Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 21-Ιαν-2021 00:03

    Μετανάστευση και οικονομία: Ευρήματα από την περίπτωση της Γερμανίας

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ευγενίας Βέλλα

    Επηρεάζει η μετανάστευση μόνο την πλευρά προσφοράς στην οικονομία ή επιδρά και στη συνολική ζήτηση; Η παραδοσιακή άποψη στα οικονομικά είναι ότι η μετανάστευση, αυξάνοντας το εργατικό δυναμικό στη χώρα υποδοχής, αποτελεί μια διαταραχή της προσφοράς ("supply shock”). 

    Η τρέχουσα οικονομική κρίση της πανδημίας Covid-19 αναβιώνει τη συζήτηση για τη μετανάστευση. Μια μερίδα αναλυτών υπογραμμίζει ότι η μετανάστευση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επανεκκίνηση των οικονομίων μετά το τέλος της πανδημίας. Από την άλλη, ο αντίκτυπος της πανδημίας στην αγορά εργασίας ενδέχεται να αυξήσει τις διακρίσεις εις βάρος των μεταναστών. Στο πλαίσιο αυτό, η καλύτερη κατανόηση των συνολικών και διανεμητικών επιπτώσεων της μετανάστευσης έχει ιδιαίτερη σημασία για τον σχεδιασμό αποτελεσματικών πολιτικών.

    Η ακαδημαϊκή έρευνα σχετικά με τις μακροοικονομικές επιπτώσεις της μετανάστευσης είναι περιορισμένη εν μέρει λόγω της έλλειψης επαρκών δεδομένων. Εξαίρεση χώρας αποτελεί η Γερμανία, που παρέχει από το 2006 μηνιαία στοιχεία για τις αφίξεις αλλοδαπών ανά χώρα προέλευσης με βάση τα δημοτικά μητρώα εγγεγραμμένων κατοίκων. Η Γερμανία είναι, σήμερα, ο δεύτερος μεγαλύτερος προορισμός μεταναστών παγκοσμίως, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, και η μετανάστευση αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα αύξησης του πληθυσμού της. 

    Εξετάζοντας τα στοιχεία για τη Γερμανία κατά την περίοδο 2006-2019 σε πρόσφατη μελέτη μας, παρατηρούμε μεγάλη αύξηση στο καθαρό ποσοστό μετανάστευσης, το οποίο υπολογίζεται ως ο λόγος της διαφοράς εισροών και εκροών αλλοδαπών προς τον πληθυσμό σε ηλικία εργασίας. Συγκεκριμένα, το ποσοστό αυτό αυξήθηκε από σχεδόν 0% το 2009 σε 0,4% το 2014 και κορυφώθηκε σε περισσότερο από 1,8% με την προσφυγική κρίση το 2016.

    Η μελέτη μας παρέχει οικονομετρικά ευρήματα που υποδηλώνουν ότι οι καθαρές μεταναστευτικές ροές μπορούν να έχουν σημαντική επίδραση στη συνολική ζήτηση βραχυχρόνια. Συγκεκριμένα, δείχνουμε ότι η μετανάστευση στη Γερμανία αυξάνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, το μέσο ωρομίσθιο τόσο στον τομέα της μεταποίησης όσο και στη συνολική οικονομία, τις τιμές των κατοικιών, τις ιδιωτικές επενδύσεις, την κατανάλωση, τη βιομηχανική παραγωγή, τις καθαρές εξαγωγές, και το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ). 

    Ενώ για τις συνολικές μεταναστευτικές ροές δεν προκύπτει στατιστικά σημαντική επίδραση στον πληθωρισμό, όταν εξετάζουμε ξεχωριστά τις αφίξεις μεταναστών από χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), βρίσκουμε ότι επιδρούν αυξητικά στον πληθωρισμό, ενώ το αντίθετο αποτέλεσμα προκύπτει για τις αφίξεις από χώρες εκτός ΟΟΣΑ. Στην πρώτη περίπτωση, φαίνεται να επικρατούν τα θετικά αποτελέσματα στην πλευρά της συνολικής ζήτησης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση επικρατούν τα αποτελέσματα στη συνολική προσφορά. Οι μετανάστες από χώρες του ΟΟΣΑ, γενικά, χαρακτηρίζονται από υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης και απολαμβάνουν υψηλοτέρα εισοδήματα στη χώρα υποδοχής σε σύγκριση με τους μετανάστες από χώρες εκτός ΟΟΣΑ.

    Η ανάλυσή μας εστιάζει επίσης στην επίδραση των μεταναστευτικών ροών στην ανεργία. Το κύριο εύρημα είναι ότι η ανεργία μειώνεται για τους ημεδαπούς κατοίκους της Γερμανίας ως αποτέλεσμα της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, οδηγώντας παράλληλα σε μείωση της συνολικής ανεργίας. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, θέσεις εργασίας μπορούν να δημιουργηθούν απευθείας από αυτοαπασχολούμενους μετανάστες ή όσους δημιουργούν δικές τους επιχειρήσεις και έμμεσα από από ειδικευμένους μετανάστες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της έρευνας και καινοτομίας ενισχύοντας την τεχνολογική πρόοδο. Επίσης, οι μετανάστες αυξάνουν τη ζήτηση καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών όπως και τη ζήτηση κατοικίας, τα οποία με τη σειρά τους οδηγούν σε αύξηση της ζήτησης εργασίας. 

    Για τους ήδη διαμένοντες μετανάστες, βρίσκουμε ότι κατά μέσο όρο η ανεργία αυξάνεται ως αποτέλεσμα του εντονότερου ανταγωνισμού που αντιμετωπίζουν στην αγορά εργασίας από τους νεοεισερχόμενους μετανάστες. Η βιβλιογραφία αναφέρει ότι οι μετανάστες τυπικά έχουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα σε χειρωνακτικές εργασίες, ενώ οι ημεδαποί έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα σε αντικείμενα που απαιτούν καλή γνώση της γερμανικής γλώσσας. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη ότι οι ημεδαποί κάτοικοι και οι μετανάστες συνήθως δεν ανταγωνίζονται για τις ίδιες ακριβώς δουλειές, συμπεραίνουμε ότι οι εισερχόμενοι μετανάστες ασκούν συνολικά ισχυρότερο ανταγωνισμό στους ήδη υπάρχοντες μετανάστες από ότι στους ημεδαπούς κατοίκους. 

    Το αποτέλεσμα περί ασύμμετρης επίδρασης της μετανάστευσης στο ποσοστό ανεργίας ημεδαπών και προηγουμένων μεταναστών διαφοροποιείται όταν εξετάζουμε ροές μετανάστευσης αποκλειστικά από χώρες του ΟΟΣΑ σε συνδυασμό με στοιχεία για το ποσοστό ανεργίας με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, οι ροές αυτές αυξάνουν την ανεργία των ειδικευμένων ημεδαπών, καθώς συνεπάγονται περισσοτέρους ειδικευμένους μετανάστες με τους οποίους ανταγωνίζονται στην αναζήτηση εργασίας. Παράλληλα, συμβάλλοντας εντονότερα στη δημιουργία θέσεων εργασίας, ενισχύοντας την παραγωγικότητα, αυξάνοντας τη καταναλωτική ζήτηση, και βοηθώντας τις εταιρείες να επεκταθούν, οι εισερχόμενοι μετανάστες από χώρες του ΟΟΣΑ μειώνουν την ανεργία των ανειδίκευτων αλλοδαπών. 

    Το κύριο συμπέρασμα της μελέτης μας είναι ότι η μετανάστευση διευρύνει την οικονομική πίτα στη Γερμανία. Ο συνολικά θετικός αντίκτυπος της μετανάστευσης παραπέμπει στη φράση, Wir schaffen das (θα τα καταφέρουμε), που χρησιμοποίησε η Μέρκελ σε μια δήλωση πριν από πέντε χρόνια, στο αποκορύφωμα της προσφυγικής κρίσης στην Ευρώπη. Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν επίσης ότι δεν θα πρέπει πλέον να θεωρούμε τη μετανάστευση αποκλειστικά ως μια διαταραχή στην πλευρά προσφοράς της οικονομίας, αλλά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα αποτελέσματα που επιφέρει στη συνολική ζήτηση. Το κύριο συμπέρασμα πολιτικής για τη γερμανική οικονομία είναι η ανάγκη σχεδιασμού στρατηγικών αναδιανομής του οικονομικού οφέλους μεταξύ ημεδαπών κατοίκων και προηγούμενων μεταναστών. 

    Περαιτέρω έρευνα, κάνοντας χρήση δεδομένων για μισθούς με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης ή δεξιοτήτων, μπορεί να φωτίσει νέες πλευρές σχετικά με τις διανεμητικές επιπτώσεις των μεταναστευτικών ροών για ειδικευμένους και ανειδίκευτους εργαζομένους. Επιπλέον, χρειάζεται να αναπτυχθούν βάσεις αξιόπιστων δεδομένων και σε άλλες χώρες με διαφορετικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας από τη Γερμανία ώστε να μελετηθούν και εκεί οι συνέπειες της μετανάστευσης σε μακροοικονομικό επίπεδο.

    * Η κα Ευγενία Βέλλα είναι Επίκουρη Καθηγήτρια υπό διορισμό και μεταδιδακτορική ερευνήτρια (Επιστημονική Υπεύθυνος) του ΕΛΙΔΕΚ στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και Ερευνήτρια στο ΕΛΙΑΜΕΠ και στο Fundació MOVE (Markets, Organizations and Votes in Economics) της Βαρκελώνης.

    Ο τίτλος της μελέτης στην οποία βασίζεται το άρθρο είναι "Does Immigration Grow the Pie? Asymmetric Evidence from Germany” με συγγραφείς την Ευγενία Βέλλα και τον Nicolò Maffei-Faccioli (Πανεπιστήμιο Bocconi). Η πλήρης μελέτη είναι διαθέσιμη στα αγγλικά στην ιστοσελίδα https://eugeniavella.com/research/, ενώ μια συνοπτική εκδοχή της είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του ΕΛΙΑΜΕΠ, εδώ. Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Ορίζοντας 2020 (EU Horizon 2020 Marie Sklodowska-Curie Grant 798015 - EuroCrisisMove).


     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ