00:01 12/01
Το Ιράν ξεσηκώνεται
Όταν μια κοινωνία καταλαβαίνει ότι δουλεύει για να φτωχαίνει, τότε η πολιτική νομιμοποίηση δεν φθείρεται αλλά ακυρώνεται.
Του Άγη Βερούτη
Ο Γιάννης και η Μαρία είναι η μέση ελληνική οικογένεια με δύο παιδιά, που ζει στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, και σήμερα βλέπουν ότι τα χρήματα τους τελειώνουν πάντα λίγο πριν τελειώσει ο μήνας. Μέση οικογένεια σημαίνει φυσικά ότι οι μισές ελληνικές οικογένειες βρίσκονται εισοδηματικά κάτω από αυτούς. Και κανένας τους δεν έχει όρεξη να ακούσει άλλη μια φορά ότι "ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται.” Ζουν ήδη στο μέλλον που περιγράφουν οι δείκτες.
Το 2019 είχαν και οι δυο εισοδήματα €2.100 από τους μέσους μισθούς τους (€1050 Χ 2) και μία στοιχειώδη κανονικότητα, έστω πιεσμένη από τη δεκαετία της κρίσης. Όχι ευμάρεια. Κανονικότητα. Δούλευαν και οι δύο, έβαζαν κάτω τα έξοδα, πλήρωναν το ενοίκιο, μεγάλωναν τα παιδιά, είχαν ένα αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις, κάλυπταν φροντιστήρια, έβγαιναν μια φορά στο τόσο. Μπορούσαν να κάνουν κάτι που σήμερα ακούγεται πολυτέλεια: να μην κοιτούν το υπόλοιπο του κοινού λογαριασμού τους με τρόμο στις 20 του μήνα.
Ας δούμε αναλυτικά, με νούμερα που καταλαβαίνει ο απλός πολίτης και όχι με τους πίνακες που δημοσιεύει η Τράπεζα της Ελλάδος και το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής:
Το 2019 το ανελαστικό πακέτο τους, αυτά δηλαδή που δεν κόβονται χωρίς να διαλύσουν την καθημερινότητα τους, είχε χονδρικά ως εξής: ενοίκιο €650 ευρώ, σούπερ μάρκετ €550 ευρώ, ρεύμα €90 ευρώ, καύσιμα €160 ευρώ, λοιπά βασικά έξοδα (τηλέφωνο, Ίντερνετ, ρούχα, παπούτσια, τέλη κυκλοφορίας κλπ) €250 ευρώ. Σύνολο €1.700 ευρώ. Δεν ήταν λίγα. Αλλά με δύο μισθούς κοντά στον μέσο όρο μπορούσαν να μείνουν όρθιοι και να μηδενίσουν έστω μικρά χρέη, να κρατήσουν ένα μαξιλάρι ασφαλείας. Να πάνε πέντε μέρες διακοπές κάπου το καλοκαίρι.
Σήμερα το ίδιο πακέτο δεν είναι απλώς ακριβότερο. Είναι διαφορετικό καθεστώς ζωής.
Τα ενοίκια ανέβηκαν σωρευτικά περίπου ένα τέταρτο σε σχέση με το 2019, με την πραγματική αγορά να είναι συχνά χειρότερη από τους μέσους δείκτες, ειδικά σε Αθήνα και τουριστικές περιοχές. Με βάση τους δείκτες εναρμονισμένων τιμών, το κομμάτι των ενοικίων κινείται περίπου στο συν 26% από το τέλος του 2019 μέχρι το 2025. Ο Γιάννης και η Μαρία βλέπουν το ενοίκιο από €650 να πηγαίνει κοντά στα €820 ευρώ, χωρίς να αλλάξει τίποτα στο σπίτι τους, εκτός από το ποσό που φεύγει πρώτο και αδιαπραγμάτευτο.
Το σούπερ μάρκετ έχει γίνει η καθημερινή υπενθύμιση ότι ο γενικός πληθωρισμός είναι ένα ωραίο παραμύθι. Τα τρόφιμα έχουν ανέβει σωρευτικά πολύ περισσότερο από το γενικό επίπεδο τιμών. Το αποτέλεσμα είναι απλό: το καλάθι των €550 ευρώ πάει πάνω από €750 ευρώ για να αγοράσουν την ίδια, ή συχνά μικρότερη, ποσότητα. Δεν το λένε οι πολιτικοί. Το λένε οι αποδείξεις του σουπερμάρκετ. Το σουπερμάρκετ στην Αθήνα έχει το ίδιο κόστος με εκείνο του Λονδίνου.
Η ηλεκτρική ενέργεια γράφει μεγάλο σωρευτικό βάρος σε σχέση με το 2019 και το νοικοκυριό το νιώθει σαν δεύτερο ενοίκιο σε ορισμένες περιόδους. Στον λογαριασμό ρεύματος της οικογένειας τα €90 αυξήθηκαν στα €130 ευρώ στο μέσο όρο, με διαστήματα που είναι πολύ υψηλότερα όπως το καλοκαίρι, λόγω ανάγκης των κλιματιστικών στις υψηλές εποχιακές θερμοκρασίες. Και όταν το ρεύμα ακριβαίνει, ακριβαίνουν και όλα όσα ψύχονται, όσα μεταφέρονται, όσα παράγονται.
Πάμε λοιπόν στο πιο ωμό συμπέρασμα. Το ανελαστικό πακέτο από €1.700 ευρώ το 2019 πάει γύρω στα €2.300 ευρώ σήμερα. Μιλάμε για περίπου €600 ευρώ επιπλέον κάθε μήνα για να μείνει η μέση οικογένεια στο ίδιο επίπεδο ζωής. Εξακόσια ευρώ τον μήνα δεν είναι στατιστική. Είναι ένας μισθός μερικής απασχόλησης. Είναι οι δραστηριότητες των παιδιών. Είναι η αποταμίευση που δεν έγινε ποτέ. Είναι η ασφάλεια που εξαφανίστηκε.
Και εδώ έρχεται η δεύτερη μεγάλη αλήθεια, αυτή που δεν χωράει εύκολα σε κυβερνητική αφήγηση. Η Ελλάδα δεν πιέζεται μόνο από την ακρίβεια. Πιέζεται και από την επιτυχία της.
Η πάταξη της σκιώδους οικονομίας είναι, ως στόχος, αυτονόητα σωστή.
Κανείς σώφρων δεν υπερασπίζεται τη φοροδιαφυγή ως αξία. Όμως η σκιώδης οικονομία, όσο άδικη κι αν είναι, είχε μια ιδιότητα που οι οικονομολόγοι καταλαβαίνουν αλλά οι πολιτικοί αποφεύγουν να πουν δυνατά: συνεισέφερε στα διαθέσιμα εισοδήματα που κυκλοφορούσαν στην αγορά. Ήταν ρευστότητα.
Όταν ένα κομμάτι αυτής της δραστηριότητας γίνεται επίσημο, συμβαίνουν τρία πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτον, αυξάνονται τα φορολογικά έσοδα χωρίς να αλλάξει κανένας συντελεστής. Δεύτερον, ένα μέρος του εισοδήματος που πριν έμενε στο πορτοφόλι κάποιου ιδιώτη, τώρα πηγαίνει σε ΦΠΑ, σε εισφορές, σε προκαταβολές φόρου, σε παρακρατήσεις. Τρίτον, αν το κράτος δεν επιστρέψει αυτή την πρόσθετη είσπραξη με μείωση συντελεστών και κατάργηση φόρων, η οικονομία υφίσταται καθαρή αφαίρεση ρευστότητας.
Αυτό ακριβώς δείχνουν οι αριθμοί του κενού ΦΠΑ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι το λεγόμενο VAT compliance gap της Ελλάδας μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11,4% το 2023. Πρόκειται για μεγάλη βελτίωση συμμόρφωσης. Με απλά ελληνικά, πολύ περισσότερες συναλλαγές γράφονται, κόβονται, περνούν από POS, ανεβαίνουν σε πλατφόρμες, φαίνονται και εισπράττονται από το κράτος. Αυτό από μόνο του είναι επιτυχία.
Όμως η επόμενη ερώτηση είναι η πολιτικά δύσκολη: Τι κάνεις με την επιτυχία;
Εδώ βρίσκεται η πίεση που τρώει η πραγματική οικονομία.
Όταν η φορολογική βάση διευρύνεται, έχεις δύο δρόμους. Είτε μειώνεις συντελεστές ώστε η νέα συμμόρφωση να μεταφραστεί σε μεγαλύτερο καθαρό διαθέσιμο εισόδημα, άρα σε ισχυρότερη κατανάλωση και επένδυση. Είτε κρατάς τα έσοδα, παράγεις πλεονάσματα, κάνεις επίδειξη δημοσιονομικής αρετής και αφαιρείς ζήτηση από την αγορά. Στο δεύτερο σενάριο η οικονομία στεγνώνει αθόρυβα, γιατί πληρώνει περισσότερα νόμιμα χρήματα και παίρνει λιγότερα πίσω ως χώρο να αναπνεύσει.
Το κράτος, πράγματι, εισπράττει πολύ περισσότερα σε απόλυτα μεγέθη από το 2019. Τα συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat για φόρους και κοινωνικές εισφορές δείχνουν €76,8 δισ. ευρώ το 2019 και €98,7 δισ. ευρώ το 2024, με τον λόγο προς το ΑΕΠ να μένει περίπου στα ίδια επίπεδα. Για το 2025, προσεγγιστικά, αν λάβουμε υπόψη ότι η ονομαστική οικονομία συνέχισε να μεγαλώνει και ότι η συμμόρφωση συνέχισε να ενισχύεται, είναι εύλογο να μιλάμε για πάνω από €100 δισ. Ευρώ κρατικά έσοδα. Όχι γιατί ανέβηκαν οι συντελεστές. Αλλά γιατί η σκιώδης οικονομία συρρικνώθηκε και άρα η φορολογική μηχανή έπιασε περισσότερο πραγματικό προϊόν.
Και μέσα σε αυτή την πίεση, έρχεται το τρίτο πρόβλημα που κάνει την ακρίβεια ελληνική, με ελληνική υπογραφή. Η αντιμετώπιση των ολιγοπωλίων ήταν ανεπαρκής.
Η Ελλάδα έχει αγορά τροφίμων με υψηλή συγκέντρωση. Έκθεση της KPMG δείχνει ότι οι έξι μεγαλύτεροι παίκτες καλύπτουν πάνω από το 76% του οργανωμένου grocery retail.
Σε μια τέτοια δομή, οι τιμές του σουπερμάρκετ δεν ανεβαίνουν μόνο από τα κόστη. Ανεβαίνουν και από την εμπορική ισχύ. Όταν ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί σκληρά, οι αυξήσεις περνάνε πιο εύκολα και μένουν ψηλά περισσότερο. Το ίδιο ισχύει και στην ενέργεια. Η ίδια η ΔΕΗ αναφέρει ότι το μέσο μερίδιο λιανικής αγοράς στην Ελλάδα κινείται γύρω στο 50% στο πρώτο εξάμηνο του 2025 [https://www.ppcgroup.com/media/2rdcemnr/ppc-h1-2025_en.pdf σελ. 5]. Αυτό δεν είναι απόδειξη κακής πρόθεσης. Είναι όμως ένδειξη ότι ο ανταγωνισμός δεν έχει ακόμα αρκετό βάθος και ταχύτητα ώστε να σπάει τιμές και να τιμωρεί υπερβολές.
Έτσι, ο Γιάννης και η Μαρία πιέζονται από δύο πλευρές ταυτόχρονα.
- Από τη μία, το βασικό κόστος ζωής ανέβηκε δυσανάλογα, επειδή τρόφιμα, ρεύμα και στέγη ανέβηκαν πιο γρήγορα από τον γενικό δείκτη.
- Από την άλλη, η οικονομία στερείται ρευστότητας, επειδή η μετάβαση από τη σκιώδη στην επίσημη οικονομία, χωρίς ανάλογη μείωση των φορολογικών συντελεστών, μετατρέπει την επιτυχία συμμόρφωσης σε καθαρή αφαίρεση διαθέσιμου εισοδήματος από τον απλό πολίτη.
Και κάπου εδώ τελειώνουν οι εύκολες ατάκες περί "ακρίβειας εισαγόμενης" και "δείκτες καλύτεροι από την Ευρώπη". Η αλήθεια είναι πιο άβολη. Η Ελλάδα σήμερα έχει μια οικογένεια που πληρώνει περίπου €600 ευρώ παραπάνω τον μήνα για να ζήσει όπως ζούσε το 2019, έχει ένα κράτος που εισπράττει πολύ περισσότερα λόγω φορολογικής συμμόρφωσης, και έχει αγορές βασικών αγαθών που δεν λειτούργησαν με τον ανταγωνισμό που θα έριχνε τις τιμές.
Εάν αυτό δεν είναι ο ορισμός της μείωσης της αγοραστικής δύναμης, τότε τι είναι;
Η λύση είναι μία: η γενναία επιστροφή της επιτυχίας στους πολίτες.
Με πραγματικές ελαφρύνσεις και με πραγματικό σπάσιμο των ολιγοπωλίων και των κυκλωμάτων λαθρεμπορίου.
Ούτε επιδοτήσεις στους αγρότες, ούτε νέους δρόμους που θα περνάει ένα αυτοκίνητο την ώρα, ούτε καινούρια αεροδρόμια που αφορούν μόνο τους τουρίστες, ούτε αύξηση αναδιανεμητικών συντάξεων που είναι πάνω από τους μέσους μισθούς.
Ο Γιάννης και η Μαρία δεν περιμένουν άλλο ένα δελτίο τύπου. Ούτε άλλο ένα επίδομα.
Περιμένουν να πάρουν ανάσα.