το ελληνικό κράτος κάνει σχεδόν τα πάντα για να την μπλοκάρει. Γραφειοκρατία πολλαπλών επιπέδων. Φορολογία που τιμωρεί την επιτυχία. Αδειοδοτήσεις που διαρκούν χρόνια. Ρυθμιστικά εμπόδια που μετατρέπουν κάθε επένδυση σε μαραθώνιο αντοχής. Δικαιοσύνη που εμποδίζει την ευημερία αντί να την υποστηρίζει. Ευρωπαϊκές οδηγίες που εφαρμόζονται με τη μέγιστη δυνατή αυστηρότητα, και ο στόχος όλων είναι ξεκάθαρα η αποθάρρυνση της παραγωγής!

    Σε τέτοιο περιβάλλον, η συζήτηση περί παραγωγικότητας μοιάζει συχνά με κοροϊδία ή έστω άσκηση επί χάρτου. Επιχειρηματικότητα χωρίς ταχύτητα αποφάσεων παραμένει θεωρία. Επενδύσεις χωρίς σταθερό φορολογικό πλαίσιο καταλήγουν σε αποτυχία ή αποτροπή. Καινοτομία χωρίς κεφάλαια και χωρίς ελευθερία κινήσεων καταλήγει σε παρουσιάσεις PowerPoint για τους ονειροπαρμένους. 

    Καλά φυσικά όσα λέει ο Στουρνάρας. Σχεδόν άγια. Η πραγματικότητα όμως απαιτεί κάτι πιο σκληρό: αποξήλωση της γραφειοκρατίας, δραστική μείωση της υπερφορολόγησης, απλοποίηση κανόνων, πραγματική απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας. Χωρίς αυτά, κάθε σχέδιο μετάβασης στην παραγωγή θα παραμένει ευγενής προσδοκία ή χειρότερα αυταπάτη. 

    Το σημερινό ελληνικό μοντέλο τρέφεται από τον καταναλωτισμό και παράγει εμπορικά ελλείμματα. Αυτό το σπιράλ εξαντλεί συστηματικά την εγχώρια δημιουργία αξίας. Όσο το κράτος και η ευρωπαϊκή υπερρύθμιση λειτουργούν σαν φρένο, η παραγωγή θα ασφυκτιά.

    Το δίλημμα είναι ξεκάθαρο. Ο δρόμος της παραγωγής οδηγεί σε αργή αλλά σταθερή ευημερία. Ο δρόμος της κατανάλωσης οδηγεί σε γρήγορη ευφορία και αργότερα σε απλήρωτους λογαριασμούς. 

    Ο κεντρικός τραπεζίτης δείχνει τον σωστό δρόμο, έστω και με 7 χρόνια καθυστέρηση. Καλύτερα βέβαια τώρα παρά τότε που μιλούσε για €80 δις φοροδιαφεύγουσας φορολογικής ύλης!

    Η χώρα οφείλει να καθαρίσει τα εμπόδια μπροστά από την αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας. Αλλιώς θα συνεχίσει να μοιράζει μια πίτα που μικραίνει, αντί να μάθει επιτέλους να τη μεγαλώνει.

    Πόσο καλά, όμως, το καταλαβαίνουμε αυτό σαν κοινωνία;

    Έχω τις επιφυλάξεις μου…

    agissilaos@gmail.com

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ