Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 19-Αυγ-2019 00:02

    Τι είναι οι data brokers και πως εκμεταλλεύονται τα προσωπικά δεδομένα των καταναλωτών

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Αχιλλέα Μπούκη 

    Το πιο πολύτιμο αγαθό που υπάρχει σήμερα στον κόσμο δεν είναι το πετρέλαιο, ο χρυσός ή τα κρυπτονομίσματα αλλά η πληροφορία. Δεδομένου του αυξανόμενου χρόνου που περνούν οι καταναλωτές στο διαδίκτυο και της ευκολίας της καταγραφής των πληροφοριών σε αυτό, οι διάφορες πλατφόρμες κοινωνικής και επαγγελματικής δικτύωσης ή αναζήτησης πληροφοριών (π.χ. Google, Amazon, Linkedin, Facebook), καταγράφουν αναλυτικά την διαδικτυακή παρουσία των χρηστών τους, χωρίς πολλές φορές να το γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι οι χρήστες. Έρευνες δείχνουν πως αλγόριθμοι βασιζόμενοι σε δεδομένα από το Facebook, με 10 μόνο likes μπορούν να αξιολογούν με μεγαλύτερη ακρίβεια κάποιον από ότι ένας συνάδελφος του, με 70 likes να αξιολογούν κάποιον καλύτερα από ένα φίλο του και με 150 likes να γνωρίζουν την προσωπικότητα κάποιου καλύτερα από τα μέλη της οικογενειάς του. 

    Τα δεδομένα όμως αυτά δεν χρησιμοποιούνται, όπως θα περίμενε κανείς, μόνο για σκοπούς διαφήμισης, ώστε οι πλατφόρμες αυτές να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα των διαφημιστικών μηνυμάτων τους, να εξατομικεύσουν το περιεχόμενο των ιστοσελίδων τους ή να προτείνουν πιο ελκυστικά προιόντα σε κάθε χρήστη. Τα δεδομένα εκατομμυρίων καταναλωτών συλλέγονται συστηματικά και χρησιμοποιούνται από εταιρείες (τις λεγόμενες data brokers), οι οποίες αποκομίζουν ακόμη μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη, δίνοντας πρόσβαση σε τρίτους στις προσωπικές πληροφορίες εκαττομυρίων καταναλωτών που διαθέτουν. Ένα πρόσφατο τέτοιο παραδείγμα είναι η Cambridge Analytica, που παράνομα απέκτησε πρόσβαση σε δεδομένα χρηστών από το Facebook με σκοπό να προωθήσει την εκστρατεία εκλογής ενός υποψηφίου προέδρου των ΗΠΑ. 

    Οι data brokers αποτελούν ένα νέο τύπο εταιρειών που έχει αναδυθεί στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα. Οι εταιρείες αυτές συλλέγουν, διαχειρίζονται και πωλούν συστηματικά δευτερογενή δεδομένα καταναλωτών τα οποία διαθέτουν σχετικά με το δημογραφικό, ψυχογραφικό και οικονομικό τους προφίλ, όπως λογαριασμούς email και τηλεφωνικούς αριθμούς, το υλικό που ποστάρουν οι χρήστες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις δανειακές υποχρεώσεις τους, τις προσωπικές συνήθειες τους, την κατάσταση της υγείας τους, κτλ. Τα δεδομένα αυτά για κάθε χρήστη προέρχονται από το συνδυασμό πληροφοριών από πληθώρα πηγών όπως τα κοινωνικά δίκτυα, την πλοήγηση των χρηστών στο ίντερνετ, παρόχους χρηματοοικονομικών υπηρεσιών αλλά και μέσω διάφορων εφαρμογών (apps) στα κοινωνικά δίκτυα (βλέπε Faceapp), ανοιχτές σε πρόσβαση βάσεις δεδομένων και αρχεία (π.χ. απογραφές πληθυσμού), τα δεδομένα αγορών από πελάτες, κτλ. Στη συνέχεια, ο τεράστιος αυτός όγκος πληροφοριών γύρω από την προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του κάθε χρήστη χρησιμοποιείται για τη δημιουργία εξατομικευμένων προφίλ, τα οποία μπορούν να αξιολογήσουν με μεγάλη ακρίβεια την αγοραστικές επιλογές και μελλοντικές ανάγκες (π.χ. ιατρικές) του κάθε χρήστη. Για παράδειγμα, η εταιρεία διαχείρισης δεδομένων Acxiom έχει διαθέσιμες πληροφορίες εώς και από 3000 διαφορετικές πηγές για κάθε έναν από τους περίπου 500 εκατομμύρια καταναλωτές που βρίσκονται στη βάση δεδομένων της. 

    Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σαν μεσάζοντες και πωλούν τα δεδομένα  αυτά σε τρίτους, όπως παραδείγματος χάριν, ασφαλιστικές εταιρείες, εταιρείες παροχής χρηματοοικονοικών υπηρεσιών μέχρι και παρόχους ιατρικών υπηρεσιών. Αυτό μάλιστα γίνεται χωρίς απαραίτητα να διασφαλίζουν την ανωνυμία των δεδομένων, κάνοντας εύκολη την σύνδεση τους με τους πραγματικούς καταναλωτές. Για παράδειγμα, μια ερευνήτρια πρόσφατα αγόρασε από μια τέτοιο μεσάζοντα, την USDate, τα διαδικτυακά προφίλ ενός εκατομμυρίου πελατών ενός site γνωριμιών για μόλις €136. 

    Το μέγεθος της αγοράς δευτερογενών δεδομένων και πληροφοριών μεταξύ των εταιρειών υπολογίζεται στα 200 δισ. δολλάρια. Έρευνες δείχνουν πως η αγορά τέτοιων δευτερογενών στοιχείων ξεκινά από 0,20 δολλαρια ανά καταναλωτή, ανάλογα με το προφίλ και τις καταναλωτικές συνήθειές του. Σε περιπτώσεις που κάποιος διαθέτει ιδιόκτητο σπίτι ή έχει βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό οι τιμές απόκτησης των προσωπικών δεδομένων μπορούν να κοστίσουν εως και αρκετά δολλάρια για κάθε καταναλωτή. Για παράδειγμα, οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών υγείας χρησιμοποιούν συχνά τέτοια δευτερογενή δεδομένα ώστε να τιμολογούν διαφορετικά τα προγράμματα υγείας που προσφέρουν στους πελάτες τους, ανάλογα με τις πιθανότητες που έχει κάποιος να χρειαστεί ιατρική περίθαλψη. Παρομοίως, οι ασφαλιστικές εταιρείες χρησιμοποιούν τέτοια δευτερογενή δεδομένα τιμολογώντας διαφορετικά κάθε νέο πελάτη ανάλογα με το ρίσκο που προκύπτει βάσει του ιστορικού και του διαδικτυακού προφίλ του. Μάλιστα, έχοντας αποκτήσει δεδομένα για εκατομμύρια πελάτες απο διάφορες πηγές, πολλές από τις data brokers έχουν αρχίσει να χρεώνουν καταναλωτές, εάν επιθυμούν να αφαιρέσουν τα στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει για καθέναν από αυτούς από τις βάσεις δεδομένων τους. 

    Παρά την πρόσφατη αναβάβμιση της ευρωπαικής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων (βλέπε GDPR), η συγκέντρωση και διαχείριση τόσο αναλυτικών πληροφοριών για εκατομμύρια καταναλωτές από εταιρείες που τις χρησιμοποιούν κατά το δοκούν, δεν είναι μόνο επικίνδυνη αλλά και άδικη, καθώς τους επιτρέπει να επωφελούνται οικονομικά από τα προσωπικά δεδομένα καταναλωτών, που πολλές φορές έχουν πάρει χωρίς την συγκαταθέση τους. 

    *Ο Αχιλλέας Μπούκης είναι Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Sussex, Ηνωμένο Βασίλειο

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων