Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 19-Αυγ-2021 00:03

    Παραγωγικότητα και πανδημία: Το στοίχημα της επόμενης ημέρας

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα

    Παρότι σπάνια αναφέρεται στον δημόσιο διάλογο, η παραγωγικότητα, είναι μια κεντρική έννοια στην οικονομική επιστήμη και θεωρείται ευρέως ως ο ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής μεγέθυνσης. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) των 27, η αύξηση της παραγωγικότητας εξηγεί σχεδόν πλήρως την αύξηση του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2000-2019. 

    Σε περιόδους κρίσεων όπως αυτή της πανδημίας, οι επιπτώσεις στην παραγωγικότητα αναμένονται σημαντικές, χωρίς όμως να είναι πάντα εύκολο να διαγνωστούν σύντομα, ιδιαίτερα εφόσον ενδέχεται να είναι διαφορετικές στο βραχυπρόθεσμο από ό,τι στο μακροπρόθεσμο διάστημα. Έτσι, πολλές φορές παρατηρείται βελτίωση της παραγωγικότητας κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης κρίσης, όπως για παράδειγμα στις ΗΠΑ, όπου η παραγωγικότητα την περίοδο 2008-2009, αμέσως μετά την εκδήλωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, παρουσίασε σημαντική αύξηση, άνω του 3% ετησίως, παρόμοια με εκείνη της δεκαετίας του 1990.

    Αντίθετα, στη συνέχεια και για το υπόλοιπο της δεκαετίας οι ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας έπεσαν σε χαμηλά επίπεδα, κατώτερα του 1% ετησίως, μια τάση κοινή στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες, και όχι μόνο. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, παγκοσμίως, ο ρυθμός αύξησης της  παραγωγικότητας της εργασίας από 2,8% το 2007, έπεσε στο 1,4% το 2016 και παρέμεινε κάτω του 2% μέχρι και το 2018. 

    Η αναγνώριση και κατανόηση της διαφοροποίησης μεταξύ βραχυπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου διαστήματος, μας βοηθά να αντιληφθούμε καλύτερα τις ήδη εξελισσόμενες αλλά και τις ενδεχόμενες μελλοντικές επιπτώσεις της πανδημίας στην παραγωγικότητα. Έως τώρα, η πανδημία φαίνεται να έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας σε ορισμένες οικονομίες, κατά κύριο λόγο φιλελεύθερες, όπως οι ΗΠΑ, το ΗΒ, η Ιρλανδία και οι Βαλτικές χώρες. 

    Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως σε δύο εξελίξεις• πρώτον στο γεγονός, ότι λόγω της κρίσης απασχολούνται λιγότεροι εργαζόμενοι, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας, καθώς οι υφιστάμενοι εργαζόμενοι έχουν περισσότερο κεφάλαιο στη διάθεσή τους (κάτι που γνωρίζουμε ότι συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγικότητάς τους). Δεύτερον, οι περισσότερες απώλειες εργαζομένων και κύκλου εργασιών, λόγω της φύσης της πανδημίας, επικεντρώθηκαν κυρίως σε κλάδους που απαιτούν φυσική επαφή με τον πελάτη, όπως οι τουριστικές υπηρεσίες, η εστίαση, η λιανική, κοκ. Καθώς οι δραστηριότητες αυτές χαρακτηρίζονται ως χαμηλής παραγωγικότητας, η μείωση του μεριδίου τους στην απασχόληση και το προϊόν του συνόλου της οικονομίας οδήγησε σε αύξηση της μέσης παραγωγικότητας.

    Όπως είναι φανερό από τα παραπάνω, η βελτίωση της παραγωγικότητας που παρατηρείται έως τώρα σε ορισμένες οικονομίες, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως θετική εξέλιξη, αλλά μάλλον ως ένα στατιστικό αποτέλεσμα, λόγω του πλήγματος που δέχθηκαν ορισμένοι κλάδοι χαμηλής παραγωγικότητας. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε πολλές Βόρειο-ευρωπαϊκές οικονομίες όπου εφαρμόστηκαν γενναιόδωρα σχέδια προστασίας της εργασίαςκαι δεν σημειώθηκε σημαντική αύξηση της ανεργίας(π.χ. Γερμανία, Ολλανδία, Γαλλία, Φιλανδία, Σουηδία), η παραγωγικότητα παρέμεινε στάσιμη, ή και μειώθηκε (Γράφημα 1).

    Γράφημα 1. Ρυθμός αύξησης παραγωγικότητας, 2020

    πιν
    Πηγή: ΟΟΣΑ


    Σε κάθε περίπτωση, η ερμηνεία αυτή σημαίνει ότι στο βραχυπρόθεσμο διάστημα επικρατούν οι κυκλικές επιδράσεις που επιφέρει η εξέλιξη της πανδημίας στην οικονομία. Πιο σημαντικό είναι προφανώς ποιες θα είναι οι επιπτώσεις μακροπρόθεσμα, όταν οι κυκλικές αυτές επιδράσεις θα έχουν ξεπεραστεί. Λόγω, της φύσης της παρούσας κρίσης, πολλοί υποστηρίζουν ότι η πανδημία θα οδηγήσει τελικά σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας στο μακροπρόθεσμο διάστημα, κυρίως λόγω της σημαντικής ώθησης που έδωσε στην ψηφιακή μετάβαση για μια σειρά από δραστηριότητες. 

    Έρευνες γνώμης σε στελέχη επιχειρήσεων από την McKinsey και το ΔΝΤ πράγματι δείχνουν ότι το 75% και 80% αντίστοιχα των ερωτηθέντων σκοπεύουν να προβούν σε σημαντικές επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και στην ψηφιοποίηση των εργασιών τους. Κάτι τέτοιο, που ήδη παρατηρείται σε πολλές, ιδιαίτερα μεγάλες επιχειρήσεις, αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας τα επόμενα χρόνια. Στο βαθμό που η ψηφιακή μετάβαση συνοδευτεί και από μια μόνιμη μεταφορά πόρων από τους πληγέντες, μη παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας, σε νέους κλάδους με υψηλά επίπεδα παραγωγικότητας, το θετικό αυτό αποτέλεσμα αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω. 

    Παρά τις ευοίωνες ενδείξεις, η βελτίωση αυτή από την πλευρά της προσφοράς, δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Για να παραχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα, θα πρέπει να υπάρξει διάχυση των νέων τεχνολογιών και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των περισσότερων οικονομιών. Εάν δεν συμβεί αυτό, η παραγωγικότητα δεν θα αυξηθεί με τους προβλεπόμενους ρυθμούς, ενώ υπάρχει και ο κίνδυνος να αυξηθεί περαιτέρω η απόσταση μεταξύ των μεγάλων, τεχνολογικά προηγμένων επιχειρήσεων και των υπόλοιπων, εξέλιξη που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της ισχύος των πρώτων και συνακόλουθη μείωση του ανταγωνισμού, και εν τέλει περαιτέρω επιδείνωση των οικονομικών ανισοτήτων τόσο μεταξύ όσο και εντός των οικονομιών. 

    Επίσης, η συζήτηση για τη ψηφιοποίηση δεν μας λέει τίποτα για την πλευρά της ζήτησης. Ο βασικός λόγος για την πτώση της παραγωγικότητας τη δεκαετία μετά την χρηματοπιστωτική κρίση ήταν η ασθενής ανάκαμψη της ζήτησης λόγω του πλήγματος στα εισοδήματα και το μειωμένο επίπεδο ιδιωτικών επενδύσεων. Η ενίσχυση των εισοδημάτων στηρίζει τη ζήτηση και δίνει κίνητρα για επενδύσεις στις επιχειρήσεις. Οι επενδύσεις με τη σειρά τους, τόσο σε άυλα περιουσιακά στοιχεία όπως οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες, όπως και σε παραδοσιακά κεφαλαιουχικά αγαθά, αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες βελτίωσης της παραγωγικότητας.

    Η παράμετρος αυτή είναι πολύ σημαντική γιατί πολλές φορές η παραγωγικότητα επιτυγχάνεται με τρόπο που δεν βοηθάει στην αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος, όπως όταν για παράδειγμα νέες τεχνολογίες υποκαθιστούν το εργατικό δυναμικό. Σύμφωνα με μελέτες, τις τελευταίες δεκαετίες, το αποτέλεσμα της υποκατάστασης τείνει να κυριαρχεί σε σχέση με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας από την τεχνολογία, μια τάση που οδηγεί σε μείωση της απασχόλησης και συμπίεση των εισοδημάτων. 

    Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι ακόμα και εάν οι ελπίδες για μια μεγάλη ώθηση προς την ψηφιακή μετάβαση της οικονομίας ευοδωθούν, χρειάζονται σημαντικές συμπληρωματικές δράσεις, τόσο από την πλευρά των επιχειρήσεων όσο και από την πλευρά της πολιτείας προκειμένου η μετάβαση αυτή να συνοδευτεί από μια σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας που θα εγκαινιάσει έναν ενάρετο κύκλο οικονομικής μεγέθυνσης. 

    Έτσι για παράδειγμα, θα πρέπει να προωθηθούν σημαντικές δημόσιες επενδύσεις για τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών, να παρασχεθούν κίνητρα για τη ψηφιακή μετάβαση και να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για τη δυνατότητα άντλησης χρηματοδότησης από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ώστε να προβούν στις αναγκαίες επενδύσεις. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να σχεδιαστούν πολιτικές ώστε το κόστος της "δημιουργικής καταστροφής" που θα προκληθεί από την μετακίνηση πόρων από κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας σε κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, να μην μεταφραστεί σε απαξίωση δεξιοτήτων, μείωση της απασχόλησης και πτώση των εισοδημάτων για τους εργαζόμενους των κλάδων αυτών.   

    Για μια χώρα όπως η Ελλάδα η πρόκληση αυτή φαντάζει πολύ μεγάλη, τόσο λόγω της χαμηλής διεισδυτικότητας των νέων τεχνολογιών και της κυριαρχίας κλάδων χαμηλής προστιθέμενης αξίας στην ελληνική οικονομία, όσο και λόγω της αδυναμίας (και απροθυμίας) κατά το παρελθόν της πολιτείας να σχεδιάσει και υλοποιήσει ένα τόσο φιλόδοξο σχέδιο μεταρρυθμίσεων και πολιτικών. Η αλλαγή πλεύσης στην Ευρώπη σε σχέση με την προηγούμενη κρίση, με τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο στοχεύει συγκεκριμένα τόσο στην ψηφιακή όσο και στην πράσινη μετάβαση (η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικό αριθμό νέων θέσεων εργασίας στο μέλλον), αφήνει ελπίδες για το μέσο-μακροπρόθεσμο διάστημα. Φυσικά, προϋπόθεση για να κερδηθεί το στοίχημα, είναι αυτή τη φορά τα διαθέσιμα κεφάλαια να χρησιμοποιηθούν σωστά. 

    * Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ