Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 06-Ιαν-2026 00:01

    Υπάρχουν Έλληνες που μισούν την Ελλάδα;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γεωργίου Ι. Μάτσου*

    Τεράστιος αριθμός συμπολιτών μας σπεύδει να παρακολουθήσει την ταινία "Καποδίστριας" του Ι. Σμαραγδή.

    Το ‘πατριωτικό’ διαδίκτυο θριαμβολογεί, θεωρώντας δικαιολογημένα ότι ο λαός επιλέγει να δείξει εμπράκτως την αντίθεσή του στο σημερινό φαύλο πολιτικό σύστημα: Η ταινία παραλληλίζει υποδορίως τους σημερινούς πολιτικούς και οικονομικούς ολιγάρχες με τους τότε, αναδεικνύοντας την απουσία σημερινού ηγέτη που θα έβαζε ‘κάθε κατεργάρη στη θέση του’.

    Είναι πλήρως αποδεκτό ακόμη και από επικριτές του, ότι ο Καποδίστριας είχε επίγνωση ότι θα δολοφονηθεί και δεν έκανε τίποτε για να το αποτρέψει. Αυτό ήδη αποτινάσσει κάθε κατηγορία περί δήθεν δικτατορικής διακυβέρνησης του δημιουργού του ανεξάρτητου ελλαδικού κράτους. Ας συγκριθεί π.χ. με τον Στάλιν, που δολοφονούσε πρώτος, όποιον έστω και αυθαιρέτως υποψιαζόταν ότι θα μπορούσε να δολοφονήσει αυτόν. Ακραίο το αντιπαράδειγμα, δείχνει όμως ότι ο Καποδίστριας βρισκόταν στο άλλο άκρο του ανθρωπότυπου του δικτάτορα.

    Έτσι, η ταινία καθίσταται ένα τεράστιο ‘κατηγορώ’ κατά του σημερινού και διαχρονικού ελλαδικού ολιγαρχικού συστήματος, το οποίο ενσαρκώνει στα πρόσωπα κυρίως του Μαυροκορδάτου, του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και του Κουντουριώτη. Ο μεν Μαυροκορδάτος ως γενάρχης του ελλαδικού πολιτικού συστήματος, οι δε άλλοι δύο ως τυπικότατοι ελλαδικοί ολιγάρχες που ‘απλά’ επιθυμούν να μην ισχύουν για αυτούς όσοι κανόνες ισχύουν για τους υπόλοιπους.

    Γίνεται λόγος στο διαδίκτυο για κοτζαμπασισμό ως προς τους Κουντουριώτη και Μαυρομιχάλη. Όμως ο όρος "ολιγάρχες" είναι καταλληλότερος για να εκφράσει τι συμβαίνει διαχρονικά στην Ελλάδα.

    Σήμερα η περιφρόνηση του λαού για το πολιτικό σύστημα έχει αγγίξει όρια όμοια με εκείνα που έφεραν τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967. Που για αυτό δυστυχώς είχε αρχικώς λαϊκή αποδοχή, παρά τα όσα εξωραϊστικά της τότε κατάστασης λέγονται σήμερα. 

    Ευτυχώς σήμερα δεν αναζητείται καμία χούντα. Όχι διότι οι σημερινοί Έλληνες έχουν τόσο ισχυρή δημοκρατική συνείδηση (μακάρι να είχαν). Αλλά διότι ο κόσμος διαισθάνεται ότι, με το σημερινό γενικό ηθικό κατάντημα της κοινωνίας, ούτε μια χούντα θα διόρθωνε το παραμικρό, αλλά θα έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα.

    Τα πράγματα σήμερα είναι, αντιθέτως, ώριμα για περισσότερη και γνησιότερη δημοκρατία. Έτσι, ο κόσμος στρέφεται με λαχτάρα στην ιστορική μορφή που συμπεριφέρθηκε εντελώς αντίθετα από το μετέπειτα πολιτικό σύστημα. Όχι τυχαία, πρόκειται ακριβώς για τον άνθρωπο που δημιούργησε, χάρη στο ήθος και τις ικανότητές του, το ανεξάρτητο ελλαδικό κράτος.

    Κρίνοντας από τη σπουδή του Άδωνι Γεωργιάδη να εξυμνήσει την ταινία, ενώ ο ίδιος φέρεται να είχε αρνηθεί τη χρηματοδότησή της (κάτι που επιχειρεί σήμερα να διαψεύσει), συμπεραίνουμε ότι η κυβέρνηση μετάνιωσε που (αδιαμφισβήτητα) δεν χρηματοδότησε την ταινία, όταν ο δημιουργός της φέρεται να αναζητούσε σχεδόν απελπισμένα χρηματοδότηση.

    Είναι εντούτοις θετικό ότι το πολιτικό σύστημα δεν τολμά να ομολογήσει εαυτό ως πολιτικό διάδοχο του Μαυροκορδάτου. Κάτι είναι έστω αυτό. Ότι δηλαδή τουλάχιστον αρνούνται λεκτικά αυτό που είναι.

    Παρά τούτο, μια μικρή κοινωνική μειοψηφία εξακολουθεί να επιδιώκει να πλήξει την ταινία. Όπως και τον ίδιο τον Καποδίστρια.

    Άραγε αυτοί οι άνθρωποι μισούν την Ελλάδα πράττοντας κάτι τέτοιο; Αυτό πιστεύουν πολλοί υποστηρικτές της ταινίας.

    Εγώ πάλι δεν το πιστεύω. Δεν μισούν την Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι διαφορετικό.

    Είναι ότι ο Έλληνας δυσκολεύεται πολύ να βάλει κάτι πάνω από τον εαυτό του. Ζώντας στην πιο ατομικιστική κοινωνία του πλανήτη, εύλογα υπάρχουν συμπολίτες μας, για τους οποίους η άρνηση του Καποδίστρια είναι ο δικός τους τρόπος να τοποθετήσουν τον εαυτό τους ψηλότερα, αρνούμενοι τον ηγέτη που πράγματι έβαλε την Ελλάδα πιο πάνω από τον εαυτό του.

    Δυστυχώς ούτε ο ίδιος ο Σμαραγδής απέφυγε να βάλει τον εαυτό του ψηλότερα από τον Καποδίστρια. Προσωπικά έμεινα αποσβολωμένος με τη σκηνή που περιέλαβε ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης, στην οποία ο Καποδίστριας επισκέπτεται έναν ‘μάντη’. Από τον δε διάλογο ότι τάχα "βγήκαν τα άλλα που μας είπες", όπως φέρεται να λέει στον ‘μάντη’ ένας συνοδός του Καποδίστρια, υπονοούνται οι επισκέψεις ως επανειλημμένες.

    Μάλιστα, ο Καποδίστριας όχι απλά επισκέπτεται τον ‘μάντη’, αλλά και τον ρωτά "εάν θα ξαναδεί ένα αγαπημένο του πρόσωπο", αναφερόμενος εμφανώς στον ανεκπλήρωτο έρωτά του, Ρωξάνδρα Στούρτζα.

    Υποβιβάζεται όμως έτσι ο Καποδίστριας σε πρόσωπο σχεδόν κωμικό, με τα οποία γελάμε στην καθημερινότητα ή στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Π.χ. με τις επισκέπτριες της Ρένας Βλαχοπούλου ως κινηματογραφικού ‘μέντιουμ’ στην ταινία "Μια Ελληνίδα στο χαρέμι".

    Ο δημιουργός της ταινίας προφανώς δεν αντιλαμβάνεται πόσο βαριά προσβάλλει η σκηνή αυτή το πρόσωπο του Καποδίστρια. Ίσως διότι ο ίδιος φέρει στοιχεία δωδεκαθεϊσμού στα προσωπικά του πιστεύω, όπως δείχνει η ονοματοδοσία του ‘μάντη’ ως "Έλενου", με προφανή αναφορά στον μυθολογικό Τρώα ‘μάντη’. Γι’ αυτό οι δήθεν ‘προφητείες’ του κινηματογραφικού ‘μάντη’ αντιμετωπίζονται στην ταινία ως κάτι τάχα σοβαρό.

    Δεν γνωρίζω, εάν υπάρχει ιστορική αλήθεια στη σκηνή. Προσωπικά πιστεύω πως όχι. Αλλά και εάν υπήρχε, μια ταινία με τόσο έντονη, υποτίθεται, Ορθόδοξη Χριστιανική θρησκευτικότητα, θα έπρεπε να την παρουσιάζει με τρόπο επικριτικό και όχι εξυμνητικό για τον Καποδίστρια.

    Όσο κρίμα είναι που μπαίνει μια τέτοιου είδους προσωπική πινελιά στην παρουσίαση του Ιωάννη Καποδίστρια, άλλο τόσο δικαιώνεται πάντως το βιβλικό "Μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία" (Ψαλμ. 145, 3).

    Ναι, είναι ενθαρρυντικό ότι ο κόσμος διψάει τόσο πολύ για Ηγέτη.

    Ναι, είναι ενθαρρυντικό ότι τώρα που βγήκε η ταινία, το πολιτικό σύστημα υποκλίνεται σε αυτόν που δολοφόνησαν οι πολιτικοί του προπάτορες.

    Ναι, είναι ενθαρρυντικό ότι η ταινία αναδεικνύει τόσο επιτυχώς τη διαχρονική ελλαδική ολιγαρχία.

    Όμως αυτό που κάποιοι ονομάζουν μίσος για την πατρίδα είναι τελικά απλώς η άλλη όψη της υπέρμετρης αγάπης για τον εαυτό μας.

    Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα ή ήρωας θα είσαι, ή ‘παρτάκιας’. Στην ελληνικότητα, αν δεν υπερβούμε τον εαυτό μας, γινόμαστε ‘παρτάκηδες’, με ό,τι άσχημο αυτό συνεπάγεται.

    Ενώ αν υπερβούμε τον εαυτό μας, γινόμαστε ήρωες. Γι’ αυτό η χώρα αυτή έβγαζε ανέκαθεν τόσο πολλούς ήρωες.

    Γι’ αυτό, αντίστροφα, έχουμε φθάσει στο σημερινό κατάντημα. Διότι ευτυχώς ή δυστυχώς δεν υπάρχει σε εμάς το ενδιάμεσο μεταξύ ‘παρτάκια’ και ήρωα που υπάρχει στη λοιπή ανθρωπότητα, σε Δύση και Ανατολή.

    Δεν είναι καθόλου εύκολο να υπερβούμε τους εαυτούς μας. Ας γίνει όμως ο καθένας μας ο ήρωας που έχει ανάγκη αυτή η χώρα, ο ήρωας που έχει ανάγκη πρωτίστως ο εαυτός μας.

    Καλά και ευλογημένα Θεοφάνεια, καλή φώτιση σε όλους.

    *Δ.Ν., Δικηγόρος

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ