Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 09-Δεκ-2021 00:04

    Δεν είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στην πανδημία

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Μανάλη 

    Το οικονομικό σοκ που επέφερε η πανδημία χαρακτηρίστηκε ως συνολικό (aggregate), αφού εν δυνάμει επηρεάζει όλες τις χώρες ανεξαιρέτως και όλους τους κατοίκους αυτών χωρίς να λαμβάνει υπόψη κοινωνικοοικονομικές παραμέτρους. Ένα καθολικό όμως οικονομικό σοκ με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μεταδίδεται ευκολότερα σε κάποιους τομείς, επηρεάζει περισσότερο συγκεκριμένα επαγγέλματα και πλήττει βαθύτερα ορισμένα εισοδήματα. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι είναι πολύ δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν αυτές οι διαφορετικές επιδράσεις, αφού απαιτούν λεπτομερή δεδομένα από το σύνολο της οικονομίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προτείνονται και να εφαρμόζονται πολιτικές αντιμετώπισης οι οποίες βασίζονται στο μέσο όρο. Όσο αντιπροσωπευτικό μέτρο κι αν είναι ο μέσος όρος, αδυνατεί να πληροφορήσει σχετικά με την ετερογένεια μιας κατανομής.

    Τα δεδομένα είναι ο νέος χρυσός. Σαφώς και η συλλογή δεδομένων εγείρει πολλαπλά ερωτήματα σχετικά με το πού αποσκοπεί η χρήση τους. Ωστόσο, όταν προσωπικά δεδομένα μπορούν να ρίξουν φως στις διαφορετικές επιδράσεις της πανδημίας σε άτομα με διακριτά κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά, χωρίς να παραβιάζουν την ανωνυμία των ατόμων, τότε πραγματικά πρόκειται για χρυσό.

    Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται η πρόσφατη ερευνητική δουλειά από τον καθηγητή Raj Chetty του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και της ομάδας του. Οι ερευνητές ιχνηλάτησαν τη μετάδοση του αρχικού συνολικού οικονομικού σοκ της πανδημίας σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, ανθρώπους και επιχειρήσεις αντλώντας δεδομένα από τον ιδιωτικό τομέα στις ΗΠΑ. Η σημασία της δουλειάς τους βασίζεται τόσο στις απαντήσεις που παρέχει - σε ερωτήματα τα οποία είναι δύσκολο να απαντηθούν - όσο και στο σχεδιασμό της έρευνας ώστε να εξασφαλίζεται η ανωνυμία των προσώπων, δεδομένα των οποίων έχουν χρησιμοποιηθεί. 

    Οι ερευνητές ξεκινούν από τη συνθήκη πως η πανδημική κρίση επέφερε σημαντική μείωση στην καταναλωτική δραστηριότητα. Όλα τα νοικοκυριά ανεξαρτήτως εισοδήματος περιόρισαν τις καταναλωτικές τους συνήθειες, όχι όμως κατά το ίδιο ποσοστό. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες διαπιστώνουν ότι τα υψηλά εισοδήματα μείωσαν την κατανάλωσή τους κατά 49% ενώ τα χαμηλά εισοδήματα μόλις κατά 7%. Η περιστολή κατανάλωσης αφορούσε κυρίως υπηρεσίες που απαιτούν φυσική παρουσία, όπως ξενοδοχεία και εστιατόρια, υποδεικνύοντας περισσότερο υγειονομικές ανησυχίες παρά μείωση αγοραστικής δύναμης από πλευράς των υψηλών εισοδημάτων. Η μείωση της κατανάλωσης άμεσα επηρέασε την επιχειρηματική δραστηριότητα. Εδώ οι ερευνητές εκμεταλλεύονται δεδομένα από διαφορετικούς ταχυδρομικούς κώδικες (zip codes) με διαφορετικές τιμές ενοικίασης καταστημάτων. Μικρές επιχειρήσεις σε ακριβές περιοχές είδαν τα έσοδα τους να πέφτουν κατά 65% ενώ σε φθηνές περιοχές κατά 30%. Οι επιχειρήσεις με τη σειρά τους πέρασαν το αυξημένο κόστος τους στους εργαζόμενους, είτε μειώνοντας τις απολαβές τους, είτε απολύοντας τους. Το ποσοστό ανεργίας όμως διαφέρει ανά επίπεδο μισθού: 37% των χαμηλά αμειβόμενων εργαζομένων έχασαν τη δουλειά τους έναντι μόλις 14% των υψηλά αμειβόμενων. Συμπερασματικά, οι χαμηλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι σε μικρές επιχειρήσεις ακριβών περιοχών ήταν οι μεγάλοι χαμένοι αυτής της κρίσης, έχοντας επιπρόσθετα και τη μικρότερη πιθανότητα να ξαναβρούν εργασία από τη στιγμή που απολύονταν.  

    Τα παραπάνω ευρήματα αφορούν την οικονομία των ΗΠΑ, ωστόσο η έρευνα της ομάδας του Chetty αποδεικνύεται σχετική και για άλλες οικονομίες, αφού εξάγει συμπεράσματα για την αποδοτικότητα των μέτρων αντιμετώπισης. Τα μέτρα που έλαβε η Αμερικάνικη κυβέρνηση μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά με μέτρα που έλαβαν άλλες χώρες όπως η Ελλάδα. Οι τρεις βασικές πολιτικές αποδεικνύονται αναποτελεσματικές σχετικά με τη μείωση των οικονομικών επιπτώσεων. Το κλείσιμο της οικονομίας σε επίπεδο πολιτείας επηρέασε ελάχιστα την οικονομική δραστηριότητα (κατανάλωση και εργασία), όπως και το άνοιγμα των οικονομιών δεν επανέφερε τη δραστηριότητα σε προ-κρίσης επίπεδα. Αυτό διαπιστώνεται αφού τόσο η κατανάλωση όσο και η εργασία επηρεάστηκαν πολύ προτού οι πολιτείες αποφασίσουν γενικά lockdowns και δεν επανέκαμψαν πλήρως με το άνοιγμα αυτών. Οι εφάπαξ επιδοτήσεις (stimulus payments) ενίσχυσαν σημαντικά την κατανάλωση των χαμηλών εισοδημάτων, ωστόσο τα καταναλωτικά έξοδα αφορούσαν διαρκή αγαθά και δεν βοήθησαν επιχειρήσεις που δοκιμάστηκαν περισσότερο από την πανδημία. Τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις ως αντάλλαγμα για τη διατήρηση θέσεων εργασίας είχαν μικρό αποτέλεσμα αφού  στην πλειονότητα τους κατευθύνθηκαν προς εργοδότες που δεν σχεδίαζαν απόλυση εργαζομένων. Το κύριο συμπέρασμα της έρευνας - ιδιαίτερης σημασίας και για την Ελλάδα - είναι πως η αποτελεσματική αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας απαιτεί πρώτα και κύρια την υγειονομική αντιμετώπιση της. Το πρόβλημα φαίνεται πως έγκειται στην καθολική πτώση του καταναλωτικού κλίματος το οποίο οφείλεται σε υγειονομικές ανησυχίες και αποτελεί τον πρώτο κρίκο της επακόλουθης αλυσιδωτής οικονομικής αντίδρασης. Η προσμονή οικονομικής ανάκαμψης και θετικών ρυθμών ανάπτυξης, όταν τα υγειονομικά δεδομένα χειροτερεύουν είναι μάταιη.

    * Ο κ. Γιώργος Μανάλης είναι Μεταδιδακτορικός Ερευνητής, Υπότροφος της Ερευνητικής Έδρας Α. Γ. Λεβέντη, Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ