Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 08-Ιαν-2026 00:03

    Πώς μπορεί η κυβέρνηση να ‘δώσει’ κάτι σημαντικό στους αγρότες χωρίς δημοσιονομικό κόστος

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γεωργίου Ι. Μάτσου*

    Έχει σχέση η κρίση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας με το ελληνικό αγροτικό ζήτημα; Έχει.

    Ας ξεκινήσουμε με ιστορική αναδρομή στα ‘ένδοξα’ ‘80s, όταν οι αγρότες έστελναν κατά χιλιάδες τόνους την παραγωγή τους στις χωματερές, λαμβάνοντας πλούσια ευρωπαϊκή επιχορήγηση.

    Μάταια προσπαθούσαν τότε κάποιοι φιλάνθρωποι να διασώσουν τη θαπτόμενη παραγωγή για λιμοκτονούσες χώρες της Αφρικής: Οι χωματερές ήταν κεντρικό στοιχείο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), προκειμένου να διατηρούνται οι τιμές στην Ευρώπη ψηλά.

    Η Ύβρις των χωματερών δεν επιβίωσε. Το 1994 η τελευταία GATT απαγόρευσε διεθνώς τέτοιες πολιτικές. Η Ευρώπη θυσίαζε το βιοτικό επίπεδο των αγροτών της για ‘καλό σκοπό’ (όπως θα έλεγε χρόνια αργότερα μία ψυχή για άλλο ζήτημα): Άνοιγε τις αγορές του τρίτου κόσμου στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες, προκειμένου να φτιάξουμε εκεί εργοστάσια με χαμηλό κόστος παραγωγής.

    Το σχέδιο της παγκοσμιοποίησης πέτυχε περισσότερο από όσο επεδίωκαν οι εμπνευστές του: Χάρη στην εκβιομηχάνισή της, η ευρωπαϊκή αγροτική παραγωγή άντεξε μεν τον διεθνή ανταγωνισμό (αν και με συρρίκνωση του αγροτικού της πληθυσμού). Παράλληλα όμως η Ευρώπη μετέφερε τεράστιο μέρος της μεταποίησης και της τεχνογνωσίας της προς την Κίνα και άλλες ασιατικές χώρες.

    Σήμερα οι ΗΠΑ του Τραμπ επιδιώκουν ανατροπή της παγκοσμιοποίησης, που αποβιομηχάνισε τον δυτικό κόσμο και κατέστησε πανίσχυρη την Κίνα.

    Η τελευταία, όντας πια το ‘εργοστάσιο του πλανήτη’, είναι αρκούντως ισχυρή ώστε να διαχειρίζεται την κατάσταση προς όφελός της. 

    Η Ευρώπη όμως, από θέση τεχνολογικής και πολιτικής αδυναμίας, κατέστη υποχείριο του ατλαντικού της εταίρου, υπογράφοντας συμφωνία δασμών 15% με τις ΗΠΑ, ετεροβαρή λόγω του ευρωπαϊκού εμπορικού πλεονάσματος 236 δις δολάρια, χωρίς να κερδίσει τίποτε.

    Πώς έφθασε στο κατάντημα αυτό η Ευρώπη;

    Η απάντηση βρίσκεται στην τεχνολογική της υστέρηση.

    Όταν αποκαλύφθηκε ότι η μεγαλύτερη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία εξαπατούσε επί δέκα χρόνια (2006 έως 2015) για τις εκπομπές ρύπων από τα ντιζελοκίνητα οχήματά της, το σκάνδαλο ειδώθηκε ως χτύπημα κυρίως στην ηθική αξιοπιστία της Γερμανίας.

    Το σκάνδαλο της Volkswagen φανέρωνε όμως κάτι ακόμη σημαντικότερο: Τη γερμανική τεχνολογική αδυναμία να αναπτύξει περαιτέρω αυτό στο οποίο υποτίθεται ότι ειδικευόταν: Κινητήρες εσωτερικής καύσης προηγμένων προδιαγραφών. Τούτο μάλιστα, όταν άλλοι το κατάφερναν.

    Καλοπροαίρετα, θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι το σκάνδαλο αφορούσε μόνον μια γερμανική εταιρία. Και ότι, εν πάση περιπτώσει, η επιλογή της ‘εύκολης οδού’ της απάτης δεν σηματοδοτεί κατ’ ανάγκη και τεχνολογική υστέρηση.

    Έφθασε ωστόσο η εποχή των ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Αποδείχθηκε τότε ότι η τεχνολογική αποτυχία της VW με τους ντιζελοκινητήρες την περίοδο 2006-2015 ούτε μεμονωμένη ήταν, ούτε τυχαία. Τα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν έχουν, ακόμη, προδιαγραφές ικανές να κερδίσουν το καταναλωτικό κοινό. Παράγονται δε σε κόστος που, χωρίς τις κρατικές επιχορηγήσεις, ουδόλως θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους κινητήρες εσωτερικής καύσης.

    Τούτο, σε χτυπητή αντίθεση με τις ΗΠΑ και κυρίως την Κίνα, των οποίων τα ηλεκτρικά οχήματα έχουν πετύχει επαρκή αυτονομία και ταχείς χρόνους φόρτισης, η δε Κίνα και σε εγγενώς χαμηλές τιμές.

    Η Ευρώπη ορθώνει προς το παρόν δασμολογικό τείχος προς τα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Αυτό όμως δεν θα διασώσει μακροπρόθεσμα την αυτοκινητοβιομηχανία της.

    Μη έχοντας άλλη λύση, οι αυτοκινητοβιομηχανίες της Γερμανίας πιέζουν ανοικτά για την υπογραφή της λιμνάζουσας επί 25 χρόνια συμφωνίας Mercosur, ώστε να διατηρήσουν τουλάχιστον μία ‘σίγουρη εξαγωγική αγορά σε μεγάλες λατινοαμερικανικές χώρες.

    Βέβαια, οι συμφωνίες αυτές δεν συνάπτονται χωρίς αντάλλαγμα. Το αντάλλαγμα που θα δώσει η Ε.Ε. στις λατινοαμερικανικές χώρες, θα είναι το άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς στα, αγροτοκτηνοτροφικά κυρίως, λατινοαμερικανικά προϊόντα.

    Αυτή είναι η αιτία των επεισοδίων που βλέπουμε στην έδρα της Κομισιόν στις Βρυξέλλες από τους παραγωγούς μεγάλων αγροτικών χωρών (Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία).

    Οι Έλληνες αγρότες δεν ξεσηκώθηκαν μεν για τη Mercosur. Στη διάρκεια των κινητοποιήσεών τους, όμως, ενημερώθηκαν για τον υπαρξιακό κίνδυνο που απειλεί μεγάλους εγχώριους κλάδους, όπως το μέλι και το ρύζι. Πρόσθεσαν λοιπόν και τη Mercosur στα αιτήματά τους.

    Εδώ θα διερωτηθεί κανείς: Ποιο είναι το πρόβλημα με την ελεύθερη αγορά; Ας γίνουν και οι Ευρωπαίοι αγρότες ανταγωνιστικοί, ώστε να μην απειλούνται από φθηνότερες εισαγωγές.

    Αυτό όμως δεν είναι εφικτό, όσο οι Ευρωπαίοι αγρότες υπόκεινται (και ορθώς) σε αυστηρότερους ποιοτικούς περιορισμούς παραγωγής. Απαγορεύονται π.χ. συγκεκριμένα δηλητηριώδη φυτοφάρμακα, που χρησιμοποιούνται μαζικά εκτός Ε.Ε. και δημιουργούν σοβαρό οικονομικό μειονέκτημα στους Ευρωπαίους αγρότες.

    Εκτός από το ρύζι και το μέλι, είναι βέβαιο ότι θα πληγούν όλοι οι κλάδοι στους οποίους η Ελλάδα έχει ισχυρή παραγωγή, όπως το κοτόπουλο. Ακόμη και κλάδοι με ελλειμματική αλλά ποιοτική παραγωγή, όπως το μοσχαρίσιο κρέας.

    Τίθεται το ερώτημα, εάν η Ευρώπη επιλέξει να θυσιάσει την αγροτική της παραγωγή, προκειμένου να ενισχύσει φαινομενικά τη βιομηχανική της παραγωγή.

    Φαινομενικά, διότι η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία δεν θα επιβιώσει επί μακρόν στηριζόμενη μόνον σε εσωτερικό και εξωτερικό προστατευτισμό.

    Η GATT του 1994 απετέλεσε τραγικό λάθος όχι εντέλει για την ευρωπαϊκή αγροτική παραγωγή (που επιβίωσε), αλλά για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Η σημερινή βιομηχανική αδυναμία της Ε.Ε. είναι αποτέλεσμα εκείνης της λάθος συμφωνίας. Εκχωρώντας την βιομηχανική μας παραγωγή στην Κίνα, πάψαμε να χρειαζόμαστε εδώ τους μηχανικούς, με τον ίδιο τρόπο που τους χρειαζόμασταν παλιά.

    Η Mercosur σήμερα θα είναι παρομοίου βεληνεκούς λάθος: Η Ε.Ε. προσπαθεί μέσω της συμφωνίας να υποστηρίξει έναν κλάδο (αυτοκίνητα) μη δυνάμενο, με τα υπάρχοντα τεχνολογικά δεδομένα, να σταθεί στον διεθνή ανταγωνισμό. Πράττει δε τούτο, καταστρέφοντας την ακόμη κραταιά και ανώτερη ποιοτικώς – και για αυτό με ιδιάζοντα και όχι απόλυτα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα – ευρωπαϊκή γεωργία και βιομηχανία τροφίμων.

    Όσες χώρες δεν έχουν ισχυρή γεωργία (σκανδιναβικές χώρες, Γερμανία, Αυστρία, βαλτικές χώρες), είναι κατανοητό να μην ενδιαφέρονται για το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας (ίσως βέβαια είναι λιγότερο κατανοητό για τους εγχώριους ευρωπαϊστές, πώς και δεν σκέπτονται αυτές οι χώρες ‘ευρωπαϊκά’, αλλά εθνοκεντρικά).

    Δεν είναι όμως κατανοητό, η Ελλάδα με πρωτογενή παραγωγή σημαντική για την ανεπτυγμένη βιομηχανία τροφίμων της, να υποστηρίζει τη συμφωνία Mercosur.

    Αλήθεια, την υποστηρίζουμε ή όχι; Επισήμως δεν γνωρίζουμε! Ανεπισήμως όμως φαίνεται ότι την στηρίζουμε.

    Να τι μπορεί να κάνει η ελληνική κυβέρνηση υπέρ των Ελλήνων αγροτών. Να αντιταχθεί στη συμφωνία Mercosur, αναλαμβάνοντας μάλιστα εκστρατεία στην Ευρώπη εναντίον της συμφωνίας.

    Αν το πράξει, ιδού τι μπορεί να ‘δώσει’ στους αγρότες.

    Αν δεν το πράξει, χρειάζεται πειστικούς λόγους για αυτό. Δεν βλέπουμε πού θα μπορούσε να τους βρει.

    *Δ.Ν., Δικηγόρος

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ