Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 12-Φεβ-2026 00:05

    Το lifestyle, οι πολυεθνικές εταιρείες, το business lunch και η αναβάθμιση της ελληνικής εστίασης

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

    Ένα σχέδιο του σημερινού κειμένου, επικεντρωμένο στον θεσμό του business lunch, παρέμεινε στο συρτάρι μου για χρόνια. Το ανέσυρα με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του πρωτοπόρου εστιάτορα, Αλέξη Κότση, που από το 1965, με το εστιατόριό του, Αbreuvoir, διακονούσε έναν σεβαστό, γαστρονομικό κοσμοπολιτισμό. 

    Κάτι, που δυστυχώς έμελλε να μολυνθεί, λίγα χρόνια αργότερα, από την άτσαλη εισβολή, στα καθ’ ημάς, του lifestyle, στην πιο αποκρουστική εκδοχή του. Η γαστρονομία, με την εκλεκτικότητα που τη χαρακτηρίζει, προσφέρεται για ασκήσεις προσποίησης, επίδειξης, έως και ξιπασιάς. Είναι ακριβώς η περίπτωση των κοινωνικών φυλών που συναγελάστηκαν και που "είδαν" την εστίαση ως σύμβολο ενός διακεκριμένου (λαμπερού κατά τα λεγόμενά τους) τρόπου ζωής. Περίπου ως… επίτευγμα. Ανεξάρτητα, βεβαίως, από το γεγονός ότι όλα τα μετερχόμενα, εν προκειμένω, δεν εκπορεύθηκαν από ένα ειλικρινές, συνειδητό γαστρονομικό ενδιαφέρον.

    Μολαταύτα, και χάρις σ’ αυτούς και την οικονομική υποστήριξή τους, η ελληνική εστίαση ευτύχησε να απομακρυνθεί από τη μαγειρική της μιας κατσαρόλας και τη μονοτονία της οικογενειακής ταβέρνας και να δεχθεί και να αφομοιώσει μια, πρωτοβάθμια έστω, αντίληψη ευζωίας, έναν καλώς εννοούμενο κοσμοπολιτισμό και μια στοιχειώδη εθιμοταξία του τραπεζώματος, που της έλειπαν. Για να μην επεκταθούμε στην πόση, όπου η ρετσίνα και το χύμα κοκκινέλι ήταν συνώνυμα του κρασιού.

    Μια άλλη κατηγορία που επίσης συνέτεινε στην αναβάθμιση της ελληνικής εστίασης ήταν η προηγηθείσα, μαζική έλευση στη χώρα των πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες, μαζί με την πρακτική επαγγελματική εκπαίδευση της πρώτης γενιάς Ελλήνων μάνατζερ, που προσέφεραν, εμύησαν τους συναλλασσόμενούς τους, στο ευγενές "άθλημα" του wining and dining. Αυτό, μέσα από τον θεσμό του business lunch. 

    Ενδεικτικό της σπουδαιότητας του τελευταίου, το άρθρο του περιοδικού, Harvard Business Review, με τον τίτλο, The law of  the business lunch. Το απόσπασμα που ακολουθεί, σε μετάφραση για τις ανάγκες αυτού του κειμένου, είναι άκρως κατατοπιστικό: 

    "Το γεύμα εργασίας είναι ένας θεσμός, ουσιαστικά υποχρεωτικός, ο οποίος πραγματοποιείται πάντοτε σύμφωνα με ορισμένους καθιερωμένους κανόνες. Αυτός που προσκαλεί, πληρώνει. Οι συζητήσεις αρχίζουν και για αρκετό διάστημα παραμένουν στην περιοχή της ανώδυνης φλυαρίας, γύρω από τα προσωπικά ενδιαφέροντα, την αναψυχή, τη διασκέδαση, ζητήματα οικογενειακής κατάστασης και αναφορές σε κοινές γνωριμίες. Το επιχειρηματικό πεδίο αγγίζεται με πολλή λεπτότητα, αποφεύγοντας κάθε συσχετισμό του γεύματος με ενδεχόμενες επιδιώξεις αλληλοανίχνευσης εντυπώσεων του ενός μέρους για το άλλο. Το γεύμα εργασίας και η τελετουργία του βασίζονται στην αποδοχή του γεγονότος ότι, σπάνια οι επιχειρηματικές συμφωνίες αποφασίζονται μόνο με βάση την τιμή, τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, ή τις επιδόσεις και τη φήμη του πωλητή. Το γεύμα πραγματοποιείται για να ακουστούν σ’ αυτό πράγματα που δεν λέγονται αλλού, να βοηθήσει τη σφυρηλάτηση σχέσεων προσωπικής εμπιστοσύνης και κατανόησης, τη δημιουργία ανταποκριτικής εμπορικής φιλίας, ώστε τα πράγματα να προχωρήσουν, υπερβαίνοντας τυχόν τεχνικές και νομικές δυσκολίες. Λοιπόν, μην το υποτιμάτε". 

    Παρ όλο που στο παραπάνω κείμενο η έμφαση εντοπίζεται στις σχέσεις της εταιρείας με το εξωτερικό της περιβάλλον, το γεύμα εργασίας, είναι εξ ίσου, αν όχι περισσότερο σημαντικό, ως συνήθεια στο εσωτερικό της.

    Η καθημερινή ζωή μιας, πολυπρόσωπης κυρίως, εταιρείας είναι γεμάτη από δραστηριότητες και πληροφορίες, που ενδοτμηματικά, κυρίως, εμφανίζονται και εκλαμβάνονται, από τους επί μέρους επικεφαλής, ως αντιστρατεύομενες τα οικεία συμφέροντά τους. Ψυχρές, τυπικές ή άτυπες, συναντήσεις, ή, η επιστράτευση ανώτερου επιπέδου προϊσταμένων ή πιέσεων σπάνια λύνουν το πρόβλημα,, αν δεν δυσχεραίνουν κιόλας τα πράγματα. Η καχυποψία πλανάται σε γραφεία, διαδρόμους και conference rooms. Η αμοιβαία άγνοια των προθέσεων και των σχεδίων εκατέρωθεν, ωθεί τα μέρη σε πράξεις, συνήθως, επιζήμιες και για τα δύο.

    Έτσι, οι άνθρωποι, άλλοτε αμυντικά και άλλοτε επιθετικά, μετέρχονται τα πάντα, παραβλέποντας το απλούστερο, ότι δηλαδή:  "Ο λόγος και η ακοή είναι απαραίτητα, όχι όμως και επαρκή προαπαιτούμενα, για την αποκατάσταση επικοινωνίας. Η επικοινωνία αποκαθίσταται  μόνο από το συναίσθημα". Το συναίσθημα, όμως, για να εκδηλωθεί χρειάζεται φυσική επαφή. 

    Τι καλύτερο, εν προκειμένω, από μια συνάντηση εκεί, όπου δυο ή περσότεροι ομοτράπεζοι, "άρχονται, εφραίνεσθαι;".

    O κ. Κωστούλας είναι πρώην γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα.

    gcostoulas@gmail.com

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ