Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 24-Νοε-2022 00:03

    Από-παγκοσμιοποίηση ή μεταβαλλόμενη παγκοσμιοποίηση; (Μέρος 1ο)

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Χρύσας Παπαλεξάτου

    Μετά την παγκόσμια κρίση του 2008, πολλοί αναλυτές ισχυρίζονται ότι η παγκοσμιοποίηση έχει μείνει στάσιμη ή έχει παρακμάσει. Η έννοια της απο-παγκοσμιοποίησης σημαίνει ότι θα αντιστραφεί η τάση των προηγούμενων ετών, κατά την οποία οι χώρες συνδέονταν όλο και περισσότερο μέσω του εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών, των ροών κεφαλαίου, και της μεταφοράς τεχνολογίας. Η ιδέα της "απο-παγκοσμιοποίησης" άρχισε να εδραιώνεται μετά την κρίση του 2008, και βασίστηκε στην επίμονη επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου. Η μείωση αυτή ήρθε μετά από μια περίοδο "υπέρ-παγκοσμιοποίησης". Μεταξύ 1985 και 2008, το εμπόριο (εξαγωγές συν εισαγωγές) αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκε ως μερίδιο του παγκόσμιου ΑΕΠ από 38% σε 61%. Όμως, το 2019, πριν την πανδημία του COVID-19 ήταν 56%. Πολλοί αποδίδουν την απο-παγκοσμιοποίηση στην αναβίωση του προστατευτισμού την οποία συνδέουν με κομβικές παγκόσμιες εξελίξεις όπως το Brexit, την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Σύμπραξη των Χωρών του Ειρηνικού, και τον εμπορικό πόλεμο Κίνας-ΗΠΑ.

    Όμως, μια πιο προσεκτική ματιά στα δεδομένα, δείχνει ότι η ρητορική της επιβράδυνσης της παγκοσμιοποίησης που βασίζεται στη στασιμότητα του διεθνούς εμπορίου είναι υπεραπλουστευμένη για πολλούς λόγους. Αρχικά, ο οικονομολόγος Richard Baldwin τονίζει ότι σύμφωνα με τα δεδομένα των παγκόσμιων εισαγωγών και εξαγωγών αγαθών ως ποσοστό του ΑΕΠ, το διεθνές εμπόριο δεν κορυφώθηκε για όλες τις χώρες το 2008. Πιο συγκεκριμένα, για την Κίνα το εμπόριο αγαθών έφτασε στο υψηλότερο σημείο το 2006. Για τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία έφτασε στο υψηλότερο επίπεδό του μετά τη χρηματοοικονομική κρίση (τα έτη 2011 και 2014, αντίστοιχα). Στην ΕΕ, το διεθνές εμπόριο δεν έχει ακόμη ξεκάθαρα κορυφωθεί, παραμένει όμως στάσιμο.

    Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Bruegel, πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και η Ιαπωνία και αναπτυσσόμενες οικονομίες όπως το Μεξικό, είδαν συνεχή αύξηση στον δείκτη εμπορίου ως ποσοστό του ΑΕΠ μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση. Συγκεκριμένα σε 45 από τις 78 οικονομίες που δεν εξάγουν πετρέλαιο για τις οποίες είναι διαθέσιμα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, το διεθνές εμπόριο ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε. Για τους εξαγωγείς πετρελαίου η κατάσταση είναι διαφορετική. Λόγω του τριπλασιασμού των τιμών του πετρελαίου κατά την περίοδο της "υπερ-παγκοσμιοποίησης" και της πτώσης του στη συνέχεια, οι περισσότερες από τις χώρες αυτές σημείωσαν μειώσεις στους δείκτες εμπορίου ως ποσοστό του ΑΕΠ. Συγκριμένα, εκτιμάται ότι περίπου το 60% της μείωσης του εμπορίου αγαθών μετά το 2008 είναι αποτέλεσμα της πτώσης του εμπορίου των καυσίμων και των αγαθών εξόρυξης, που οφείλεται εξ ολοκλήρου στη μείωση των τιμών τους από το 2010 έως το 2020.

    Επιπλέον, πολλοί αναλυτές όπως ο Baldwin επισημαίνουν ότι τα προηγούμενα χρόνια της "υπερ-παγκοσμιοποίησης", η αναλογία των εισαγωγών και εξαγωγών προς το ΑΕΠ ενισχύθηκε σημαντικά από τις μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων και τον διαχωρισμό των σταδίων παραγωγής από τις χώρες υψηλού εισοδήματος στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Πλέον, η φάση της μετεγκατάστασης έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, και η συνολική πολυπλοκότητα των αλυσίδων εφοδιασμού, τόσο σε εγχώριο όσο και σε διεθνές επίπεδο, έχει μειωθεί. Αυτό εξηγεί εν μέρει την πτώση στον όγκο εμπορίου των μεταποιημένων αγαθών.

    Επίσης αναφορικά με το επιχείρημα που συνδέει την απο-παγκοσμιοποίηση με την αναβίωση του προστατευτισμού, όπως φαίνεται από μελέτες, ακόμη και κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, δεν υπήρξε σημαντική αύξηση των δασμών και των μέτρων αντι-ντάμπινγκ σε μεγάλο δείγμα χωρών. Σύμφωνα με μελέτη του Bruegel, τα μη-δασμολογικά εμπόδια φαίνεται να αυξήθηκαν όμως οι επιπτώσεις τους στον περιορισμό του διεθνούς εμπορίου είναι πιο δύσκολο να εκτιμηθούν (διότι η συλλογή των δεδομένων είναι πολύ πιο δύσκολη).

    Μπορεί βέβαια κανείς να επισημάνει, ορισμένα σημαντικά περιστατικά προστατευτισμού, όπως τον δασμολογικό πόλεμο μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ. Ωστόσο, όπως τονίζει ο Uri Dadush στην πρόσφατη μελέτη του Bruegel, οι δασμοί των ΗΠΑ στην Κίνα και οι κινεζικοί δασμοί στις ΗΠΑ αυξήθηκαν μόνο το 2018, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση και αφορούσαν μόλις το 2% περίπου του παγκόσμιου εμπορίου. Υπήρξαν επίσης πολλές περιπτώσεις εμπορικών κυρώσεων. Ωστόσο, οι εμπορικές κυρώσεις (οι οποίες είναι συνήθως αποτέλεσμα πολιτικών εντάσεων και εντάσεων ασφαλείας) επιβάλλονται από λίγες χώρες (οι ΗΠΑ είναι ο κύριος χρήστης τους) και αφορούν επίσης μικρό ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου (κυρίως εξαγωγές πρωτογενών αγαθών), ενώ στοχεύουν στο να ανακατευθύνουν το εμπόριο παρά να το μειώσουν.

    Τέλος, ένα ακόμη επιχείρημα κατά της ρητορικής της απο-παγκοσμιοποίησης, είναι ότι το εμπόριο υπηρεσιών παρουσιάζει διαρκή αύξηση. Παρότι ο όγκος του εμπορίου των αγαθών εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερος από τον όγκο εμπορίου των υπηρεσιών, οι υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν πλέον σχεδόν το ένα τέταρτο των εσόδων των παγκοσμίων εξαγωγών. Στα 12 χρόνια από το 2008 έως το 2020, αρκετοί από τους μεγάλους παράγοντες του διεθνούς εμπορίου γνώρισαν αύξηση των εξαγωγών υπηρεσιών πάνω από 100%.

    Η απόκλιση μεταξύ της αύξησης του εμπορίου των υπηρεσιών έναντι των αγαθών συνέβη διότι η ψηφιακή τεχνολογία έδωσε ώθηση στο εμπόριο κυρίως ενδιάμεσων υπηρεσιών (π.χ. τεχνικές υπηρεσίες πληροφορικής, γραφιστικές υπηρεσίες, διαδικτυακή εξυπηρέτηση πελατών). Παραδοσιακά υπάρχουν περισσότεροι εμπορικοί περιορισμοί στο εμπόριο υπηρεσιών σε σύγκριση με των αγαθών. Μεγάλο μέρος των εμποδίων αυτών, ωστόσο, αφορά τις "τελικές" υπηρεσίες, όχι τις "ενδιάμεσες" υπηρεσίες. Για παράδειγμα, ενώ υπάρχουν αυστηροί κανόνες για την πώληση λογιστικών υπηρεσιών στις ΗΠΑ, υπάρχουν λίγοι κανόνες σχετικά με τα προσόντα των υπαλλήλων υπηρεσιών που εκτελούν τη γραφειοκρατία πίσω από την παροχή τέτοιων λογιστικών υπηρεσιών.

    Τα δεδομένα των ροών διεθνούς εμπορίου δείχνουν ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη τάση από-παγκοσμιοποίησης άλλα ότι η παγκοσμιοποίηση αλλάζει με το εμπόριο υπηρεσιών να αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα. Όμως, η διακοπή των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού από την πανδημία και οι εμπορικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία μετά την εισβολή της στην Ουκρανία θα αποτελέσουν νέο τεστ για την παγκόσμια οικονομική ολοκλήρωση. Είναι πολύ πιθανό οι γεωπολιτικές εντάσεις των τελευταίων ετών να ενταθούν και να προκαλέσουν ευρεία υποχώρηση του ελεύθερου εμπορίου και των ξένων επενδύσεων, θέτοντας εμπόδια και στη μεταφορά τεχνολογίας, καθώς οι εταιρείες προσπαθούν να αναπτύξουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

    Η Χρύσα Παπαλεξάτου είναι  Υπότροφος της Ερευνητικής Έδρας Α. Γ. Λεβέντη στο Παρατηρητήριο Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ