Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 20-Αυγ-2020 00:04

    Το χρηματιστηριακό παράδοξο της πανδημίας

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δ. Χ. Κατσίκα

    Τους τελευταίους μήνες παρατηρείται ένα παράδοξο στην πορεία των χρηματιστηριακών δεικτών στις ΗΠΑ, το οποίο έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των αναλυτών διεθνώς. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός, ότι καθώς η πανδημία εξελίσσεται προς το χειρότερο και η αμερικανική οικονομία καταποντίζεται, οι χρηματιστηριακοί δείκτες, εδώ και μερικούς μήνες, έχουν επιδοθεί σε μια ξέφρενη ανοδική πορεία. 

    Από τις 23 Μαρτίου, όταν η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, ανακοίνωσε ένα άνευ προηγουμένου πρόγραμμα παροχής ρευστότητας -το οποίο ακολούθησε λίγες ημέρες αργότερα ένα δημοσιονομικό πακέτο τόνωσης της οικονομίας άνω των 2 τρισ. δολαρίων- ο δείκτης Dow Jones έχει καταγράψει άνοδο που προσεγγίζει το 50%, ανακτώντας σχεδόν όλες τις απώλειες που υπέστη από την αρχή της πανδημίας, ενώ ο S&P έχει καταγράψει ακόμη μεγαλύτερη άνοδο, και βρίσκεται πλέον σε θετικό έδαφος για το 2020, φτάνοντας το ιστορικό υψηλό των αρχών του έτους. Ωστόσο, τη μεγαλύτερη άνοδο, κοντά στο 65% από τα χαμηλά επίπεδα του Μαρτίου, εμφανίζει ο δείκτης Nasdaq, ο οποίος καταγράφει συνεχώς νέα ιστορικά υψηλά. 

    Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που η πανδημία στις ΗΠΑ συνεχίζει να εξελίσσεται ανεξέλεγκτη, καθιστώντας τη χώρα θλιβερό πρωταθλητή τόσο σε κρούσματα όσο και σε θανάτους, ενώ σε διεθνές επίπεδο, πολλές χώρες φαίνεται να βρίσκονται στο κατώφλι ενός δεύτερου κύματος.

    Στο 16ο Εβδομαδιαίο Δελτίο οικονομικών εξελίξεων του Παρατηρητηρίου Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ, είχαμε αναδείξει το φαινόμενο μέσω του πιο κάτω γραφήματος. 

    Eliamep 19.08.2020


    Το διάγραμμα παρουσιάζει τη συσχέτιση μεταξύ των ημερήσιων κρουσμάτων Covid-19 και του επιπέδου των κυριότερων χρηματιστηριακών δεικτών σε διάφορες χώρες. Είναι φανερό ότι στις ΗΠΑ, εν αντιθέσει με άλλες χώρες, οι τιμές των μετοχών έχουν αποσυνδεθεί από τη δυναμική της εξέλιξης της πανδημίας. Οι τιμές των μετοχών ανεβαίνουν, παράλληλα με τα κρούσματα. Στις υπόλοιπες χώρες αντίθετα, η σχέση έχει το αναμενόμενο αρνητικό πρόσημο - καθώς τα κρούσματα αυξάνονται, οι τιμές των χρηματιστηριακών δεικτών πέφτουν, και το αντίστροφο. 

    Αυτό που ίσως προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση, είναι ότι η πορεία αυτή στις ΗΠΑ έχει συνεχιστεί παρά τα αρνητικά ρεκόρ που καταγράφονται σε επίπεδα ανεργίας αλλά και οικονομικής δραστηριότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανακοίνωση της πτώσης του αμερικανικού ΑΕΠ κατά 33% το δεύτερο τρίμηνο του έτους -πρόκειται για τη μεγαλύτερη τριμηνιαία πτώση του ΑΕΠ στην ιστορία των ΗΠΑ- άσκησε αρνητική επίδραση στους χρηματιστηριακούς δείκτες για λίγες μόνο ώρες, προτού αυτοί συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία.

    Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο; Πώς είναι δυνατόν, εν μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, τα αμερικανικά χρηματιστήρια να καταγράφουν ιστορικά υψηλά; Οι απαντήσεις των αναλυτών σε αυτό το ερώτημα έχουν αναπόφευκτα οδηγήσει σε μια συζήτηση γύρω από το αέναο ερώτημα περί της ορθολογικότητας των αγορών. 

    Για τους υπερασπιστές της οικονομικής ορθοδοξίας, το παράδοξο μπορεί να εξηγηθεί ορθολογικά. Το βασικό επιχείρημά τους είναι ότι οι χρηματιστηριακοί δείκτες είναι "προπορευόμενοι δείκτες", δηλαδή κοιτάζουν προς το μέλλον και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα την κατάσταση της οικονομίας στο παρόν. Στη βάση αυτή, η πορεία των δεικτών εξηγείται ως προεξόφληση της παροδικότητας των αρνητικών συνεπειών της πανδημίας -προεξόφληση η οποία ενισχύεται από τα θετικά νέα στο μέτωπο της δημιουργίας εμβολίου για τον κορονοϊό- και εστίαση στις πιο μέσο-μακροπρόθεσμες οικονομικές εξελίξεις, όπου προβλέπεται ισχυρή οικονομική ανάκαμψη.

    Η επιχειρηματολογία αυτή ενισχύεται και από την ανάλυση των επιμέρους κλαδικών δεικτών, όπου φαίνεται ότι η ανοδική πορεία των τιμών δεν αφορά όλους τους κλάδους. Πολλοί από τους κλάδους που πλήττονται περισσότερο από την πανδημία και τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές και το λιανικό εμπόριο καταγράφουν σημαντικές απώλειες, εν αντιθέσει με κλάδους υψηλής τεχνολογίας, τηλεπικοινωνιών και διαδυκτιακών υπηρεσιών, οι οποίοι έχουν ενισχυθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς η ζήτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους έχει αυξηθεί. 

    Στο πλαίσιο αυτό εξηγείται και η εκπληκτική άνοδος του Nasdaq, ενός δείκτη ο οποίος περιλαμβάνει κυρίως μετοχές εταιρειών υψηλής τεχνολογίας. Καθώς η πανδημία φαίνεται να διαμορφώνει νέες προοπτικές για τις τηλεπικοινωνίες και τις διαδυκτιακές υπηρεσίες, οι εταιρείες στους κλάδους αυτούς αναδεικνύονται σε σημαντικούς παίκτες στο μέσο-μακροπρόθεσμο διάστημα. Αντιθέτως, σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, οι εταιρείες που δοκιμάζονται, είναι θύματα του επιχειρηματικού τους μοντέλου, που φαντάζει ξεπερασμένο στο νέο μέλλον που διαμορφώνεται - μια οδυνηρή, αλλά εν τέλει αναγκαία και μακροπρόθεσμα ευεργετική, περίπτωση δημιουργικής καταστροφής.

    Ένα δεύτερο βασικό επιχείρημα, που συνδέεται ωστόσο με το πρώτο, είναι η παρέμβαση των δημόσιων αρχών και κυρίως της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, η οποία έχει διασφαλίσει παροχή ρευστότητας άνω των 100 δισ. δολαρίων μηνιαίως έως και το τέλος του 2021. Με αυτό το δεδομένο, οι αγορές φαίνεται πως προεξοφλούν ότι η οικονομία έχει στη διάθεσή της την αναγκαία ρευστότητα για να αντεπεξέλθει αποτελεσματικά στις επιπτώσεις της πανδημίας. 

    Από την άλλη πλευρά, όσοι -όπως και ο συγγραφέας του παρόντος κειμένου- θεωρούν παράδοξη την πορεία των χρηματιστηριακών δεικτών, επισημαίνουν τις αδυναμίες των προηγούμενων επιχειρημάτων. Έτσι, για παράδειγμα, αναρωτιούνται, πώς, εάν οι αγορές είναι τόσο αποτελεσματικές στις προβλέψεις τους, απέτυχαν να προβλέψουν εγκαίρως την εξέλιξη και τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας. Οι αγορές μέχρι και το τέλος Φεβρουαρίου συνέχιζαν την ανοδική τους πορεία παρά τις εξελίξεις στην Κίνα και τις συνεχιζόμενες προειδοποιήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Στη συνέχεια κατέρρευσαν μέσα σε ένα μήνα, χάνοντας πάνω από το 30% της αξίας τους, προτού ξεκινήσουν και πάλι την ανοδική τους πορεία. Αυτή η αλληλουχία αντιδράσεων -εφησυχασμός που ακολουθείται από πανικό και στη συνέχεια υπερβολική εκ νέου αισιοδοξία- υπονομεύει το αφήγημα των αποτελεσματικών αγορών που "κοιτάζουν μπροστά".

    Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό άλλωστε· η αδυναμία των αγορών να προβλέψουν σημαντικές κρίσεις, ακόμα και όταν υπάρχουν προφανείς ενδείξεις, είναι κάτι που έχει συμβεί επανειλημμένα τις τελευταίες δεκαετίες, όπως και η πανικόβλητη αντίδρασή τους όταν πια η κρίση ξεσπάει. Ο σκεπτικισμός για τις "μελλοντολογικές" ικανότητες των αγορών ενισχύεται περαιτέρω και από τη διάχυτη αβεβαιότητα που υπάρχει αυτή τη στιγμή διεθνώς για την εξέλιξη της πανδημίας καθώς και τη μορφή και τη διάρκεια της οικονομικής ανάκαμψης. Η αβεβαιότητα αυτή, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικά αρνητικές εξελίξεις στην οικονομία, οδήγησαν ακόμα και το ΔΝΤ να προειδοποιήσει ότι υπάρχει μια πολύ σοβαρή διάσταση μεταξύ της πορείας της οικονομίας και αυτής των αγορών, η οποία σε ενδεχόμενη σημαντική "διόρθωση" μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

    Τέλος, αναπάντητο μένει το ερώτημα γιατί το φαινόμενο αυτό παρατηρείται στις ΗΠΑ και όχι σε άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες. Η πορεία των χρηματιστηρίων των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου για παράδειγμα, φαίνεται να ακολουθεί μια πιο ορθολογική πορεία η οποία συνάδει απόλυτα με την ευάλωτη κατάσταση των οικονομιών τους και το δυσανάλογα μεγάλο πλήγμα που αναμένεται να δεχθούν λόγω της εξάρτησή τους από τον τουρισμό. Είναι η οικονομία των ΗΠΑ τόσο ισχυρή και άτρωτη στον κορονοϊό, ώστε οι αγορές να προεξοφλούν τη γρήγορη και άνετη επάνοδο της οικονομίας της; Κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να υποστηριχθεί όταν το ΑΕΠ της χώρας μόλις υπέστη τη μεγαλύτερη τριμηνιαία πτώση στην ιστορία της.

    Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ βασίζονται περισσότερο από κάθε άλλη οικονομία στον κόσμο στο χρηματοπιστωτικό τους σύστημα για τη χρηματοδότηση της οικονομίας τους. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εγγύηση της κεντρικής τράπεζας για παροχή άφθονου και φθηνού χρήματος για τον επόμενο ενάμιση χρόνο (τουλάχιστον) μειώνουν τα αντανακλαστικά του κινδύνου των επενδυτών και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα κυνήγι επενδυτικών ευκαιριών σε περίοδο κρίσης. Αυτό σημαίνει ωστόσο, ότι η διάσταση μεταξύ της πραγματικής και της χρηματοπιστωτικής οικονομίας μεγεθύνεται. Τη στιγμή που η πραγματική οικονομία ασφυκτιά, η χρηματοπιστωτική οικονομία κερδοσκοπεί σε ένα αβέβαιο μέλλον, με τη βεβαιότητα που της δίνει η εγγύηση της ανεξάντλητης κρατικής ρευστότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση βέβαια, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τις αγορές για πλήρη ανορθολογισμό· πρόκειται μάλλον για ένα στοίχημα υπολογισμένου ρίσκου, σε ένα πλαίσιο δημόσιας πολιτικής, που τελικά, αντί να καταπολεμά, διογκώνει το πρόβλημα του ηθικού κινδύνου.

    * Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ