Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 04-Φεβ-2021 00:03

    Εμβόλια, καπιταλισμός και διεθνής συνεργασία

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα

    Η ανακάλυψη των εμβολίων για την αντιμετώπιση της πανδημίας σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους, είναι ένα πραγματικό θαύμα της σύγχρονης επιστήμης και μας δίνει βάσιμες ελπίδες για τον έλεγχο της νόσου στο άμεσο μέλλον. Ωστόσο, εδώ και αρκετούς μήνες, πριν ακόμη εγκριθούν επισήμως τα εμβόλια, εκτυλίσσεται ένας αθέατος "πόλεμος", ο οποίος βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής τις προηγούμενες ημέρες, με αφορμή τη σύγκρουση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με μια εκ των πρωτοπόρων εταιρειών στον αγώνα ανάπτυξης εμβολίων, την AstraZeneca.  

    Το διακύβευμα της εν λόγω διαμάχης, αλλά και της ευρύτερης αντιπαράθεσης των τελευταίων μηνών, δεν είναι άλλο από τη διαθεσιμότητα των εμβολίων, έγκαιρα και με ανεκτούς, οικονομικά, όρους. Το ζήτημα σχετίζεται με δύο αλληλένδετες αλλά διακριτές διαστάσεις: (α) τον ρόλο της αγοράς στην ανάπτυξη και παραγωγή εμβολίων και (β) την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων των διαφορετικών κρατών.

    Πολλοί αμφισβητούν την καταλληλόλητα των ιδιωτικών εταιρειών ως φορέων για την ανάπτυξη και παραγωγή των εμβολίων για τον Covid-19. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η κρίση της πανδημίας καταδεικνύει την αποτυχία του καπιταλιστικού συστήματος να αντιμετωπίσει την κρίση. Στη βάση αυτής της κριτικής πιο ακραίες τοποθετήσεις προκρίνουν την ανάληψη της διαδικασίας ανάπτυξης και παραγωγής εμβολίων από τα κράτη. Η επιχειρηματολογία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι οι δημόσιες αρχές σε πολλές χώρες, όπως και στην ΕΕ, στήριξαν με χρηματοδότηση τις προσπάθειες ανάπτυξης των εμβολίων κατά τους προηγούμενους μήνες.

    Η άποψη αυτή είναι λανθασμένη. Η ύπαρξη και δράση ιδιωτικών φαρμακευτικών εταιρειών, οι οποίες κατά τις προηγούμενες δεκαετίες δαπάνησαν τεράστια κονδύλια για την ανάπτυξη εξειδικευμένης τεχνολογίας και τεχνογνωσίας είναι αυτή που επέτρεψε την ανέλπιστα γρήγορη ανάπτυξη επιτυχημένων εμβολίων για τον Covid-19. Εξάλλου αυτό είναι και το εμπειρικά εδραιωμένο, πέρα από κάθε αμφιβολία, πλεονέκτημα της αγοράς έναντι του κράτους· η προαγωγή της καινοτομίας. Τα κράτη έπραξαν ορθά στηρίζοντας τις εταιρείες αυτές με έκτακτη χρηματοδότηση προκειμένου να άρουν τους οικονομικούς περιορισμούς που θα καθυστερούσαν την ανάπτυξη των εμβολίων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα ήταν σε καλύτερη θέση να πάρουν αποφάσεις σχετικά με την ανάπτυξη και παραγωγή των εμβολίων από τις ίδιες τις εταιρείες.

    Από την άλλη πλευρά, όσοι ακούν κριτική, έχουν δίκιο να επισημαίνουν ότι η αγορά δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μια κρίση δημόσιας υγείας. Η διασφάλιση της δημόσιας υγείας για όλους τους πολίτες, χωρίς αποκλεισμούς, είναι ένα δημόσιο αγαθό, το οποίο δεν μπορεί να προσφέρει η αγορά με όρους οικονομικά και ηθικά ανεκτούς. Το αδιέξοδο προσπαθούν να ξεπεράσουν προτάσεις που εστιάζουν σε ένα άλλο χαρακτηριστικό της αγοράς φαρμάκων, τις πατέντες. Τα πρωτότυπα φάρμακα και τα εμβόλια έχουν τεράστιο κόστος ανάπτυξης (κατά μέσο όρο περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο δολάρια) και η διαδικασία ανάπτυξης και αδειοδότησής τους διαρκεί συνήθως περισσότερο από μια δεκαετία. Οι πατέντες παρέχουν στις εταιρείες το δικαίωμα μονοπωλιακής εκμετάλλευσης του παραγόμενου σκευάσματος για μια περίοδο, συνήθως 20 ετών, κατά την οποία οι άλλες εταιρείες δεν μπορούν να αντιγράψουν και να πωλούν το ίδιο σκεύασμα. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται κερδοφορία ικανή να αποσβέσει τις σημαντικές επενδύσεις που απαιτούνται. Χωρίς μια τέτοια εξασφάλιση οι επιχειρήσεις δεν θα προχωρούσαν στην ανάπτυξη φαρμάκων και εμβολίων. 

    Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν προτάσεις για την προσωρινή κατάργηση των πνευματικών δικαιωμάτων που απορρέουν από τις πατέντες, ή την οικειοθελή ελεύθερη διάθεσή τους από τις εταιρείες -και στις δύο περιπτώσεις με εύλογη αποζημίωση. Οι προτάσεις αυτές κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς δεν επιχειρούν να υποκαταστήσουν την τεχνογνωσία των εταιρειών, αλλά να τη χαλιναγωγήσουν σε μια περίοδο παγκόσμιας κρίσης, για την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής αποτελεσματικότητας. Η στήριξη της ανάπτυξης των εμβολίων με δημόσιους πόρους ενισχύει αυτό το επιχείρημα. 

    Μια τέτοια πρόταση κατέθεσαν από κοινού, η Νότιος Αφρική και η Ινδία τον Οκτώβριο στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ). Οι δύο χώρες πρότειναν την προσωρινή κατάργηση των πατεντών σχετικά με τον Covid-19 κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ώστε όλες οι χώρες να είναι ελεύθερες να παράγουν τα εμβόλια. Στο σημείο αυτό έρχεται να προστεθεί το ζήτημα των εθνικών συμφερόντων. Οι εταιρείες που παράγουν τα εμβόλια ανήκουν ως επί το πλείστον στις ανεπτυγμένες οικονομίες της Δύσης. Ακόμα και αν οι μυστικές φόρμουλες των εμβολίων κυκλοφορήσουν ελεύθερα, δεν αρκούν από μόνες τους για την παραγωγή τους από άλλες εταιρείες, για παράδειγμα σε αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς χρειάζεται συγκεκριμένη τεχνολογία και τεχνογνωσία για την ένταξή τους σε διαδικασία παραγωγής. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τη διάχυση τεχνογνωσίας πέραν αυτής της ανάπτυξης των εμβολίων, κάτι στο οποίο οι δυτικές εταιρείες αντιστέκονται σθεναρά, καθώς θα υπονόμευε τη θέση τους στη διεθνή αγορά έναντι ανερχόμενων ανταγωνιστών όπως εταιρείες από την Ινδία. Επιπλέον, υπάρχουν φόβοι ότι η κατάργηση -έστω και προσωρινή- των πατεντών θα δημιουργούσε προηγούμενο και θα υπονόμευε το διεθνές καθεστώς προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων που διαχειρίζεται ο ΠΟΕ, το οποίο αποτελεί αντικείμενο πάγιας αντιπαράθεσης μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων οικονομιών. Σαν αποτέλεσμα, από τον Οκτώβριο εκτυλίσσεται στον ΠΟΕ ένα "bras de fer" μεταξύ των δύο μπλοκ χωρών, χωρίς ακόμη κανένα αποτέλεσμα. 

    Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν εξαντλούνται εδώ. Επιπλέον επιπλοκές προκύπτουν από την παραγωγή εμβολίων από χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα. Αν και έγκυρα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα του ρωσικού εμβολίου δημοσιεύτηκαν από το περιοδικό Lancet μόλις προχθές, το εμβόλιο αυτό χορηγείται στον ρωσικό πληθυσμό αλλά και σε άλλες χώρες ήδη από τον Νοέμβριο, ενώ και η Κίνα επιχειρεί να προωθήσει το δικό της εμβόλιο (για το οποίο επίσης υπάρχει περιορισμένη πληροφόρηση) σε χώρες επιρροής της, ιδίως στην Αφρική. 

    Δεν είναι όμως μόνο οικονομικά τα συμφέροντα που διακυβεύονται. Η σύγκρουση της ΕΕ με την AstraZeneca, στην οποία ενεπλάκη και το Ηνωμένο Βασίλειο, καταδεικνύει εκτός των άλλων, την κυριαρχία εθνικών ή περιφερειακών προτεραιοτήτων στον σχεδιασμό των κρατών. Είναι προφανές ότι η ανάδυση "εμβολιαστικών εθνικισμών" δεν συνάδει με την προαγωγή του δημόσιου αγαθού της παγκόσμιας υγείας. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, τα ανεπτυγμένα κράτη, όπου ζουν ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι, έχουν προ-παραγγείλει περισσότερο από τέσσερα δισεκατομμύρια δόσεις, υπερδιπλάσιες δηλαδή σε σχέση με τις ανάγκες τους. Στον αντίποδα, οι φτωχότερες χώρες, με πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό, έχουν καταφέρει να εξασφαλίσουν μόλις 670 εκατομμύρια δόσεις. 

    Ο εμβολιαστικός εθνικισμός είναι εμφανής και στην κριτική που ασκείται στην ΕΕ για τις καθυστερήσεις που προέκυψαν με την AstraZeneca. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η πιο ισχυρή κριτική προέρχεται από τη Γερμανία, όπου πολλοί προφανώς πιστεύουν ότι ήταν λάθος η από κοινού προμήθεια εμβολίων από την ΕΕ. Μια χώρα όπως η Γερμανία, στην οποία εδρεύουν ορισμένες από τις εταιρείες που βρίσκονται στην πρωτοπορία της ανάπτυξης των εμβολίων, ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε εξασφαλίσει πολύ υψηλότερα επίπεδα προμηθειών εάν ενεργούσε μόνη της, όπως για παράδειγμα το ΗΒ. Ας σκεφτούμε όμως τι θα σήμαινε αυτό για μικρότερες χώρες όπως η Ελλάδα. Η κοινή προμήθεια εμβολίων εξασφαλίζει στα μικρότερα κράτη μέλη ισότιμη πρόσβαση στα εμβόλια, κάτι που θα ήταν καλό να θυμόμαστε όταν αναπαράγουμε με ευκολία την κριτική έναντι της ΕΕ.

    Στην πραγματικότητα αυτό που χρειάζεται ο πλανήτης είναι ένα σχέδιο όπως αυτό της ΕΕ, όπου η διάθεση των εμβολίων γίνεται ισότιμα σε όλες τις χώρες ανάλογα με τον πληθυσμό και ενδεχομένως την ένταση της πανδημίας, ανεξαρτήτως του επιπέδου οικονομικής ευμάρειας. Δυστυχώς, η πρωτοβουλία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) με την ονομασία "COVAX", η οποία αποσκοπεί ακριβώς σε αυτό, δεν φαίνεται να λαμβάνει τη στήριξη που χρειάζεται παρά τις φιλόδοξες εξαγγελίες και διακηρύξεις. Αυτό είναι απογοητευτικό. Η προσφορά παγκόσμιων δημόσιων αγαθών, είναι εφικτή μόνο μέσα από ισχυρούς θεσμούς παγκόσμιας διακυβέρνησης, οι οποίοι θα μπορούν να υπερκεράσουν τις μυωπικές βλέψεις του ιδιωτικού τομέα και τους εθνικισμούς των κυβερνήσεων. Αυτό είναι ένα πολύτιμο δίδαγμα που θα πρέπει να αντλήσουμε από την κρίση του κορονοϊού, καθώς ήδη καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε μια ασύγκριτα πιο επικίνδυνη παγκόσμια απειλή -την κλιματική αλλαγή.

    * Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ