Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 16-Αυγ-2021 00:03

    Τα ρεκόρ και οι προοπτικές των ελληνικών κρατικών ομολόγων

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Πέτρου Στεριώτη

    Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα κάνουν "πάρτι” εκμεταλλευόμενα την πολιτική της ΕΚΤ για απόκτηση κρατικών και ιδιωτικών ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά μέσω του προγράμματος PEPP, το οποίο στοχεύει να κρατήσει χαμηλά το κόστος του χρήματος στην Ευρωζώνη εν μέσω πανδημίας. Kαθώς τα επιτόκια κινούνται αντίθετα από τις τιμές των ομολόγων, η απόδοση του 10-ετούς ομολόγου αναφοράς έχει υποχωρήσει σε νέο ιστορικό χαμηλό στο 0,53% (γράφημα 1).

    Γράφημα 1:  Η απόδοση (yield) του ελληνικού 10-ετούς ομολόγου

    pin

     

    Η απόδοση του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου Bund, που θεωρείται ένα από τα ασφαλέστερα επενδυτικά "καταφύγια” στον κόσμο,  βρίσκεται στο -0,46%, με αποτέλεσμα το spread (δηλ. η "ψαλίδα” μεταξύ αυτού και του ελληνικού ομολόγου) να βρίσκεται στις 0,99% (99 μονάδες βάσης), δηλαδή κάτω και από το "ψυχολογικό φράγμα"  του 1% (γράφημα 2). Αυτά είναι επίπεδα που πρωτοεμφανίζονται μετά από μία δεκαετία και πλέον, οπότε και ξεκίνησε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση με την πτώχευση της Lehman Brothers το 2008 και την κρίση χρέους της Ευρωζώνης στη συνέχεια. 

    Ταυτόχρονα, το spread του ελληνικού με τα ιταλικά δεκαετή ομόλογα είναι οριακά αρνητικό, δηλαδή τα νέα ομόλογα που εκδίδει η Ελλάδα "πληρώνουν” πλέον χαμηλότερο επιτόκιο από τα αντίστοιχα της Ιταλίας, δείχνοντας ότι οι επενδυτές αξιολογούν τον κίνδυνο πιστωτικού γεγονότος στην Ελλάδα ως μικρότερο από αυτόν της γείτονος χώρας.

    Γράφημα 2:  Το spread των 10-ετών ομολόγων Ελλάδας-Γερμανίας

    pin

     

    Σε ό,τι αφορά την επενδυτική απόδοση, όπως πρόσφατα μέτρησε το Bloomberg, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα προσέφεραν συνολικά κέρδη της τάξης του 120% την τελευταία πενταετία, συγκρινόμενα με το 19%, το 13% και το 8% που κατά μέσο όρο "χάρισαν” στο ίδιο διάστημα τα ευρωπαϊκά, τα αμερικάνικα και τα ασιατικά  ομόλογα. Παρά τα περιστασιακά sell-off που χτύπησαν τις παγκόσμιες Αγορές ομολόγων το τελευταίο εξάμηνο, οι τιμές των ελληνικών ομολόγων επλήγησαν λιγότερο σε σχέση με αυτά από άλλες χώρες υψηλότερης πιστοληπτικής διαβάθμισης.  Η μεταβλητότητα των ελληνικών ομολόγων έχει πέσει στο 4% περίπου, δηλαδή σε επίπεδα εφάμιλλα των αμερικάνικων Treasuries, σε σύγκριση με το 70% περίπου του 2015, σύμφωνα με τους δείκτες του διεθνούς ειδησεογραφικού πρακτορείου, το οποίο έγραψε χαρακτηριστικά ότι "τα ελληνικά ομόλογα είναι τα πιο δημοφιλή στην Ευρώπη, αν μπορεί κανείς να τα βρει".  Όλες οι παραπάνω εξελίξεις αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα έχει ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

    Τα θετικά για τη συνέχεια

    Η επιλεξιμότητα των ελληνικών τίτλων στο πρόγραμμα PEPP της ΕΚΤ αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που κρατά τις αποδόσεις τους σε πολυετή χαμηλά. Με απλά λόγια, η ΕΚΤ συνεχίζει να υποβοηθά την υπερκάλυψη των ομολογιακών εκδόσεων του ΟΔΔΗΧ. Καθώς η ΕΚΤ έχει κάνει σαφές ότι θα συνεχίσει τις υποστηρικτικές της πολιτικές παρά την "επανεκκίνηση” της Οικονομίας της Ευρωζώνης και τον -σύμφωνα με την ΕΚΤ- χαμηλό ακόμη κίνδυνο πληθωρισμού, τα spreads της ευρωπεριφέρειας δεν αναμένεται να διευρυνθούν σημαντικά έως το τέλος του έτους. Αν μάλιστα επιτευχθεί ο στόχος του ελληνικού οικονομικού επιτελείου για μόνιμη επιλεξιμότητα των κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ, η εν λόγω Αγορά θα μπορούσε να αποκτήσει επιπλέον δυναμική. Άλλωστε, τα υψηλά επίπεδα χρέους στις μεγαλύτερες Οικονομίες του πλανήτη καθιστούν πολύ δύσκολη υπόθεση την επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής των μεγάλων Κεντρικών Τραπεζών.

    Μόλις τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα "ξαναβγήκε” δυναμικά στις ομολογιακές Αγορές. Σύμφωνα με αναλυτές, το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αρκετά Ελληνικά ομόλογα σε διαπραγμάτευση, στηρίζει τις τιμές τους, ιδιαίτερα σε σχέση με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου που έχουν συχνότερες ή μεγαλύτερες εκδόσεις (Ιταλία, Ισπανία). Αρκετοί πιστεύουν ότι η Ελλάδα είναι "προστατευμένη” από μεγάλες αυξήσεις στο κόστος δανεισμού λόγω του ότι το 80% περίπου του ελληνικού χρέους διακρατείται από τον "επίσημο" δημόσιο τομέα (Ευρωζώνη, EKT, ΔΝΤ).

    Το ευνοϊκό πλέον προφίλ αποπληρωμής (μακρά μέση διάρκεια, μειούμενα επιτόκια), η εμπροσθοβαρής στρατηγική εκδοτικής δραστηριότητας του ΟΔΔΗΧ, η οποία χαρακτηρίζεται από στρατηγικά έξυπνες και επιτυχημένες "εξόδους” στις Αγορές υπό το καθεστώς ιστορικά χαμηλών επιτοκίων, καθώς και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα της κεντρικής Κυβέρνησης, βελτιώνουν τη βιωσιμότητα του ελληνικού κρατικού χρέους. Ειδικά για φέτος, η Αθήνα φαίνεται να έχει ολοκληρώσει σε μεγάλο βαθμό το πρόγραμμα δανεισμού της, διατηρώντας την προσφορά νέων τίτλων σε "ελεγχόμενα” επίπεδα. Οι δε εκταμιεύσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βελτιώνουν περαιτέρω τη ρευστότητα εν μέσω των προκλήσεων που συνεχίζει να θέτει η προηγηθείσα πολυετής περίοδος λιτότητας και η πανδημία τον τελευταίο ενάμιση χρόνο.

    Συνολικά, η διαχείριση του χρέους παραπέμπει σε ώριμη Αγορά, εξέλιξη που κάνει πιθανότερες τις μελλοντικές αναβαθμίσεις του ελληνικού αξιόχρεου. Σε αυτά τα πλαίσια, οι μεγαλύτεροι επενδυτικοί οίκοι του εξωτερικού έχουν κάνει πρόσφατα ένα μπαράζ από θετικές αναλύσεις και προβλέψεις για την ελληνική Οικονομία και τη χρηματοδοτική της θέση (βιωσιμότητα-ικανότητα εξυπηρέτησής του χρέους), οι οποίες - εφόσον επιβεβαιωθούν - μειώνουν το country risk της Χώρας και ανοίγουν το δρόμο για upgrades από τους Οίκους αξιολόγησης, που με τη σειρά τους θα επηρεάσουν θετικά τις διαθέσεις των διεθνών θεσμικών επενδυτών έναντι των ελληνικών ομολόγων.

    Τα ρίσκα

    Ωστόσο, τα ρίσκα για υποχώρηση των ελληνικών ομολόγων (αύξηση των αποδόσεων) συνεχίζουν να υφίστανται. Παρά τις τελευταίες αναθεωρήσεις, τα ελληνικά ομόλογα δεν έχουν ακόμη αποκτήσει status επενδυτικής διαβάθμισης. Κατά συνέπεια είναι πιθανό να μην έχουν τη στήριξη της ΕΚΤ μετά από τη λήξη του PEPP, όποτε και αν αυτή έρθει. Ας μην ξεχνάμε ότι ο δείκτης χρέος/ΑΕΠ της Ελλάδας παραμένει υψηλός, άνω του 200%, παρά το γεγονός ότι οι διεθνείς Αγορές έχουν συνηθίσει να "κάνουν τα στραβά μάτια” για μεγάλες Οικονομίες τύπου investment grade στις οποίες ο αντίστοιχος δείκτης βρίσκεται σε υψηλά και χωρίς ενδείξεις υποχώρησης επίπεδα. 

    Παράλληλα, τα τρέχοντα χαμηλά διεθνή επιτόκια και τα πολυετή υψηλά στα ξένα Χρηματιστήρια κάνουν την άντληση κεφαλαίων από κράτη και επιχειρήσεις ελκυστικότερη, γεγονός που κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα επηρεάσει το ύψος και την ποιότητα της διαθέσιμης ρευστότητας, καθώς και την αξιολόγηση του επενδυτικού κινδύνου συνολικά.

    Τέλος, οι προβλέψεις των Αγορών για ισχυρή παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη, συνέχιση της χαλαρής νομισματικής πολιτικής των Κεντρικών Τραπεζών και αυξανόμενο πληθωρισμό, όπως διαφαίνεται από το εν εξελίξει bull market στα περισσότερα περιουσιακά στοιχεία (ναύλοι, εμπορεύματα, μετοχές) θα μπορούσαν να πλήξουν τις Αγορές ομολόγων, που χαρακτηρίζονται ως σταθερού εισοδήματος και η σχέση τους με τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη  παραδοσιακά θεωρείται αρνητική.

    * Ο Πέτρος Στεριώτης κατέχει επαγγελματικές πιστοποιήσεις των Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς Ελλάδος και Κύπρου και του Χρηματιστηρίου της Φρανκφούρτης (steriop1@yahoo.gr).
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ