Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 04-Μαρ-2021 00:03

    Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και διεθνής ανταγωνιστικότητα υπηρεσιών: Ο ελέφαντας στο δωμάτιο;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Παναγιώτη Μπάρκα 

    Όταν αναφερόμαστε στον δημόσιο διάλογο σε μεταρρυθμίσεις, ανταγωνιστικότητα και εξαγωγές, η εδραιωμένη συνήθεια, σχεδόν αυτομάτως, εκτρέπει τη σκέψη των αναλυτών, πολιτικών και οικονομολόγων προς τις αγορές αγαθών. Αν οι πρώτες ύλες στις αγορές αγαθών είναι ακριβές, π.χ. λόγω φόρων, τότε το τελικό προϊόν ενδέχεται να καταστεί λιγότερο ανταγωνιστικό και πιο ακριβό όταν φτάσει στις διεθνείς αγορές. Αν επιβάλουμε υψηλούς δασμούς σε διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, και πάλι γινόμαστε λιγότερο ανταγωνιστικοί σε σχέση με τις άλλες χώρες που επίσης εμπορεύονται το ίδιο αγαθό. Αν καθυστερεί η αδειοδότηση για να κυκλοφορήσει στην αγορά ένα νέο φάρμακό ή μηχάνημα, επίσης – καθώς επιχειρήσεις κάποιας άλλης χώρας, με τις οποίες ανταγωνίζονται οι δικές μας, απολαμβάνουν το λεγόμενο "προβάδισμα πρωτοεισερχόμενου".

    Αν και διαφορετικές μεταξύ τους, οι δύο πρώτες περιπτώσεις αποτελούν παραδείγματα απώλειας ανταγωνιστικότητας που οφείλεται στην άμεση επίπτωση στην τιμή. Στον αντίποδα, η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα είναι αυτή στην οποία αναφέρεται το τρίτο παράδειγμα. Λαμβάνοντας υπόψη την κυρίαρχη θέση των υπηρεσιών στην ελληνική οικονομία, και το γεγονός ότι οι εξαγωγές των υπηρεσιών εξαρτώνται περισσότερο από ρυθμιστικές παρά δασμολογικές πολιτικές, αποτελεί παράδοξο το γεγονός ότι η διαρθρωτική διάσταση έχει λάβει τη λιγότερη προσοχή στον σχεδιασμό μεταρρυθμίσεων και πολιτικών τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.

    Τόσο οι θεσμικές συγκυρίες και πολιτικές επιλογές, όσο και τα φυσικά χαρακτηριστικά, καθορίζουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που καθιστούν μια οικονομία ανταγωνιστική ή έναν κλάδο διεθνώς ανταγωνιστικό. Δεν αμφισβητεί κανείς, και δεν θα μπορούσε άλλωστε να αμφισβητήσει, την κομβική γεωγραφική θέση της Ελλάδας στον χάρτη και τον ρόλο που αυτό έχει διαδραματίσει ιστορικά –και συνεχίζει να διαδραματίζει – στο να συνδέει εμπορικά την Ανατολή και τη Δύση, την Ευρώπη με την Ασία και την Αφρική, τα κεντρικά Βαλκάνια με τη Μεσόγειο. Το ίδιο ισχύει και για τον ρόλο που έχουν παίξει ιστορικά τα λιμάνια της χώρας στο να προωθούν τα ελληνικά προϊόντα μέσω θαλασσίων μεταφορών σε όλα τα λιμάνια του κόσμου.

    Δεδομένης ωστόσο της παραγωγικής δομής της ελληνικής οικονομίας και των ανταγωνιστικών της πλεονεκτημάτων σε τομείς υπηρεσιών, θα αναρωτιόταν κανείς τι θα μπορούσαμε να κάνουμε καλύτερα για να φτάσουν και οι υπηρεσίες μας υπό διεθνώς ανταγωνιστικούς όρους στις αγορές του εξωτερικού. Πώς δηλαδή θα παρέχουμε περισσότερες και πιο ανταγωνιστικές νομικές, χρηματοοικονομικές, ασφαλιστικές, κατασκευαστικές ή ακόμα και τεχνολογικές υπηρεσίες από ελληνικές εταιρείες σε ξένους πελάτες. Θα μπορούσαμε ακόμα να αναφερθούμε σε υπηρεσίες τηλεπικοινωνίων, μεταφορών, υγείας, περιβάλλοντος ή και εκπαίδευσης.

    Όπως μπορεί κανείς εύλογα να αντιληφθεί αναλογιζόμενος την περίπτωση των εσόδων από το διεθνές εμπόριο τουριστικών υπηρεσιών, οι υπηρεσίες εν γένει δεν δύνανται να υπόκεινται σε χρηματικούς δασμούς κατά τη διασυνοριακή τους μεταφορά λόγω της άυλης φύσης τους. Σε αντίθεση δηλαδή με την εξαγωγή κάποιου αγαθού όπου ο ξένος καταναλωτής θα κληθεί να πληρώσει το αντίτιμο για το προϊόν που θα πλήρωνε ο εγχώριος καταναλωτής επιβαρυμένο κατά το ποσό του δασμού στο τελωνείο, στην περίπτωση των υπηρεσιών το κράτος δεν μπορεί να επιβάλλει τελωνειακούς δασμούς επί της υπηρεσίας. Η διεθνής βιβλιογραφία συγκλίνει στο ότι η διεθνής ανταγωνιστικότητα των υπηρεσιών επιδεινώνεται από εμπόδια εισόδου στον κλάδο, αντί-ανταγωνιστικές ρυθμίσεις και περιορισμούς στην ελεύθερη μετακίνηση των επαγγελματιών. Η έκθεση Πισσαρίδη παρέχει μια πυξίδα για μια ολιστική προσέγγιση πολιτικής με στόχο τη δρομολόγηση των αναγκαίων διαρθρωτικών παρεμβάσεων προς αυτή την κατεύθυνση.

    Οι υπηρεσίες συνεχίζουν να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο στο παγκόσμιο εμπόριο, ενώ η στατιστική τους καταγραφή παραμένει δυσχερής. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων TISMOS του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, το διεθνές εμπόριο υπηρεσιών ανερχόταν το 2017 σε 13,3 τρισ. δολάρια σε παγκόσμιο επίπεδο. Η μέση ετήσια μεταβολή του μεταξύ του 2005 και του 2017 άγγιζε το 5.4% και ξεπέρασε την αντίστοιχη μέση ετήσια αύξηση στο διεθνές εμπόριο αγαθών (+4,6%). Στην περίπτωση της Ελλάδας, το διεθνές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε εμπορεύσιμες υπηρεσίες επικεντρώνεται στους κλάδους του τουρισμού και μεταφορών, ενώ οι αντίστοιχοι δείκτες συγκριτικού πλεονεκτήματος σε πολλούς τομείς υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών χρηματοοικονομικών προϊόντων, κατασκευών, πληροφορικής, κ.λπ.) υπολείπονται σημαντικά των αντίστοιχων δεικτών Ευρωπαϊκών χωρών, υποδηλώνοντας την εσωστρέφειά τους. Οι ρυθμιστικοί περιορισμοί της Ελλάδας στο διεθνές εμπόριο υπηρεσιών αποτυπώνονται και στον δείκτη STRI (Services Trade Restrictiveness Index) του ΟΟΣΑ, οπού η Ελλάδα κατέλαβε το 2020 την 40η θέση ανάμεσα σε 48 χώρες που βαθμολογούνται και την προτελευταία θέση ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ.

    Ο προσανατολισμός πολλών υπηρεσιών προς την εγχώρια αγορά, σε συνδυασμό με τα ρυθμιστικά βάρη στη διαδικασία εξαγωγής τους, λειτουργεί ως τροχοπέδη στην εξωστρέφεια των επιχειρήσεων που τις παρέχουν. Ταυτόχρονα, η εσωστρέφεια των επιχειρήσεων αυτών συνδέεται με την περιορισμένη μεταφορά τεχνογνωσίας, χαμηλότερο βαθμό καινοτομίας και χαμηλότερη παραγωγικότητα. Οι ανοικτές και έξυπνα ρυθμισμένες αγορές υπηρεσιών διασφαλίζουν την άρτια πρόσβαση σε πληροφορίες, δεξιότητες, τεχνολογία, χρηματοδότηση και διεθνείς αγορές σε μια διασυνδεδεμένη, όλο και πιο ψηφιακή, οικονομία. Η άνοδος στην κλίμακα των παγκόσμιων αλυσίδων αξιών (global value chains), επομένως, εξαρτάται από ρυθμιστικές παρεμβάσεις στους τομείς υπηρεσιών που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να είναι ανοιχτές σε ιδέες, δεξιότητες και επενδύσεις από πρωτοπόρους, όπου κι αν βρίσκονται.

    Ο ψηφιακός μετασχηματισμός επιταχύνει σίγουρα τις διαδικασίες που απαιτούνται για να εξάγει μια επιχείρηση αγαθά όπως αγροτικά προϊόντα, φάρμακα, πετρέλαιο ή οποιονδήποτε εξοπλισμό. Όταν αναλογιστεί κανείς όμως τη σχετική διευκόλυνση που ο ίδιος ψηφιακός μετασχηματισμός και το ηλεκτρονικό εμπόριο προσφέρουν στις υπηρεσίες, μπορεί να εξάγει σημαντικά συμπεράσματα για το ποιες ευκαιρίες ο μετασχηματισμός αυτός ανοίγει για τις οικονομίες υπηρεσιών, σαν την ελληνική. Αποτελεί καθήκον της γενιάς μας να μην χάσουμε αυτή την ευκαιρία που προσφέρεται για να συγκλίνουμε με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και, γιατί όχι, να εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες που δίνει η εξ΄ αποστάσεως παροχή υπηρεσιών σε κάθε άκρη του πλανήτη από ένα laptopστο πιο απομακρυσμένο χωριό της όμορφης Ελλάδας.

    Εν κατακλείδι, η ανάκτηση την χαμένης ανταγωνιστικότητας επιβάλλει εστίαση της προσοχής σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα επιτρέψουν τόσο την εισροή κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές, όσο και την ισότιμη πρόσβαση στα οφέλη που θα προκύψουν υπό ανταγωνιστικούς όρους από τις καινοτόμες επιχειρήσεις. Χωρίς κατάλληλες διαρθρωτικές παρεμβάσεις, η αποτελεσματικότητα των διάφορων πολιτικών ανάκαμψης που εστιάζουν σε οικονομική ενίσχυση μέσω ποσοτικής χαλάρωσης και χορήγησης δημόσιων ή ευρωπαϊκών πόρων θα υπολείπεται του μέγιστου δυνατού επιπέδου και ενδέχεται να οδηγηθούμε σε νέους κύκλους ύφεσης, μείωσης ανταγωνιστικότητας και περαιτέρω όξυνσης των ανισοτήτων. Η ελληνική οικονομία δεν το αντέχει αυτό και οι μελλοντικές γενιές δεν θα το δεχτούν.

    * Ο Δρ. Παναγιώτης Μπάρκας είναι οικονομολόγος στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, ερευνητής στο Παρατηρητήριο Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ και Visiting Fellow στο Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics (LSE).

    **Οι θέσεις και οι απόψεις που διατυπώνονται σε αυτό το κείμενο δεν αποτελούν απαραιτήτως τις επίσημες θέσεις του ΠΟΕ ή των χωρών-μελών του.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ