Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 23-Δεκ-2021 00:03

    Οικονομικές ανισότητες και κοινωνική κινητικότητα

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Μανάλη 

    Ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός ήδη από τη δεκαετία του ‘80 είναι οι αυξανόμενες οικονομικές ανισότητες που παρατηρούνται σε πολλές χώρες. Ενδεικτικά, το μέσο διαθέσιμο εισόδημα του πλουσιότερου 10% του πληθυσμού σήμερα είναι 9,5 φορές μεγαλύτερο από αυτό του φτωχότερου 10% για τις χώρες του ΟΟΣΑ. Μία διαφορά που πριν από 25 χρόνια ήταν 7 φορές μικρότερη. Το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών αυξάνεται δραματικά εάν μετρήσουμε την κατοχή πλούτου, με το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού να κατέχει το μισό συνολικό πλούτο και το φτωχότερο 40% των κατοίκων χωρών του ΟΟΣΑ μόλις το 3%.

    Η οικονομική ανισότητα όμως δεν είναι στατικό φαινόμενο: αναπαράγεται και στις επόμενες γενιές. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι η ύπαρξη ανισοτήτων έχει προεκτάσεις σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής: το σημείο της εισοδηματικής κατανομής όπου βρίσκεται κάθε νοικοκυριό επηρεάζει το πόσο εύκολα μπορεί να ανέλθει την κοινωνική κλίμακα (κοινωνική κινητικότητα). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσβαση στην εκπαίδευση, αφού δικαίως θεωρείται το κύριο μέσο κοινωνικής ανέλιξης. Ένα παιδί του οποίου τουλάχιστον ένας γονέας κατέχει πανεπιστημιακό πτυχίο έχει 3 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εισέλθει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση απ’ ό,τι ένα παιδί με γονείς που δεν έχουν δευτεροβάθμια εκπαίδευση στις χώρες του ΟΟΣΑ. Το εισόδημα των γονέων επηρεάζει κατά πολύ και τη μετέπειτα ζωή των παιδιών: έχει υπολογιστεί πως κατά μέσο όρο ένα 38%-70% του εισοδήματος των παιδιών εξαρτάται από το εισόδημα των γονιών. Το αποτέλεσμα αυτό δημιουργεί ένα ανεπίσημο σύστημα καστών, στο οποίο διαδοχικές γενιές χαμηλού εισοδήματος αδυνατούν να ανελιχθούν οικονομικά παραμένοντας σε χαμηλά εισοδηματικά επίπεδα, ενώ και τα υψηλά εισοδήματα διαιωνίζονται διαγενεεακά. Οι πλούσιοι και οι φτωχοί του παρελθόντος είναι οι πλούσιοι και οι φτωχοί του παρόντος και του μέλλοντος.     

    Σαφώς όμως ζούμε υπό καλύτερες συνθήκες από τις προηγούμενες γενιές. Η τεχνολογική πρόοδος μάς έχει προσφέρει αμέτρητες δυνατότητες ενώ η ιατρική περίθαλψη σήμερα είναι υψηλότερης ποιότητας συγκριτικά με το παρελθόν, αυξάνοντας σημαντικά το προσδόκιμο ζωής. Η "απόλυτη” κοινωνική κινητικότητα (οι συνθήκες ζωής διαχρονικά) έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο. Το πρόβλημα έγκειται στη "σχετική” κοινωνική κινητικότητα. Κατά πόσο στην ίδια γενιά προσφέρονται ίσες ευκαιρίες ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση και την οικονομική κλίμακα στην οποία βρίσκεται ο καθένας.

    Είναι κρίσιμης σημασίας οι πολιτικές ελίτ να σκύψουν πάνω στο πρόβλημα της σχετικής κοινωνικής κινητικότητας, καθώς οι συνέπειες του φαινομένου πλήττουν πρωτίστως τους πυλώνες της οικονομικής ανάπτυξης. Μια κοινωνία με απουσία ευκαιριών ανέλιξης αφήνει μεγάλο μέρος του δυναμικού της στην αφάνεια και ανεκμετάλλευτο. Οι περιορισμένες επενδυτικές ευκαιρίες για μεγάλο μέρος του πληθυσμού λόγω έλλειψης πόρων και αδυναμίας πρόσβασης σε δανεισμό οδηγούν στην απώλεια επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας για το σύνολο της οικονομίας. Την ίδια στιγμή, οι αυξημένες οικονομικές ανισότητες και η αίσθηση κοινωνικού αποκλεισμού δημιουργεί πολιτική αστάθεια. Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ποια μορφή θα πάρει η έκφραση της κοινωνικής δυσαρέσκειας, ωστόσο είναι σίγουρο πως οι κοινωνικές τάξεις περιχαρακώνονται και ένα χάσμα μεταξύ προνομιούχων και μη δημιουργείται το οποίο διαταράσσει την κοινωνική σταθερότητα. Υπάρχει ωστόσο άπλετος χώρος για πολιτικές που μπορούν να ενισχύσουν την κοινωνική κινητικότητα.  Σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ, η στρατηγική αντιμετώπισης πρέπει πρώτα απ’ όλα να εστιάσει στην άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων. Είναι πλέον κοινά αποδεκτό πως χώρες με μικρότερη ανισότητα επιδεικνύουν μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα. Σε δεύτερο επίπεδο η παροχή ίσων ευκαιριών πρέπει να επικεντρωθεί στη νέα γενιά και την εκπαίδευσή της. Εάν μια κυβέρνηση πιστεύει πραγματικά στις ίσες ευκαιρίες για όλους, θα πρέπει να επενδύσει σε υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικό σύστημα (ξεκινώντας από την προσχολική εκπαίδευση), που να χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους και όχι από τους εκπαιδευόμενους και τις οικογένειές τους. Κατά αυτό τον τρόπο, οι μαθητές και οι φοιτητές θα μπορούν να ξεπεράσουν τα εμπόδια που θέτει η οικονομική τους κατάσταση στην απόκτηση γνώσης, σπάζοντας έτσι τον πρώτο κρίκο διαιώνισης των κοινωνικών ανισοτήτων. 

    Η κρισιμότητα του φαινομένου, οι βαριές συνέπειες που φέρει τόσο σε οικονομικό όσο και κοινωνικοπολιτικό επίπεδο καθώς και τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν παρέχοντας ίσες ευκαιρίες στον πληθυσμό πρέπει να ωθήσουν τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο να επεκτείνουν τις προσπάθειες τους για άμβλυνση των ανισοτήτων, κάτι που μόνο θετικό πρόσημο θα έχει για τις επόμενες γενιές. 

    * Ο κ. Γιώργος Μανάλης είναι Μεταδιδακτορικός Ερευνητής, Υπότροφος της Ερευνητικής Έδρας Α. Γ. Λεβέντη, Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ