00:04 22/01
Εκλογικός νόμος: Δεν μετακινούμε τα γκολπόστ
Στην πολιτική, λίγα θέματα προκαλούν τόσο έντονες συζητήσεις όσο ο εκλογικός νόμος. Ειδικά όταν μια κυβέρνηση νιώθει την πίεση της φθοράς.
Η νοοτροπία του ‘λεφτόδεντρου’ έχει συνδεθεί με παροχές κρατικού χρήματος. Όμως το λεφτόδεντρο είναι κοινωνική πεποίθηση ευρύτερη του κρατικού χρήματος. Ο Ανδρέας Παπανδρέου γενίκευσε την πεποίθηση σε αυτό, όμως η νοοτροπία του προϋπήρχε.
Το βαθύτερο αίτιο του ‘λεφτόδεντρου’ είναι κοινωνιολογικό και σχετίζεται με τις κυρίαρχες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Οι προτεσταντικές κοινωνίες πιστεύουν ότι η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό είναι ανταλλακτική: Ο άνθρωπος πρέπει να εργάζεται σκληρά και ο Θεός, ως αντάλλαγμα, του δίδει πλούτο. Ομοίως ανταλλακτική, με κυρίαρχη όμως τη μονομερή εξουσίαση (που γεννά κρατικό πατερναλισμό), είναι η πεποίθηση των ρωμαιοκαθολικών κοινωνιών. Οι ισλαμικές κοινωνίες πιστεύουν στο πεπρωμένο (κισμέτ). Αυτό προσδίδει γενική ραθυμία, καθώς ό,τι και να κάνεις, στο τέλος στα ίδια θα καταλήξεις.
Αν ήταν ανεπτυγμένη η ελληνική επιστήμη της κοινωνιολογίας χωρίς δυτικούς πιθηκισμούς, θα είχε διαπιστώσει ως ρίζα του λεφτόδεντρου τη θρησκευτική πίστη στο θαύμα, στη θεία επέμβαση, καθώς και στην πατρική σχέση με τον Θεό. Σε μια τέτοια σχέση, ο Θεός, χωρίς να περιορίζει την ελευθερία του ανθρώπου, του δίδει τα πάντα, χωρίς να προσπαθήσει ο άνθρωπος, χωρίς καν να το αξίζει, όπως έδωσε τα πάντα ο Θεός στον άσωτο υιό, στη γνωστή παραβολή, και εκείνος σπατάλησε όλη την πατρική περιουσία.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η δοξασία "συν Αθήνα και χείρα κίνει", που επικαλούνται πολλοί, είναι αρχαιοελληνική και όχι χριστιανική. Η Ορθόδοξη Χριστιανική δοξασία είναι ότι ο Θεός-πατέρας δίνει τα πάντα στον άνθρωπο, χωρίς ο άνθρωπος να χρειάζεται να κάνει κάτι. Και παρόλο λοιπόν που η Αγία Γραφή ορίζει (Β΄ Θεσ. γ΄,10) ότι "εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω" ("αν κάποιος δεν θέλει να εργάζεται, να μην τρώει"), το χωρίο αυτό ερμηνεύεται ως νομικός και ηθικός καταναγκασμός στην παπική και προτεσταντική Δύση, ενώ στην Ορθοδοξία ο άνθρωπος προσχωρεί στον κανόνα αυτόν με ελευθερία, χωρίς να αναιρείται η ύπαρξη ενός Θεού-πατέρα, που θα δώσει φαγητό και πλούτο σε όλους.
Η ταινία "Καποδίστριας" θύμισε ότι την εποχή που του πρώτου κυβερνήτη, οι απλοί άνθρωποι έλεγαν ότι "Δεν με νοιάζει για τα πρόβατα και για τα χωράφια, θα τα φροντίσει ο μπάρμπα-Γιάννης", δηλαδή ο Καποδίστριας. Όσο συγκινητική και πολιτικά υγιής κι αν μοιάζει σήμερα εκείνη η δοξασία των απλών ανθρώπων, η αφετηρία της είναι ίδια με τη νοσηρή νοοτροπία του λεφτόδεντρου.
Το λεφτόδεντρο λοιπόν δεν θα εξοβελιστεί ποτέ ως κίνδυνος από τη νοοτροπία του Έλληνα. Αυτές είναι οι εγχώριες κοινωνιολογικές συνθήκες. Πρέπει λοιπόν να έχουμε ολοσχερή επίγνωση του κινδύνου να ξανριζώσει οποτεδήποτε. Και πρέπει να μην το ευνοούμε μέσα από θεσμούς που το εξέθρεψαν στο παρελθόν και θα το εκθρέψουν πάλι στο μέλλον.
Τέτοιος θεσμός είναι οι λεγόμενες "συλλογικές συμβάσεις" που φέρονται να "επανέρχονται", χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν καταργηθεί ποτέ.
Γιατί νομίζουν άπαντες ότι οι συλλογικές συμβάσεις "επανέρχονται" ενώ δεν έχουν καταργηθεί;
Αυτό που επανέρχεται δεν είναι οι συλλογικές συμβάσεις (που, όπως προαναφέρθηκε, ποτέ δεν είχαν καταργηθεί), αλλά η έμμεση δυνατότητα του κράτους να δίδει υποχρεωτικές αυξήσεις στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα υπό τον μανδύα δήθεν ‘συλλογικών συμβάσεων’.
Αυτό επιτυγχανόταν προμνημονιακά μέσω διαιτησίας: Όταν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτύγχαναν, όποια πλευρά ήθελε (συνήθως οι εργαζόμενοι), προσέφευγε μονομερώς στη διαιτησία του κρατικού ΟΜΕΔ (Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας), που θεσπίστηκε με το νόμο 1876/1990 (οικουμενικής κυβέρνησης Ζολώτα). Ο ΟΜΕΔ έδιδε αυξήσεις μεταξύ αυτών που ζητούσαν οι εργαζόμενοι και αυτών που δέχονταν να δώσουν οι εργοδότες.
Προμνημονιακά δηλαδή οι αυξήσεις δεν δίδονταν μέσω πραγματικών συλλογικών συμβάσεων, αλλά μέσω διαιτητικών, δηλαδή κρατικών αποφάσεων.
Η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία καταργήθηκε το 2012 από την κυβέρνηση Παπαδήμου. Αυτό ερμηνεύθηκε ως "κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων". Επανήλθε με το νόμο 4303/2014 κατόπιν κρίσης του ΣτΕ ότι η κατάργηση της μονομερούς προσφυγής ήταν αντισυνταγματική, αλλά με τρόπο έντονα γραφειοκρατικό, που απέτρεπε την προσφυγή στη διαιτησία. Στη συνέχεια, ο νόμος 4635/2019 της κυβέρνησης Μητσοτάκη κατέστησε τη διαιτησία για τον ιδιωτικό τομέα όλως εξαιρετικό μέτρο.
Δεν είχαν λοιπόν "καταργηθεί" οι συλλογικές συμβάσεις μετά το 2012. Εάν τα συνδικάτα εργοδοτών και εργαζομένων ήθελαν, μπορούσαν να συνάψουν οιαδήποτε συλλογική σύμβαση, με ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους υποχρεωτικά ευνοϊκότερες από αυτές του νόμου.
Δεν συνάπτονται όμως συλλογικές συμβάσεις, διότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει γνήσιος συνδικαλισμός.
Όταν λοιπόν τώρα λέμε ότι "επανέρχονται" οι συλλογικές συμβάσεις, αυτό που στην πραγματικότητα επανέρχεται δεν είναι οι ουδέποτε καταργηθείσες πραγματικές συλλογικές συμβάσεις, αλλά η έμμεση κρατική παρέμβαση για αυξήσεις μισθών πάνω από τον κατώτατο μισθό, ασχέτως εάν η ιδιωτική οικονομία αντέχει τέτοιες αυξήσεις.
Αυτή τη φορά το μέσο για την επαναφορά του ‘λεφτόδεντρου’ στον ιδιωτικό τομέα δεν είναι η διαιτησία, αλλά η δυνατότητα να συνάπτονται οι συλλογικές συμβάσεις από τη ΓΣΕΕ, καθώς και από μία εκ των τριτοβάθμιων εργοδοτικών οργανώσεων ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ και ΣΒΕ. Στις περιπτώσεις αυτές, οι συλλογικές συμβάσεις επεκτείνονται χωρίς να χρειάζεται εκπροσώπηση εργοδοτών και εργαζομένων ποσοστού 40% επί των εργαζομένων και των εργοδοτών του κλάδου αυτού.
Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι η κυβέρνηση, έχοντας στη διάθεσή της πληθώρα μέσων πολιτικής πίεσης προς τους εκπροσώπους των τριτοβάθμιων εργοδοτικών οργανώσεων, θα έχει τη δυνατότητα να μεθοδεύει ‘αυξήσεις’ που δεν θα είναι αποτέλεσμα γνήσιας συμφωνίας.
Οι αυξήσεις μισθών θα μοιάζουν δηλαδή ότι προέρχονται από συλλογικές συμβάσεις περισσότερο από ό,τι προμνημονιακά, αλλά στην πραγματικότητα θα είναι και πάλι έμμεσο αποτέλεσμα κρατικής πίεσης.
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν έχει διδαχθεί από το ότι τα κράτη με τους υψηλότερους μισθούς στον πλανήτη δεν γνωρίζουν τον θεσμό των συλλογικών συμβάσεων.
Ο θεσμός αυτός είναι σε εντατική χρήση στη Γερμανία, όπου όμως υπάρχει γνήσιος και υγιής εργατικός συνδικαλισμός, με ιστορικά κεντρικό ρόλο στον λεγόμενο "καπιταλισμό του Ρήνου". Αρκεί να λεχθεί ότι στις γερμανικές ανώνυμες εταιρίες (στις οποίες δεν υπάρχει ο θεσμός του Δ.Σ.) οι εργαζόμενοι ορίζουν το ήμισυ των μελών του εποπτικού συμβουλίου (Aufsichtsrat) των γερμανικών ανωνύμων εταιριών, το οποίο επιλέγει τους διοικητές (Vorstand) των εταιριών και έχει πλήθος άλλων σημαντικών διοικητικών αρμοδιοτήτων.
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει η γερμανική παράδοση υγιούς συνδικαλισμού. Οι λεγόμενες "συλλογικές συμβάσεις" ποτέ δεν ήταν τέτοιες. Ήταν και θα είναι και στο μέλλον αποτέλεσμα άμεσης ή έμμεσης κρατικής παρέμβασης.
Θέλουμε τέτοιου είδους κρατική παρέμβαση στους μισθούς σε μια χώρα με κοινωνιολογική ροπή στο ‘λεφτόδεντρο’ ή θέλουμε αυτοδύναμη υγιή ανάπτυξη της οικονομίας;
*Δ.Ν., Δικηγόρος