Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 20-Νοε-2019 00:03

    Φορολογικός Κώδικας de minimis για μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Ιωάννη Γκιτσάκη

    Η αύξηση της φορολογικής γραφειοκρατίας την τελευταία δεκαετία είναι κατακόρυφη και εξοντωτική, ειδικά για μικρές επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να απευθυνθούν σε λογιστή, αλλά και για τους ίδιους τους λογιστές, οι οποίοι σήμερα σηκώνουν πολύ μεγαλύτερο βάρος από αυτό που (θα έπρεπε να) τους αναλογεί. Μια μικρή ατομική επιχείρηση ή ένας νέος ελεύθερος επαγγελματίας με χαμηλό τζίρο έχει mutatis mutandis τις ίδιες τυπικές φορολογικές υποχρεώσεις με μία μεγάλη ανώνυμη εταιρία. Εντάσσεται στο ίδιο νομοθετικό πλαίσιο, υποβάλλει τις ίδιες φορολογικές δηλώσεις, χρησιμοποιεί τα ίδια φορολογικά έντυπα και υπάγεται στην ίδια φορολογική γραφειοκρατία, τηρουμένων των αναλογιών φυσικά. Ας δούμε ορισμένα βασικά παραδείγματα:

    1. Έντυπο Ε3. Είτε είσαι νέος ελεύθερος επαγγελματίας με τζίρο 3.000 ευρώ, είτε μεγάλη ανώνυμη εταιρία με τεράστιο τζίρο, υποχρεούσαι να υποβάλεις το ίδιο έντυπο Ε3, με την πολύπλοκη δομή και τους εκατοντάδες κωδικούς, ανάμεσα στους οποίους θα πρέπει να εντοπίσεις και να συμπληρώσεις τους μόλις 10 κωδικούς που σε αφορούν.

    2. Περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ. Ακόμη και αν δεν έχεις παρακρατήσει ΦΠΑ ή έχεις παρακρατήσει μόλις 50 ευρώ, υποχρεούσαι να υποβάλεις 4 περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ ανά τρίμηνο. Αντίστοιχες υποχρεώσεις υπάρχουν και για τις λοιπές δηλώσεις παρακρατούμενων φόρων, αλλά και για τις έγγραφες συμφωνίες αμοιβών με τους πελάτες.

    3. Είτε είσαι νέος ελεύθερος επαγγελματίας με χαμηλό τζίρο, είτε μεγάλη επιχείρηση, υποχρεούσαι να υποβάλεις τις (ετήσιες πλέον) συγκεντρωτικές καταστάσεις (ΜΥΦ). Αντίστοιχη υποχρέωση προβλέπεται και για την εφαρμογή του μέτρου των ηλεκτρονικών βιβλίων, το οποίο σχεδιάζεται να εφαρμοστεί από το 2020 για όλες τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες, ανεξαρτήτως τζίρου.

    4. Είτε έχεις τζίρο 3.000 ευρώ, είτε 300.000 ευρώ, υποχρεούσαι να εγκαταστήσεις και να λειτουργείς μηχάνημα POS, υποκείμενος στο σχετικό κόστος αγοράς, στο ετήσιο κόστος χρήσης και στις επιβαλλόμενες τραπεζικές προμήθειες.

    Τα παραπάνω παραδείγματα δεν είναι βεβαίως και τα μοναδικά. Η φορολογική γραφειοκρατία συνεχώς αυξάνει, σε βαθμό που οι μικρές επιχειρήσεις, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αγρότες που προσπαθούν να τηρούν μόνοι τους τις φορολογικές - λογιστικές τους υποχρεώσεις, αναγκάζονται να αναλώνουν ένα μεγάλο μέρος του παραγωγικού τους χρόνου, για την παρακολούθηση της φορολογικής νομοθεσίας και την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή. Αντίστοιχο είναι και το βάρος που επιρρίπτεται στις πλάτες των λογιστών, οι οποίοι αναγκάζονται να διαχειρίζονται τριπλάσιο όγκο φορολογικών δηλώσεων και φορολογικών υποχρεώσεων από αυτόν που πραγματικά θα έπρεπε να διαχειρίζονται, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό εντελώς άσκοπα, καθώς η συμπλήρωση λ.χ. ενός πολύπλοκου εντύπου Ε3 για έναν επαγγελματία με τζίρο 3.000 ευρώ, συνιστά μία άσκοπη φορολογική γραφειοκρατία που δεν εξυπηρετεί κανέναν απολύτως σκοπό.

    Η νέα κυβέρνηση, ενόψει του σχεδιαζόμενου νέου και απλούστερου (κατά τις σχετικές δηλώσεις των αρμοδίων Υπουργών και Υφυπουργών) φορολογικού νομοσχεδίου, θα πρέπει να επανεξετάσει τη σκοπιμότητα κάθε εφαρμοζόμενου φορολογικού μέτρου και κάθε υποβαλλόμενης φορολογικής δηλώσεως. Να αξιολογήσει κατά πόσον η εφαρμογή κάθε μέτρου και η υποχρέωση υποβολής κάθε δηλώσεως, από όλες τις επιχειρήσεις και από όλους τους "επιτηδευματίες" και αγρότες, ανεξαρτήτως μεγέθους και τζίρου, εξυπηρετεί πράγματι κάποια φορολογική σκοπιμότητα ή συνιστά απλώς ένα υπέρμετρο φορολογικό βάρος, το οποίο επιβαρύνει δυσανάλογα ένα μεγάλο μέρος του παραγωγικού ιστού της χώρας (μικρές επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες), σε σχέση με το προσδοκώμενο φορολογικό όφελος.

    Η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στη θέσπιση μιας απλούστερης φορολογικής νομοθεσίας για μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες με χαμηλούς τζίρους. Ειδικότερα, θα πρέπει να τεθεί ένα όριο τζίρου, λ.χ. 25.000 ευρώ, και να προβλεφθεί μία απλούστερη φορολογική νομοθεσία και γραφειοκρατία για τις επιχειρήσεις, τους επαγγελματίες και τους αγρότες που δεν υπερβαίνουν το όριο αυτό. Μία απλή φορολογική νομοθεσία "de minimis". Με απλές διατάξεις για την τήρηση των φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, με εξαίρεση από την υποχρέωση της ηλεκτρονικής τήρησης των φορολογικών βιβλίων, χωρίς υποχρέωση υποβολής εντύπου Ε3 ή έστω με υποχρέωση υποβολής ενός απλοποιημένου μονοσέλιδου Ε3 που θα περιέχει μόνο τους κωδικούς που αφορούν σε αυτές τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες, με εξαίρεση από την υπαγωγή στο ΦΠΑ (αύξηση στις 25.000 ευρώ του ορίου υπαγωγής από τις 10.000 ευρώ που είναι σήμερα) ή έστω με την υποχρέωση υποβολής μίας μόνο ετήσιας δηλώσεως ΦΠΑ και όχι τριμηνιαίων περιοδικών δηλώσεων, με την κατάργηση της υποχρέωσης υποβολής συγκεντρωτικών καταστάσεων (ΜΥΦ), με την κατάργηση της υποχρέωσης υποβολής τριμηνιαίων καταστάσεων εγγράφων συμφωνιών με τους πελάτες τους, με την κατάργηση της υποχρέωσης εγκατάστασης POS κλπ. Μία απλή φορολογική νομοθεσία, η οποία θα ελαχιστοποιήσει το διαχειριστικό βάρος τόσο των μικρών επιχειρήσεων, επαγγελματιών και αγροτών, όσο και των λογιστών. Αλλά παράλληλα θα ελαχιστοποιήσει και το διαχειριστικό βάρος της ίδιας της φορολογικής Αρχής, η οποία αναλώνεται στη διαχείριση άσκοπων φορολογικών δηλώσεων, αντί να επικεντρώνεται στη διαχείριση και στον έλεγχο των επιχειρήσεων και των δηλώσεων όπου συγκεντρώνεται η πραγματική και ουσιαστική φοροαποφυγή και φοροδιαφυγή.

    Κλείνοντας, θα αναφερθώ σε ορισμένες περιπτώσεις, οι οποίες χρήζουν ειδικότερης αναφοράς και αντιμετώπισης:

    1. Το όριο υπαγωγής στο ΦΠΑ. Είναι επιβεβλημένο να αυξηθεί το όριο του τζίρου για την απαλλαγή από τον ΦΠΑ, από το ποσό των 10.000 ευρώ που ισχύει σήμερα, σε αυτό του κοινοτικού μέσου όρου που είναι περίπου στις 25.000 ευρώ. Η συζήτηση για την απαλλαγή από τον ΦΠΑ των μικρών επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών με τζίρους κάτω των 25.000 ευρώ είχε ξεκινήσει στο Υπουργείο Οικονομικών από το 2013, μετά από σχετική πρόταση του ΔΝΤ, αλλά δεν έχει ληφθεί σχετική απόφαση μέχρι σήμερα, παρά τις συνεχείς σχετικές εξαγγελίες. Είναι ένα μέτρο που θα πρέπει να νομοθετηθεί άμεσα, καθώς θα συμβάλει στη μείωση του διαχειριστικού βάρους των επιχειρήσεων, των ελευθέρων επαγγελματιών, των λογιστών και της φορολογικής Αρχής.

    2. Η υποχρέωση εγκατάστασης και χρήσης POS. Η καθιέρωση της υποχρέωσης αυτής για όλες τις επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες που υπάγονται σε συγκεκριμένους ΚΑΔ, συνιστά μία ακόμα άσκοπη και υπέρμετρη επιβάρυνση των μικρών επιχειρήσεων και "επιτηδευματιών", η οποία επιβλήθηκε χωρίς κανένα προηγούμενο σχεδιασμό και χωρίς καμία μελέτη "σκοπιμότητας". Άσκοπη, διότι ο υποτιθέμενος σκοπός της πάταξης της φοροδιαφυγής μέσω των ηλεκτρονικών πληρωμών μπορεί να επιτευχθεί εξίσου με άλλα μέσα, τα οποία δεν συνεπάγονται οικονομική και γραφειοκρατική επιβάρυνση, όπως λ.χ. η υποχρέωση κατάθεσης της αμοιβής σε τραπεζικό λογαριασμό, εφόσον αυτή υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο ποσό (υποχρέωση η οποία ήδη υφίσταται). Υπέρμετρη, διότι η μικρή επιχείρηση και ο ελεύθερος επαγγελματίας με χαμηλούς τζίρους επιβαρύνεται με το κόστος αγοράς του POS, με το ετήσιο κόστος χρήσης του (κατοχής, συντήρησης ή όπως αλλιώς ονομάζεται), καθώς και με τις τραπεζικές προμήθειες στην ήδη χαμηλή εναπομείνασα (μετά την αφαίρεση φορολογικών και ασφαλιστικών κρατήσεων) αμοιβή του. Τέλος, χωρίς σχεδιασμό, διότι η επιβολή της υποχρέωσης εγκατάστασης POS έγινε οριζόντια, χωρίς όριο τζίρου, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι περιπτώσεις μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών με έδρα την οικία τους, οι περιπτώσεις περισσότερων συνεργαζόμενων στο ίδιο γραφείο ελευθέρων επαγγελματιών κλπ.

    Είναι, λοιπόν αναγκαίο να τεθεί ένα όριο τζίρου, λ.χ. 25.000 ευρώ, πάνω από το οποίο θα υπάρχει η υποχρέωση εγκατάστασης POS από ορισμένες κατηγορίες μικρών επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών. Συγκεκριμένα, για όσους δεν αμείβονται συνήθως με ποσά κάτω των 50 ευρώ, όπως λ.χ. αμείβονται οι γιατροί, αλλά με μεγαλύτερα ποσά (άνω των 200, 300, 400, 500 ευρώ), όπως αμείβονται οι δικηγόροι, οι μηχανικοί κ.ά. Πραγματικά, ως δικηγόρος, αδυνατώ να αντιληφθώ ποιο είναι το νόημα της πληρωμής της αμοιβής μου μέσω POS, τη στιγμή που ήδη προβλέπεται η υποχρεωτική κατάθεσή της σε τραπεζικό λογαριασμό, εφόσον αυτή υπερβαίνει τα 500 ευρώ. Θα μπορούσε απλά να μειωθεί το συγκεκριμένο όριο στα 300 ή και στα 200 ευρώ και να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός χωρίς την άσκοπη επιβάρυνσή μας με POS. Τέλος, θα πρέπει να μειωθούν στο ελάχιστο οι τραπεζικές προμήθειες, σύμφωνα και με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες, που προβλέπει διατραπεζική προμήθεια ανά συναλλαγή που δεν μπορεί να υπερβαίνει το 0,2% της αξίας της συναλλαγής για οποιαδήποτε συναλλαγή με χρεωστική κάρτα ή τα 0,05 ευρώ ανά συναλλαγή  (άρθρο 3 παρ. 1 και 2).

    3. Η εφαρμογή των ηλεκτρονικών βιβλίων. Όσα αναφέρθηκαν μόλις παραπάνω, σχετικά με την υποχρέωση εγκατάστασης και χρήσης POS, ισχύουν και για τη σχεδιαζόμενη από το 2020 εφαρμογή του μέτρου της ηλεκτρονικής τήρησης των φορολογικών βιβλίων. Και το μέτρο αυτό σχεδιάζεται να επιβληθεί οριζόντια, δηλαδή για όλες τις επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, ανεξαρτήτως τζίρου και ανεξαρτήτως κατηγορίας τηρούμενων βιβλίων. Και στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να τεθεί ένα όριο τζίρου, λ.χ. 25.000 ευρώ, για την υποχρέωση της ηλεκτρονικής τήρησης των βιβλίων από τις μικρές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, υπό την προϋπόθεση βέβαια και στο βαθμό που δεν δυσχεραίνονται οι σχεδιασμοί της φορολογικής Αρχής για αυτοματοποιημένη συμπλήρωση φορολογικών δηλώσεων μέσω του συστήματος αυτού.

    Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα ακόμη ζήτημα, το οποίο δεν συνδέεται άμεσα με το θέμα του συγκεκριμένου άρθρου, πλην, όμως, συνιστά μείζον ζήτημα για όλες τις επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, ανεξαρτήτως μεγέθους και τζίρου. Πρόκειται για το πρόβλημα της συνολικής δημοσιονομικής (φορολογικής και ασφαλιστικής) επιβάρυνσης επιχειρήσεων και επαγγελματιών, το οποίο κυμαίνεται σήμερα από 60% (σύμφωνα με τα "αισιόδοξα" στοιχεία) έως και άνω του 100% (σύμφωνα με τεκμηριωμένα στοιχεία πολλών φορέων επιχειρήσεων και επαγγελματιών). Είναι προφανές, ότι μια τέτοια υπέρμετρη επιβάρυνση συνιστά αντικίνητρο εργασίας και κίνητρο απόκρυψης εισοδημάτων.

    Κατά συνέπεια, καθίσταται απολύτως αναγκαία η θέσπιση ενός ανωτάτου ορίου δημοσιονομικής (φορολογικής και ασφαλιστικής) επιβάρυνσης, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 45% του φορολογητέου εισοδήματος ή τον εκάστοτε προβλεπόμενο ανώτατο φορολογικό συντελεστή φορολόγησης του εισοδήματος. Στο ανώτατο αυτό όριο δημοσιονομικής επιβάρυνσης θα πρέπει να περιλαμβάνονται όλες οι φορολογικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με το εισόδημα (φόρος εισοδήματος, προκαταβολή φόρου εισοδήματος, εισφορά αλληλεγγύης, τέλος επιτηδεύματος κλπ.) και όλες οι ασφαλιστικές επιβαρύνσεις που προσδιορίζονται σήμερα με βάση το εισόδημα (ασφαλιστικές εισφορές κλπ.), ακόμη και αν αυτές τελικά αποσυνδεθούν από αυτό.

    Εφόσον, λοιπόν, η νέα κυβέρνηση επαγγέλλεται απλούστερη φορολογική νομοθεσία, μείωση της γραφειοκρατίας και φιλικότερο επενδυτικό περιβάλλον, θα πρέπει να επαναξιολογήσει και τη σκοπιμότητα των εφαρμοζόμενων και σχεδιαζόμενων φορολογικών μέτρων και υποχρεώσεων, ειδικά για τις μικρές επιχειρήσεις, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες. Να εξετάσει ποιες από τις υποχρεώσεις αυτές εξυπηρετούν πραγματικές φορολογικές σκοπιμότητες και ποιες από αυτές συνιστούν άσκοπες και δυσανάλογες φορολογικές επιβαρύνσεις σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Και να καταλήξει στη θέσπιση μιας απλούστερης φορολογικής νομοθεσίας για μικρές επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, με τζίρους χαμηλότερους από το όριο που θα τεθεί για την εφαρμογή της. Μια φορολογική νομοθεσία de minimis, η οποία θα απαλλάξει μικρές επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες, λογιστές, αλλά και την ίδια τη φορολογική Αρχή, από ένα δυσανάλογο και αντιπαραγωγικό διαχειριστικό βάρος. Πρόκειται για ένα καθαρά αναπτυξιακό μέτρο, το οποίο θα ανακουφίσει μεγάλο μέρος του παραγωγικού ιστού της χώρας και, για το λόγο αυτό, θα πρέπει να αποτελέσει τη βάση της εξαγγελθείσας φορολογικής μεταρρύθμισης της νέας κυβέρνησης.

    * Ο κ. Ιωάννης Γκιτσάκης (twitter @gitsakis) είναι Δικηγόρος Θεσσαλονίκης και Διδάκτωρ Διοικητικού Δικαίου.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων