Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 15-Οκτ-2020 00:10

    Οι γυναίκες στην αγορά εργασίας: Ένα στοίχημα για την ελληνική οικονομία

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα

    Η πανδημία έχει δημιουργήσει σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον της αγοράς εργασίας, τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς. Παρά τις προσπάθειες των κυβερνήσεων να περιορίσουν την αύξηση της ανεργίας, η μείωση της απασχόλησης, λόγω έλλειψης νέων θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα σε κλάδους που πλήττονται έντονα από την κρίση, αλλά και η μείωση των ωρών εργασίας, προοιωνίζουν δυσοίωνες εξελίξεις τουλάχιστον για το μεσοπρόθεσμο διάστημα, όπως αναφέρουν πρόσφατες εκθέσεις του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ.

    Όπως επισημαίνουν οι ίδιες εκθέσεις, οι γυναίκες και οι νέοι πλήττονται δυσανάλογα από την κρίση, κυρίως λόγω της αυξημένης συμμετοχής τους σε κλάδους που επηρεάζονται περισσότερο από την πανδημία, όπως η παροχή υπηρεσιών σε φυσικά πρόσωπα (π.χ. λιανικές πωλήσεις, εστίαση, υποδοχή πελατών, κοκ). Για την Ελλάδα, η οποία βίωσε μια δεκαετή κρίση με εξαιρετικά αρνητικές επιδόσεις στην αγορά εργασίας, αλλά και η οποία χαρακτηρίζεται από παραδοσιακά χαμηλά ποσοστά απασχόλησης των γυναικών και των νέων, το πρόβλημα μεγεθύνεται. 

    Το ζήτημα της υπό-απασχόλησης των δύο αυτών μεγάλων και δυναμικών τμημάτων του πληθυσμού είναι κρίσιμο. Για αυτό εξάλλου το Παρατηρητήριο Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ ξεκινάει αυτή την εποχή, σε συνεργασία με το Νορβηγικό ερευνητικό ίδρυμα Fafo, μια έρευνα με στόχο τη διερεύνηση των εμποδίων στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας των νέων και των γυναικών.

    Εστιάζοντας στις γυναίκες, το μέγεθος του προβλήματος της υπό-απασχόλησής τους γίνεται κατανοητό με μια ματιά στα επίσημα στατιστικά στοιχεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ για το 2019, ο δείκτης συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό διαμορφώνεται στο 65% για τις ηλικίες 20-64, έναντι 83% για τους άνδρες. Αυτό σημαίνει ότι συνολικά 1,2 εκατομμύρια γυναίκες ήταν οικονομικά ανενεργές το 2019 για προσωπικούς, οικογενειακούς ή άλλους λόγους (εκτός εκπαίδευσης, ασθένειας ή συνταξιοδότησης). Δεδομένου δε ότι αντιμετωπίζουν αρκετά υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών για τις ίδιες ηλικίες διαμορφώνεται σε μόλις 51%, έναντι 71% των ανδρών. Σαν αποτέλεσμα, η Ελλάδα έχει τα χαμηλότερα επίπεδα απασχόλησης στην ΕΕ τόσο στον συνολικό πληθυσμό όσο και στις γυναίκες. 

    Η υπό-απασχόληση ενός τόσο μεγάλου τμήματος του δυνητικού ελληνικού εργατικού δυναμικού είναι προφανές ότι επηρεάζει αρνητικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Το στοίχημα μιας ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης προϋποθέτει τόσο τη μείωση της ανεργίας, όσο και την ενεργοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, όπως των γυναικών, που παραμένουν οικονομικά ανενεργά. Η συσχέτιση μεταξύ της οικονομικής μεγέθυνσης και της ενεργής συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι προφανής και εμπειρικά αποδεδειγμένη (γράφημα 1).

     

    pin
    Πηγή: Andriopoulou, Ε., Fasianos, Α. and Karakitsios, A. (2020), αδημοσίευτη μελέτη


    Η μειωμένη εργασιακή δυναμική των γυναικών οφείλεται σε δύο διαφορετικά φαινόμενα. Το ένα έχει να κάνει με τη μειωμένη συμμετοχή τους στο εργατικό δυναμικό -τα 1,2 εκατομμύρια ανενεργών γυναικών που αναφέρθηκαν προηγουμένως- ενώ το άλλο στο χαμηλό επίπεδο απασχόλησης των γυναικών που είναι ενταγμένες στο εργατικό δυναμικό (δηλαδή θέλουν και ψάχνουν να εργαστούν). 

    Το πρώτο πρόβλημα συνδέεται περισσότερο με την προσφορά εργασίας από την πλευρά των γυναικών και οι αιτίες αναζητούνται σε παράγοντες που οδηγούν τις γυναίκες στην αποχή από την αγορά εργασίας. Εδώ εκτός από πολιτισμικά πρότυπα και κοινωνικές νόρμες για τον ρόλο της γυναίκας που ενδεχομένως επηρεάζουν κάποιες εξ ’αυτών (ευτυχώς ολοένα και λιγότερες λόγω εξασθένισης αυτών των ιδεών), σημαντικό ρόλο παίζουν και μια σειρά άλλοι παράγοντες. Ανάμεσά τους η υποστήριξη από το κράτος, ιδιαίτερα όσον αφορά το σύστημα εκπαίδευσης στις προσχολικές ηλικίες, ώστε οι νέες μητέρες να μπορούν να επανενταχθούν σύντομα στην αγορά εργασίας, αλλά και το σύστημα των γονικών αδειών, ώστε η επιλογή πατρικής γονικής άδειας να αποτελεί μια σοβαρή εναλλακτική λύση. Επίσης, ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το ζήτημα των αμοιβών. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2018, η διαφορά στην αμοιβή μιας εργατοώρας ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες στην Ελλάδα κυμαίνεται γύρω στο 15%. Το γεγονός ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα σημαντικό χάσμα στις αμοιβές μεταξύ ανδρών και γυναικών, με αποτέλεσμα οι αμοιβές των τελευταίων να είναι αρκετά πιο χαμηλές, αποτελεί αντικίνητρο για την αναζήτηση εργασίας. 

    Η δεύτερη διάσταση, αυτή του χαμηλού επιπέδου απασχόλησης, αναδεικνύει το ζήτημα της απροθυμίας πρόσληψης γυναικών από την πλευρά των επιχειρήσεων. Η διακοπή της εργασίας λόγω μητρότητας, καθώς και οι αυξημένες απουσίες που ενδέχεται να έχουν οι γυναίκες λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, φαίνεται ότι λειτουργούν αποτρεπτικά για κάποιες επιχειρήσεις, ενώ δεν αποκλείεται να παίζουν ρόλο και εδώ αντιλήψεις και στερεότυπα για τον ρόλο και τις δυνατότητες των γυναικών. Είναι προφανώς εντελώς άδικο, οικονομικά αναποτελεσματικό και λογικά παράδοξο να "τιμωρούνται" οι γυναίκες γιατί τεκνοποιούν, ειδικά σε μια χώρα που πάσχει από σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα. Η έλλειψη επαρκούς κρατικής υποστήριξης σε κρίσιμες διαστάσεις πολιτικής όπως αυτές που αναφέρθηκαν προηγουμένως επιδεινώνει τα προβλήματα αυτά και διευρύνει τις ανισότητες λόγω φύλου στην αγορά εργασίας. 

    Οι δύο διαστάσεις προφανώς συνδέονται, ενώ υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση εργασίας από γυναίκες που δεν υπάρχει χώρος να αναπτυχθούν εδώ (π.χ. επαγγελματικός προσανατολισμός και προφίλ σπουδών, οικογενειακή οικονομική κατάσταση, κλπ.). Το ζήτημα είναι εξαιρετικά σημαντικό και αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα για την ελληνική οικονομία. Ως απόρροια των προβλημάτων που αναφέρθηκαν προηγουμένως, η διαφορά των εισοδημάτων από εργασία ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες στην Ελλάδα, ανέρχεται στο 49%. Πρόκειται για τη χειρότερη επίδοση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών και μια από τις χειρότερες συνολικά για τις χώρες του ΟΟΣΑ. Η επίδοση αυτή, πέρα από το μέγεθος των ανισοτήτων που αναδεικνύει, αποτυπώνει και την οικονομική απώλεια που αυτές συνεπάγονται, καθώς δεν επιτρέπουν, ή αποθαρρύνουν την ενεργότερη συμμετοχή των γυναικών στην οικονομική δραστηριότητα. 

    Πέρα από την πρόδηλη ανάγκη ενίσχυσης του ρυθμού μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα εν μέσω πανδημίας και ύστερα από μια βαθιά οικονομική κρίση που της στέρησε περισσότερο από το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, μια σημαντική αύξηση της απασχόλησης των γυναικών θα προσέφερε και άλλα σημαντικά οφέλη όπως τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και κατ’ επέκταση την αύξηση των φορολογικών εσόδων, ενώ θα αποτελούσε και μια τονωτική ένεση για το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας, ενισχύοντας σε μεγάλο βαθμό τη βιωσιμότητά του. 

    * Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Διαβάστε το ΚΕΦΑΛΑΙΟ
    και ηλεκτρονικά στο

    ReadPoint
    Kυκλοφορεί μαζί με το
    FORBES ΟΚΤ 2020