Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 04-Φεβ-2021 00:03

    Η κοινωνία βιώνει ένα έλλειμμα έννομης προστασίας

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λέανδρου Ρακιντζή

    Σταδιακά και ανεπαίσθητα δημιουργήθηκε ένα κενό στο πεδίο της παροχής έννομης προστασίας από την Ελληνική Δικαιοσύνη όχι μόνο λόγω της βραδείας απονομής της, αλλά και λόγω της προϊούσης έλλειψης εμπιστοσύνης ως προς την αποτελεσματικότητά της με αποτέλεσμα πολλοί πολίτες να αποφεύγουν να προσφύγουν στις υπηρεσίες της είτε γιατί πιστεύουν ότι με την προσφυγή δεν θα πετύχουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα είτε δεν είναι διατιθέμενοι να υποστούν δυσανάλογες μεγάλες δαπάνες, ψυχική και σωματική ταλαιπωρία σε σχέση με το αποτέλεσμα, είτε γιατί αυτοί ή το περιβάλλον τους έχουν πικρή πείρα από προηγούμενες δικαστικές εμπλοκές.

    Η δικαστική εξουσία ως τρίτη εξουσία του κράτους δίνει σε γενικές γραμμές την εντύπωση, ότι έχει αυτοαναιρεθεί ή επιεικώς δεν μπορεί να επιβάλλει την παρουσία της στο δικό της πεδίο και παραμένει απλός θεατής στην υφαρπαγή της δικαστικής εξουσίας από μη εξουσιοδοτημένα άτομα, τα οποία με τις δυνατότητες που τους παρέχουν τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο κατηγορούν, δικάζουν, καταδικάζουν και παραδίδουν στη χλεύη της κοινής γνώμης και την ανθρωποφαγία χωρίς απολογία τους δράστες, που μπορεί να διέπραξαν μια πράξη, που μπορεί να είναι ποινικά κολάσιμη αλλά μπορεί και όχι, γιατί μπορεί να μην έχει τον ποινικό χαρακτήρα που της αποδίδεται ή να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο, γιατί αν προσβάλλει μόνο το κοινό περί δικαίου αίσθημα ή την ηθική δεν καθίσταται αξιόποινη, παρά μόνο εάν είναι ενεργός και παραβιάζει ρητή ποινική διάταξη. 

    Στην περίπτωση αυτή όμως ανακύπτει το αναπάντητο ερώτημα τι είναι ηθικό και τι νόμιμο, γιατί η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών είναι ρευστή και εξαρτάται από τις επικρατούσες κάθε εποχή στην κοινωνία συνθήκες, γιατί ακόμα και η λογική απάντηση, ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό, δεν ικανοποιεί, γιατί ένας τυπικός νόμος από μια ευκαιριακή πλειοψηφία δεν μπορεί να αλλάξει μονομερώς τις περί ηθικής αντιλήψεις μιας κοινωνίας. Το ίδιο ισχύει για το κοινό περί δικαίου αίσθημα, που μολονότι γίνεται συχνά η επίκληση του ως lege ferenda, είναι τελείως ρευστό ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, ούτε έχει χαρτογραφηθεί, αλλά όταν επικρατήσει γίνεται θετό δίκαιο (lege lata). Επειδή όμως το θέμα αυτό δεν λύνεται εύκολα, ας δεχθούμε σαν δόγμα πως ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό. Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή από την εμφάνιση των αυτόκλητων εισαγγελέων ηθικής, γιατί διαχρονικά η ανθρώπινη κοινωνία σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης έχει ταλαιπωρηθεί από τη μισαλλοδοξία.

    Κάθε πράξη είναι εξατομικευμένη γιατί γίνεται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, που σε ένα κανονικό δικαστήριο (ποινικό ή πειθαρχικό) με νόμιμη διαδικασία και χωρίς την πίεση της κοινής γνώμης λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής το αντικειμενικό και υποκειμενικό στοιχείο, όπως και για την επιμέτρηση της ποινής, επιπλέον δίνεται η δυνατότητα με την άσκηση ενδίκων μέσων η υπόθεση να εξετασθεί από ανώτερο δικαστήριο, μέχρι δε την τελεσίδικη κρίση ισχύει το τεκμήριο αθωότητας, που είναι λαϊκή κατάκτηση.

    Θεωρώ ότι το πρόβλημα απονομής της δικαιοσύνης είναι το σοβαρότερο και πλέον δυσεπίλυτο, με πολλαπλές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις του κυβερνητικού έργου, του δημόσιου και ιδιωτικού βίου με την παθητική παραδοχή του αδιεξόδου.

    Για να αντιστραφεί το κλίμα αυτό σε όλες τις παραμέτρους, που στην πραγματικότητα αποτελεί μια ευκαιριακά ισορροπημένη σύνθεση συμφερόντων των εμπλεκομένων επαγγελματικών τάξεων, πρέπει όχι να δείχνει ο ένας τον άλλο με το δάκτυλο, ούτε επί ευκαιρία της αντιστροφής η μία επαγγελματική τάξη να επιτύχει συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι άλλης τάξεως, γιατί σε τελική ανάλυση τα πάντα επιβαρύνουν τον απλό πολίτη που ζητά το δίκιο του, αλλά πρέπει με τιμιότητα, ειλικρίνεια και χωρίς υστεροβουλία αυτοί που θα αναλάβουν τον ηράκλειο αυτόν άθλο να προσδιορίσουν και να καταγράψουν τα αίτια και τις αφορμές της καταστάσεως αυτής, γιατί μέχρι τώρα δεν έχει γίνει καμιά προσπάθεια συνολικής και σφαιρικής καταγραφής των προβλημάτων της δικαιοσύνης και των αιτίων τους, παρά μόνο αποσπασματικές διαπιστώσεις και προτάσεις βελτιώσεως (μερεμέτια) υπό πολιτικό, επαγγελματικό και συνδικαλιστικό πρίσμα. Σε κάθε όμως περίπτωση, για την επίλυση του προβλήματος της δικαιοσύνης απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση με τη μέγιστη δυνατή πολιτική και κοινωνική συναίνεση.

    Μέχρι την πλήρη αποκατάσταση της κανονικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης κυρίως από την άποψη της βραδύτητας απονομής της, η κοινωνία βιώνει ένα έλλειμμα έννομης προστασίας, που εκδηλώθηκε έντονα αυτές τις ημέρες με τον κυκεώνα των καταγγελιών στα ΜΜΕ για βιασμούς, σεξουαλικές παρενοχλήσεις, ανάρμοστη συμπεριφορά κ.λπ., κυρίως στους αθλητικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους,  υπάρχει επίσης ο κίνδυνος αν συνεχιστούν οι καταγγελίες, οι εξελίξεις να θυμίζουν σκηνές λαϊκού δικαστηρίου σε εποχές και χώρες πτώσεως δικτατορικών καθεστώτων ή επιεικώς καταστάσεις κοινωνικού bullying και στο τέλος να εθισθούμε όλοι στον μιθριδατισμό δηλαδή δεν θα δίνουμε καμιά σημασία στις καταγγελίες.

    Σαφώς και τα δύο φύλων θύματα των βιαιοτήτων έχουν υποστεί και ψυχολογικά τραύματα ανάλογα της βαρύτητας της προσβολής, που για κάποιους δεν επουλωθήκαν και τα έκρυβαν μέσα τους και με την ευκαιρία των πρώτων καταγγελιών πήραν θάρρος και τα κατάγγειλαν με τη σειρά τους. Οι καταγγελίες είναι διαφόρων ειδών, κυρίως ποινικά αδικήματα διαφόρου βαρύτητας, από κακουργήματα μέχρι πταίσματα, που με την εισαγωγή του νέου Π.Κ. δεν είναι πλέον αξιόποινα, ή άλλα που διώκονται αυτεπάγγελτα και άλλα κατ’ έγκληση, που σημαίνει ότι εάν δεν υποβληθεί εντός τριών μηνών από την πράξη εξαλείφεται το αξιόποινο, όπως συμβαίνει και όταν τα αδικήματα παραγραφούν. Για τα αδικήματα που είναι ενεργά και τα θύματα θα τολμήσουν να υποβάλλουν μήνυση, θα επακολουθήσει μια μακριά, ψυχοφθόρα και δαπανηρή διαδικασία έως ότου η υπόθεση παραπεμθεί στο ακροατήριο, όπου το θύμα θα υποστεί μια δικαστική βάσανο με την υπεράσπιση να προσπαθεί να αποδείξει ότι και αυτό "κουνούσε την ουρά του".

    Εξάλλου, όταν εξαλειφθεί το αξιόποινο δεν υπάρχει αδίκημα και ο φερόμενος ως δράστης δεν μπορεί ποινικά να διωχθεί, αλλά δεν μπορεί επίσης να υπερασπίσει το εαυτό του από την εναντίον του κατακραυγή, αφού δεν θα γίνει δίκη για να αποδείξει την αθωότητά του, και το μόνο που του απομένει να κινηθεί ο ίδιος δικαστικά, που σημαίνει την υποβολή μηνύσεως για συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή καταμήνυση, ως και άσκηση αγωγής αποζημιώσεως για την ηθική βλάβη, που υπέστη, αλλά η όλη διαδικασία με τους σημερινούς ρυθμούς της δικαιοσύνης θα διαρκέσει περίπου οκτώ χρόνια, οπότε δεν θα έχει κανένα ουσιαστικό παρά μόνο ηθικό αποτέλεσμα και η αποκατάσταση δεν θα είναι πλήρης, γιατί δεν θα γίνει ευρέως γνωστή. Προσωπική μου άποψη κανείς δεν θα κινηθεί δικαστικά και θα περιμένει να περάσει το κακό.

    Εκτός από τις καταγγελίες για αξιόποινες πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης υπάρχουν και καταγγελίες για κακή ή αντισυναδελφική συμπεριφορά κυρίως σε καλλιτεχνικούς κύκλους που μπορεί να αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα που εκδικάζεται από το πειθαρχικό συμβούλιο του οικείου σωματείου, αλλά και εξιστορήσεις προσωπικών ή φιλικών σχέσεων, φιλονικιών κ.λπ. που μπορεί να είναι περιγραφικές, δεν είναι ποινικώς όμως αξιοποιήσιμες. Πιστεύω ότι οι καταγγελίες αυτές πρέπει να επιλύονται εντός του στενού επαγγελματικού κύκλου, γιατί μπορεί κάποιοι να κερδίζουν το τέταρτο της δημοσιότητας, αλλά δημιουργείται αρνητική διαφήμιση για ολόκληρο τον καλλιτεχνικό κόσμο. Σαφώς και για τον καλλιτεχνικό κόσμο ισχύουν οι σκληροί νόμοι της ελεύθερης αγοράς με τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του κλάδου, που επιτρέπανε την σε όλους γνωστή ελευθεριότητα και χαλαρότητα, που κάποιοι για λόγους εργασιακούς αναγκάζονταν να αποδεχτούν. Ήδη, με τις πρώτες  καταγγελίες, που λογικά θα επακολουθήσουν και άλλες, άρχισε να δημιουργείται ένα κίνημα κάθαρσης, που προκάλεσε την κυβερνητική υπόσχεση για τη θέσπιση ενός κώδικα δεοντολογίας για τους καλλιτέχνες, δεν νομίζω όμως ότι θα βελτιωθεί η όλη κατάσταση, γιατί η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν αλλάζει με νόμους, αλλά με συνεχή συλλογική προσπάθεια.

    Τα παραπάνω ισχύουν και για τις παρόμοιας φύσεως καταγγελίες σε αθλητικούς κύκλους, ακόμα και σε επίπεδο αθλητικών ομοσπονδιών, όπου όμως μπορεί η Πολιτεία να επέμβει πιο ενεργά, γιατί διαχειρίζονται κρατικές χορηγίες. Φυσικά πρέπει να σταματήσει το φαινόμενο τις ηγεσίες των αθλητικών ομοσπονδιών να στελεχώνουν τα ίδια πρόσωπα για κάποιες δεκαετίες με τη βοήθεια των ψήφων των σωματείων σφραγίδων, όπου με τις σωστές διατάξεις μπορεί να ξεκαθαρίσει το τοπίο, αλλά από την άλλη δεν πρέπει για την ικανοποίηση κάποιων φιλοδοξιών να δαιμονοποιήσομε τους αθλητικούς παράγοντες αδιακρίτως, γιατί πολλοί έχουν προσφέρει εξαιρετικές υπηρεσίες αφιλοκερδώς μόνο για τη προσήλωση στο αθλητικό ιδεώδες και τη λατρεία στην ομάδα τους και γιατί χωρίς την προσφορά τους θα σβήσει ο ερασιτεχνικός αθλητισμός.

    Ελπίζω να επέμβει τάχιστα η Πολιτεία και να ρυθμίσει νομοθετικά και διοικητικά τις προβληματικές καταστάσεις στον αθλητικό και καλλιτεχνικό χώρο και να διαλευκάνει με σύντομες δικαστικές διαδικασίες όλες τις σχετικές δικαστικές εκκρεμότητες πριν η κατάσταση καταστεί μη αναστρέψιμη.

    * Ο κ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ