Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 13-Φεβ-2020 00:04

    Πώς μπορεί η Ελλάδα να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της;

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Σπύρου Παολινέλη

    Καθώς η χώρα μας μοιάζει να βγαίνει από την κρίση και πλέον αντικρίζει τη νέα δεκαετία με περισσότερη αισιοδοξία, είναι μία καλή ευκαιρία να σκεφτούμε με ποιον τρόπο μπορούμε να επιταχύνουμε τους ρυθμούς ανάπτυξης και να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας.

    Κάτι που σίγουρα το έχουμε ανάγκη, όπως φαίνεται και από την κατάταξη της χώρα μας στον πίνακα ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum του 2019. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 59η θέση, έχοντας υποχωρήσει άλλες δύο θέσεις σε σχέση με το 2018. Οι μοναδικές ευρωπαϊκές χώρες κάτω από εμάς, είναι η Τουρκία, η Κροατία, η Σερβία, το Μαυροβούνιο, η Αλβανία, η Βόρειος Μακεδονία και η Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Ενώ χώρες, όπως το Αζερμπαϊτζάν, η Κολομβία και το Καζακστάν βρίσκονται λίγο πιο πάνω από εμάς.  

    Ακόμη περισσότερο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, σε όλες αυτές τις χώρες, η πορεία του δείκτη ανταγωνιστικότητας είναι ανοδική ενώ της χώρας μας είναι καθοδική. Αυτό σημαίνει ότι, αν δεν αναστρέψουμε άμεσα αυτήν την πορεία, όλο και περισσότερες χώρες θα μας προσπερνάνε και όλο και περισσότερο θα απομακρυνόμαστε από αυτές, που είναι ήδη μπροστά μας. Αποτελεί λοιπόν επιτακτική ανάγκη να βελτιώνουμε, συνεχώς, την ανταγωνιστικότητά μας και μάλιστα με πιο γρήγορους ρυθμούς από τους ανταγωνιστές μας, στις διεθνείς αγορές.

    Η αλήθεια είναι ότι, συνηθίζουμε να μιλάμε για τις παθογένειες της οικονομίας μας και του κράτους μας, δικαιολογημένα ή όχι δεν έχει τόση σημασία. Το ερώτημα είναι τι κάνουμε, ατομικά και σε επίπεδο επιχείρησης, με αυτά, που βρίσκονται στον δικό μας έλεγχο; Σε τι βαθμό επιτυγχάνουμε το βέλτιστο αποτέλεσμα με τους πόρους, που διαθέτουμε; Σε τι βαθμό βοηθάμε τους ανθρώπους μας να αναδείξουν το δυναμικό τους και ποιο είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ενέργειας;

    Η απάντηση στα παραπάνω προκύπτει από τα ευρήματα της τελευταίας έρευνας (2017) της Gallup "State of the Global Workplace”. Σύμφωνα με αυτά, οι εταιρείες, που προσανατολίζουν τα συστήματα διαχείρισης απόδοσης στην ικανοποίηση βασικών ανθρώπινων αναγκών για ψυχολογική δέσμευση, παίρνουν το βέλτιστο από τους υπαλλήλους τους. Ένα άτομο είναι δεσμευμένο όταν έχει ενθουσιασμό για την εργασία του και εμπλέκεται συναισθηματικά με αυτήν. Το εύρημα υποστηρίζεται στατιστικά. Έτσι, εταιρείες όπου οι εργαζόμενοι έχουν υψηλό βαθμό δέσμευσης έχουν και 17% μεγαλύτερη παραγωγικότητα και 21% μεγαλύτερη κερδοφορία, ενώ υπερτερούν σημαντικά σε όλους τους άλλους κρίσιμους δείκτες (ικανοποίηση πελατών, ασφάλεια, ποιότητα κλπ.). 

    Στη χώρα μας μόνον 11% των εργαζομένων αισθάνονταν δέσμευση με την εργασία τους και εδώ ξανά αυτός ο δείκτης είναι σε καθοδική πορεία σε αντίθεση με εκείνον των γειτόνων μας.

    Παρόλα αυτά, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις ανεπτυγμένες χώρες. Σε αυτές, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας έρχεται κυρίως από καινοτόμα και sophisticated προϊόντα και υπηρεσίες. Για τη σχεδίαση και παραγωγή τέτοιων προϊόντων και υπηρεσιών, χρειαζόμαστε άτομα, που πληρούν δύο προϋποθέσεις: έχουν υψηλή δέσμευση και είναι εξοπλισμένα με τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες. Είναι τα άτομα, που συνηθίζουμε να τα ονομάζουμε "ταλέντα".

    Τι θα μπορούσαμε λοιπόν να κάνουμε; 

    Πρώτα θα πρέπει να δουλέψουμε πάνω στη δέσμευση και να αναγνωρίσουμε μία πιθανόν άβολη αλήθεια: Όσα "ταλέντα" έχουν μείνει στην Ελλάδα, μετά από το brain drain, δεν προσλαμβάνονται από τους εργοδότες αλλά "προσλαμβάνουν" τους εργοδότες τους. Επιλέγουν, δεν επιλέγονται. 

    Η αμοιβή είναι ένα από τα κριτήρια επιλογής τους είναι, αλλά όχι το μοναδικό, ούτε το κυριότερο. Εταιρίες, που επιδεικνύουν ότι έχουν έναν ευγενικό σκοπό, ένα συναρπαστικό όραμα και ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη των ανθρώπων τους, θα έχουν προτεραιότητα στις προτιμήσεις τους. Η Gallup μας δίνει άλλο ένα κλειδί: Το στοιχείο, που καλύτερα προδικάζει τον συνολικό βαθμό δέσμευσης σε έναν οργανισμό, είναι η απάντηση στο ερώτημα: "Υπάρχει κάποιος στην εταιρεία, που ενθαρρύνει την ανάπτυξή μου;". Χρειαζόμαστε λοιπόν μια στρατηγική προσανατολισμένη στην ανάπτυξη των ανθρώπων. Δίνοντας προσοχή όμως σε μια σημαντική λεπτομέρεια: ανάπτυξη προς την κατεύθυνση, που το άτομο θέλει να αναπτυχθεί. Έτσι αναδεικνύεται η ανάγκη για μάνατζερ – coaches ή καλύτερα για ηγέτες, που θα εμπνεύσουν τους ανθρώπους τους με το όραμά τους και θα τους προσφέρουν ό,τι χρειάζονται για να κάνουν αυτό το όραμα πραγματικότητα.

    Στη συνέχεια, πρέπει να επικεντρωθούμε στις απαιτούμενες γνώσεις και δεξιότητες. Ζούμε σε εποχή επιταχυνόμενου ρυθμού αλλαγών και λογαριθμική ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένης και της Τεχνητής Νοημοσύνης, που σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να ορίσουμε ένα πλήρες σετ δεξιοτήτων ακόμη και για το κοντινό μέλλον. Έτσι, θα πρέπει να αγκαλιάσουμε την ιδέα, ότι ως άτομα θα είμαστε συνεχώς μαθητευόμενοι και ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να ενθαρρύνουν και να επενδύουν στη συνεχή μάθηση. Πέραν όμως όλων των δεξιοτήτων, που συνδέονται με την τεχνολογία, η έρευνα του World Economic Forum αναδεικνύει ως σημαντικές για το μέλλον δεξιότητες, την κριτική σκέψη και τη δημιουργικότητα.

    Οι περισσότεροι άνθρωποι μπερδεύουν την εξυπνάδα, με την ποιότητα της σκέψης. Το πόσο καλά δηλαδή χρησιμοποιούμε τον εγκέφαλό μας δεν συνδέεται πάντα με την εξυπνάδα μας. Πιστεύω ότι ο Dr. Edward de Bono, έχει δίκιο όταν λέει ότι "Πολλοί έξυπνοι άνθρωποι δεν σκέπτονται καλά. Πολλοί άνθρωποι μέτριας εξυπνάδας, σκέπτονται καλύτερα. Η ισχύς του αυτοκινήτου είναι άλλο πράγμα από το πώς το αυτοκίνητο οδηγείται.” 

    Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τη δημιουργικότητα. Πιστεύουμε ότι είναι ένα χάρισμα, που είτε το έχεις είτε όχι. Η αλήθεια είναι ότι η δημιουργικότητα είναι μια διδασκόμενη δεξιότητα.

    Είναι ενδεικτικό το παράδειγμα της Σιγκαπούρης, η οποία βρίσκεται στην πρώτη θέση στον πίνακα ανταγωνιστικότητας. Τα παιδιά εκεί από ηλικία 6 έως 15 ετών, μαθαίνουν στο σχολείο πώς να σκέφτονται και πώς να γίνονται δημιουργικά, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία σκέψης του Dr. Edward de Bono – de Bono Thinking Systems, ειδικά διαμορφωμένα για την ηλικία τους.

    Χρειάζεται λοιπόν να εκπαιδεύσουμε τους ανθρώπους μας, πώς να σκέφτονται κριτικά και πώς να ενεργοποιούν την εγγενή τους δημιουργικότητα, ενθαρρύνοντας και ανταμείβοντας την επίδειξη αυτών των δεξιοτήτων στην καθημερινή τους εργασία. Και μάλιστα από πολύ μικρή ηλικία. 

    Έχοντας στελέχη με υψηλή δέσμευση και εξοπλισμένα με τη δεξιότητα της δημιουργικότητας, θα μπορέσουμε να παράγουμε τα καινοτόμα και sophisticated προϊόντα και υπηρεσίες, ώστε να αναστρέψουμε την πορεία της ανταγωνιστικότητας της χώρας μας και να αντικρύζουμε το μέλλον μας με περισσότερη αισιοδοξία.

    * Ο κ. Σπύρος Παολινέλης είναι ιδρυτής της AMNIS Learning & Growth

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων