Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 21-Απρ-2022 00:03

    Ζητούμενο  η αναβάθμιση της δικαιοσύνης

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λέανδρου Ρακιντζή 

    Στο 7ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών ο  Υπουργός Επικρατείας Γ. Γεραπετρίτης εξήγγειλε μια γενναία μεταρρύθμιση σε όλα τα επίπεδα της δικαιοσύνης και στο σύστημα αξιολόγησης των δικαστών για να γίνει πλέον αξιοκρατική και λειτουργική. 

    Στη συνέχεια σε ειδικό πάνελ στο οποίο μετείχε και ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Παναγιώτης Πικραμένος αναδείχθηκε ότι η δικαιοσύνη αποτελεί βασικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης και ότι απαιτείται αναβάθμισή της όχι μόνο δια μεταρρυθμίσεων στο δικαστικό σύστημα, αλλά και της αλλαγής της νοοτροπίας των λειτουργών της με την έννοια της προσφοράς και  με την ανάληψη της ευθύνης, τη λογοδοσία και την αξιολόγηση.

    Σαφώς η τεχνολογία και η ψηφιοποίηση θα αυξήσει την ταχύτητα και τη διαφάνεια στην απόδοση της δικαιοσύνης, αλλά τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δικαστική κρίση  για την έκδοση σωστών αποφάσεων για την οποία απαιτείται όχι μόνο η επιμόρφωση και εξειδίκευση των δικαστών σε νέες έννοιες κυρίως οικονομικές και δημόσιων συμβάσεων, αλλά και επαρκής κοινωνική πείρα για την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων  και για την κατανόηση των ανθρωπίνων σχέσεων και προβλημάτων, προπαντός όμως η κτήση της δικαστικής συνείδησης και νοοτροπίας ως λειτουργών της δικαιοσύνης, για τα οποία μεγάλο σχολείο είναι η συμμετοχή των νέων δικαστών σε πολυμελείς δικαστικούς σχηματισμούς για να επωφεληθούν από την πείρα, τις γνώσεις και το παράδειγμα των παλαιοτέρων δικαστών. Για τον σκοπό αυτό και για την πληρέστερη  διερεύνηση  των υποθέσεων  πρέπει να αντιστραφεί η τάση για την καθιέρωση μονομελών δικαστικών σχηματισμών.

    Για την επιτυχία της οικονομικής ανάπτυξης δια των επενδύσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης πρέπει να συντρέξουν πολλοί παράγοντες μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η δια των μεταρρυθμίσεων ταχεία και αξιόπιστη λειτουργία της δικαιοσύνης και οι συναφείς με αυτή τομείς της ασφάλειας δικαίου και της δημόσιας ασφάλειας.

    Με την ασφάλεια δικαίου εννοούμε την ύπαρξη ενός νομοθετικού πλαισίου, που θα ρυθμίζει τους κανόνες και τις προϋποθέσεις της επένδυσης σε τέτοιο βάθος χρόνου, ώστε να δημιουργεί στον επενδυτή την πεποίθηση ότι το νομικό αυτό καθεστώς θα ισχύει μέχρι την ολοκλήρωση της επένδυσης, η οποία όμως πρέπει να συνδυασθεί με τη σταθερή φορολογική πολιτική και εργασιακή ειρήνη. Αυτό  μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τις κατάλληλες αυξημένου κύρους νομοθετικές προβλέψεις, ώστε να μην είναι δυνατή η εκ μέρους του κράτους με κάθε κυβερνητική αλλαγή αυθαίρετη και μονομερή με οποιοδήποτε πρόσχημα μεταβολή των συνθηκών που αφορούν το επενδυτικό τοπίο.

    Είναι γεγονός, ότι  δεν υπάρχει ασφάλεια δικαίου ούτε στον ιδιωτικό ούτε στον δημόσιο τομέα με την έννοια ότι κάθε ενδιαφερόμενος να μπορεί να γνωρίζει έγκυρα ποια διάταξη ισχύει, γιατί ενώ οι νόμοι που έχουν εκδοθεί από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους έχουν δημοσιευθεί στο ΦΕΚ, όπου θα μπορούσε κάποιος να καταφύγει για εξεύρεση της διατάξεως που ισχύει, στην πράξη όμως εμφανίζονται δυσχέρειες έγκυρης πληροφόρησης, γιατί λόγω των τροπολογιών που παρά τη συνταγματική  επιταγή παρεισφρύουν πολλές φορές κρυπτογραφικά σε άσχετα νομοσχέδια και ως εκ τούτου είναι δύσκολη η ανίχνευσή τους, δεν είναι δυνατόν να γίνει ακόμα και ψηφιακή έγκυρη κωδικοποίηση των νόμων, εκτός του ότι σε κάθε νομοθετική ρύθμιση θεσπίζονται νέες διατάξεις ή ρητά ή σιωπηρά καταργούνται ή τροποποιούνται  ή επεκτείνονται άλλες ή για την ισχύ τους υπάρχουν εξαιρέσεις, παρατάσεις και αστερίσκοι. Εξάλλου η ερμηνεία των νόμων από τα δικαστήρια πολλές φορές αλλοιώνει τον σκοπό και το γράμμα του νόμου.

    Το έλλειμμα ασφάλειας δικαίου επιτείνουν οι εν γένει συνθήκες και απόδοσης της δικαιοσύνης γενικώς, κυρίως όμως με την  καθυστέρηση  της απονομής της, που πολλές φορές φθάνει στα όρια της αρνησιδικίας και με την  ποιότητα των αποφάσεων που πολλές φορές δεν πείθουν για την ορθότητά τους και προκαλούν όχι μόνο δυσμενή σχόλια σε βάρος της, αλλά και απώλεια της εμπιστοσύνης των πολιτών, όπως δείχνουν σχετικές δημοσκοπήσεις. 

    Στο Φόρουμ συζητήθηκαν τα δύο αυτά προβλήματα, που μόνο με την αναβάθμιση του δικαστικού συστήματος  μπορούν να επιλυθούν και οι ομιλητές σωστά παρατήρησαν, ότι πρέπει με αλλαγή νοοτροπίας να ηγηθούν των μεταρρυθμίσεων  οι ίδιοι οι δικαστές, αφού έχουν εξασφαλίσει κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης τη συναίνεση των εμπλεκόμενων μερών για τη  μεταρρύθμιση.

    Στα πλαίσια της μεταρρύθμισης της Δικαιοσύνης επιδιώκεται βάσει του κυβερνητικού σχεδίου η ουσιαστική αξιολόγηση και εκτίμηση του συνολικού έργου του δικαστικού λειτουργού, ώστε να γίνει το κρίσιμο κριτήριο για την υπηρεσιακή εξέλιξή του και ταχύτερη προώθηση των αρίστων σε ανώτατες θέσεις προς ωφέλεια και της δικαιοσύνης, καθόσον κατά κανόνα μέχρι τώρα σχεδόν όλοι οι δικαστές έχουν αξιολογηθεί ως άριστοι, γεγονός που δυσχεραίνει την κατά επιλογή προαγωγή των πραγματικά αρίστων. Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει στον δημόσιο τομέα, γιατί το σύνολο σχεδόν των ΔΥ έχει βαθμολογηθεί  με άριστα.

    Για την καλύτερη οργάνωση του συστήματος επιθεώρησης η θητεία των επιθεωρητών αυξάνεται σε δύο έτη και θα διορίζονται με απόφαση του ΑΔΣ και όχι με κλήρωση, σε κάθε δε Εφετείο της χώρας θα υπάρχει έδρα, όπου θα εγκατασταθεί ο επιθεωρητής και θα ασκεί τα καθήκοντα του.

    Οι δικαστικοί λειτουργοί των δικαστηρίων ουσίας αξιολογούνται βάσει των ετήσιων εκθέσεων υπηρεσιακής απόδοσης, που συντάσσονται από επιθεωρητές ανώτατους δικαστές, αλλά λόγω του λίγου χρόνου που διαθέτει ο επιθεωρητής για να αξιολογήσει εκατοντάδες δικαστές δεν είναι δυνατόν να σχηματίσει πλήρη εικόνα για τη νομική κατάρτιση, τη δυνατότητα εκτίμησης των αποδείξεων και την αιτιολόγηση των αποφάσεων των επιθεωρούμενων δικαστών.

    Τα ανώτερα όμως δικαστήρια, τα οποία κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά μιας απόφασης δικάζουν την υπόθεση και για να εκδώσουν απόφαση μελετούν τη νομική και ουσιαστική βάση της και έτσι μπορούν να σχηματίσουν γνώμη για τις ικανότητες του δικαστή που εξέδωσε την απόφαση και θα μπορούσαν να τον βαθμολογήσουν  στα παραπάνω δύο πεδία με αντικειμενικά κριτήρια.

    Επειδή το άρθρο 87&3 του Συντάγματος ορίζει, ότι η επιθεώρηση των τακτικών δικαστών ενεργείται από δικαστές ανώτερου βαθμού που σημαίνει, ότι χωρίς συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να θεσπισθεί ο τρόπος αυτός αξιολόγησης των δικαστών. Όμως με διάταξη νόμου θα  μπορούσε να δοθεί η ευχέρεια στο ανώτερο δικαστήριο, όταν κρίνει ότι η απόφαση που εξέδωσε μπορεί να συντελέσει θετικά ή αρνητικά στην αξιολόγηση του δικαστή που έκδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να την διαβιβάζει χωρίς σχόλια στον οικείο επιθεωρητή για να συνεκτιμηθεί παράλληλα με τα λοιπά δεδομένα που αφορούν τον δικαστή.

    Πιστεύω ότι το σύστημα αυτό παρέχει στον επιθεωρητή επιπλέον αντικειμενικά στοιχεία για τη σωστή αξιολόγηση του δικαστικού έργου του δικαστή στο σύνολό του, που μαζί με τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις του δικαστικού συστήματος, την αλλαγή της νοοτροπίας των δικαστών και την με τις νόμιμες διαδικασίες απομάκρυνση των δικαστών, που καθυστερούν την έκδοση αποφάσεων ή δεν παράγουν ικανοποιητικό δικαστικό έργο, που η πρόσφατη εφαρμογή της προκάλεσε ευμενή σχόλια και αποτελέσματα , θα συντελέσει στην αναβάθμιση της δικαιοσύνης.

    Φοβάμαι όμως ότι και αυτή τη φορά η προσπάθεια αναβάθμισης της δικαιοσύνης θα αποδειχθεί ουτοπία, γιατί οι δικαστικές και ομόλογες συνδικαλιστικές ενώσεις αντιδρούν σε οποιαδήποτε αλλαγή του sτatus quο του δικαστικού συστήματος, όπως αντέδρασαν στη μείωση του χρόνου των δικαστικών διακοπών, στην επέκταση του ωραρίου λειτουργίας των ποινικών δικαστηρίων, στο  πού υποβάλλονται οι δηλώσεις του πόθεν έσχες και στην αλλαγή του τρόπου αξιολογήσεως των δικαστών και με δεδομένο, ότι διανύουμε έτος εκλογών κανένας πολιτικός παράγων δεν πρόκειται να σπάσει αυγά και να συγκρουσθεί με ισχυρά επαγγελματικά συμφέροντα.

    * Ο κ. Λέανδρος Τ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ