00:05 03/02
Το Σύνταγμα δεν είναι passe-partout
Χρειαζόμαστε τόσο πολιτικά και θεσμικά όσο και κοινωνικά αντίβαρα και ισοδύναμα για να ισορροπήσει η Δημοκρατία στο σύνολό της.
Για πάνω από μια δεκαετία, κυβερνήσεις, αγορές και επιχειρήσεις ζουν με την ίδια αγωνία: ποιά θα είναι τα αίτια της επόμενης χρηματοοικονομικής κρίσης; Θα τη φέρει ο πληθωρισμός; Μια γεωπολιτική αναταραχή; Ένας εμπορικός πόλεμος; Ένα νέο σοκ στις αγορές;
Όμως η μεγαλύτερη απειλή για τις οικονομίες του αναπτυγμένου κόσμου, και ειδικά για μικρές και ανοιχτές οικονομίες όπως η ελληνική, μοιάζει να έρχεται από αλλού.
Πιο αθόρυβα. Πιο διαβρωτικά. Και τελικά, πιο καθοριστικά. Η επόμενη κρίση μπορεί να είναι κρίση παραγωγικότητας. Και στην πραγματικότητα, έχει ήδη ξεκινήσει.
Η ανάπτυξη μιας οικονομίας δεν μπορεί να στηρίζεται μονοσήμαντα στην κατανάλωση ή στις δημόσιες δαπάνες, όπως συνέβαινε επί χρόνια. Οι δημογραφικές πιέσεις, οι πληθωριστικοί κύκλοι, η διεύρυνση των ανισοτήτων, η στασιμότητα της καταναλωτικής βάσης και του προς διάθεση εισοδήματος πιέζουν την κατανάλωση ως πυλώνα ανάπτυξης. Ταυτόχρονα η γήρανση του πληθυσμού στο Δυτικό Κόσμο και η έλλειψη κρίσιμων ψηφιακών δεξιοτήτων δημιουργούν ένα αμείλικτο δεδομένο. Λιγότεροι άνθρωποι παράγουν αξία, ενώ οι απαιτήσεις μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας αυξάνονται.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παραγωγικότητα μετατρέπεται στον βασικό μοχλό ανάπτυξης. Είναι ο μόνος τρόπος να αυξηθεί πραγματικά το βιοτικό επίπεδο, χωρίς να στηρίζεται η οικονομία σε πληθωριστικούς κύκλους ή σε "τεχνητές" ενέσεις ζήτησης.
Το πρόβλημα είναι ότι στην Ευρώπη η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή ή στάσιμη. Σύμφωνα με το ΔΝΤ πτώση της παγκόσμιας παραγωγικότητας μπορεί να είναι κατά 50% υπεύθυνη σε ένα νέο παγκόσμιο υφεσιακό κύκλο. Οι επιχειρήσεις σήμερα δουλεύουν πιο σκληρά. Αλλά όχι απαραίτητα πιο έξυπνα. Και αυτό μεταφράζεται σε πίεση στα περιθώρια κέρδους, σε αύξηση κόστους, σε φθορά στο ανθρώπινο δυναμικό και τελικά, απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Η Ευρώπη γερνάει. Η Ελλάδα γερνάει ακόμη πιο γρήγορα. Ταυτόχρονα, οι δεξιότητες που απαιτεί η νέα οικονομία δεν είναι εύκολα διαθέσιμες στην αγορά. Έτσι δημιουργείται μια διπλή παγίδα. Από την μια μειώνεται το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό και από την άλλη μεγαλώνει το χάσμα δεξιοτήτων ανάμεσα σε αυτό που χρειάζονται εδώ και τώρα οι επιχειρήσεις και σε αυτό που μπορεί να προσφέρει η αγορά εργασίας. Και καμία οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί σταθερά σε αυτή την συνθήκη.
Η Τεχνητή νοημοσύνη όχι ως μόδα, αλλά ως παραγωγική δύναμη
Σε αυτό το τοπίο, η τεχνητή νοημοσύνη δεν έρχεται ως "μία ακόμη τεχνολογία". Έρχεται ως εργατικό δυναμικό και εργαλείο παραγωγικότητας. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αναλάβει επαναλαμβανόμενες διαδικασίες, να αυτοματοποιήσει λειτουργίες, να υποστηρίξει πελατειακές ροές, να παράγει αναλύσεις σε ασύλληπτο χρόνο, να επιταχύνει αποφάσεις. Επιχειρήσεις που το καταλαβαίνουν δεν μιλούν πλέον για πειραματισμούς. Μιλούν για αλλαγή του λειτουργικού τους μοντέλου.
Στις επιχειρήσεις που αξιοποιούν την ΤΝ σποραδικά με κάποιες εφαρμογές στην λειτουργία τους, το αποτέλεσμα στην δημιουργία αξίας είναι μικρό ή συγκεχυμένο. Το μεγαλύτερο λάθος που κάνουν οι οργανισμοί αυτοί είναι ότι ψηφιοποιούν παλιές διαδικασίες, αντί να σχεδιάσουν νέες από την αρχή.
Η τεχνολογία από μόνη της δεν σώζει. Ο ανασχεδιασμός σώζει. Δεν αρκεί ένα chatbot. Χρειάζεται ένα σύστημα από agents που συνεργάζονται. Δεν αρκεί μια δεξαμενή δεδομένων. Χρειάζεται υποδομή που παράγει αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο. Δεν αρκεί εκπαίδευση σε ψηφιακά εργαλεία. Χρειάζεται αλλαγή στη λογική λήψης αποφάσεων. Οι επιχειρήσεις που θα ξεχωρίσουν δεν θα είναι αυτές που "έβαλαν τεχνολογία". Θα είναι αυτές που αναθεώρησαν ριζικά τον τρόπο λειτουργίας τους με βάση τις δυνατότητες της τεχνολογίας.
Και τότε συμβαίνουν τα "μεγάλα" που κάνουν τη διαφορά. Μειώνεται το λειτουργικό κόστος, αυξάνεται η ταχύτητα, βελτιώνεται η ποιότητα, μειώνονται τα λάθη, οι άνθρωποι μετακινούνται σε ρόλους μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας. Αυξάνεται με άλλα λόγια η παραγωγικότητα και αποκτάται συγκριτικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με εκείνους που αναλώνονται στους απλούς πειραματισμούς με την ΤΝ.
Είναι γνωστό ότι μια επιχείρηση όπως και μια οικονομία σπάνια καταρρέει απότομα. Πολύ συχνότερα χάνει έδαφος σταδιακά μέχρι που δεν προλαβαίνει να το ανακτήσει. Και αυτό συμβαίνει όταν η παραγωγικότητά της υπολείπεται σταθερά από τον ανταγωνισμό της. Και σήμερα, ο χάρτης είναι ξεκάθαρος. Όσοι δεν αυτοματοποιούν, δουλεύουν με υψηλότερα κόστη. Όσοι δεν επενδύουν σε ΤΝ, χάνουν ευκαιρίες ανάπτυξης. Όσοι δεν αναβαθμίζουν δεξιότητες, χάνουν ανθρώπους.
Η κρίση παραγωγικότητας δεν κάνει πρωτοσέλιδα. Δεν έχει "σειρήνα". Εμφανίζεται ως διαρκής πίεση μέχρι που γίνεται αδιέξοδο.
Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα
Η Ελλάδα έχει δύο κρίσιμα χαρακτηριστικά. Πρώτον, μεγάλο κομμάτι των επιχειρήσεων και ειδικά των μικρομεσαίων που είναι και η ραχοκοκαλιά της οικονομίας έχει χαμηλή παραγωγικότητα. Δεύτερον, όταν υπάρχει σωστή καθοδήγηση και κίνητρα, η υιοθέτηση τεχνολογίας μπορεί να γίνει γρήγορα. Αυτό είναι και το παράθυρο ευκαιρίας. Αν οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύσουν έγκαιρα και στοχευμένα, μπορούν να κάνουν άλμα παραγωγικότητας μέσα στα επόμενα δύο χρόνια και να βελτιωθούν σε κόστος, ταχύτητα, εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα.
Για την πολιτεία, το στοίχημα δεν είναι θεωρητικό: υποδομές, κίνητρα και κυρίως πραγματική μετάβαση από "ψηφιακά projects” σε πρωτοβουλίες που οδηγούν στη λειτουργική αναβάθμιση των επιχειρήσεων, ιδιωτικών και δημόσιων.
Η επόμενη χρηματοοικονομική κρίση μπορεί να αργήσει. Η κρίση παραγωγικότητας όμως είναι ήδη στην πόρτα. Και δεν είναι θέμα "αν" θα έρθει. Είναι θέμα "ποιοί" θα την ξεπεράσουν. Και όπως μας διδάσκει ιστορία των οικονομικών κύκλων και των επιχειρήσεων, δεν χάνεις νομοτελειακά από μια κρίση. Χάνεις όταν δεν αλλάζεις πριν σε αναγκάσει η πραγματικότητα.
*Ο Χάρης Μπρουμίδης είναι οικονομολόγος και Πρόεδρος της Prime Partners SA – Bespoke Advisory