Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 04-Ιουλ-2019 00:04

    "Ελαμωρισμός"

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χρήστου Πετρίδη

    "Ελαμωρισμός", ένας κοινωνικός και πολιτικός όρος που στη μεταπολιτευτική Ελλάδα εξελίσσεται σε παθητική ιδεολογία, καθώς γιγαντώνεται το άτυπο σώμα των "ελαμωριστών".
     
    Είτε το παραδεχτούμε είτε όχι, όλοι μας έχουμε ακούσει και πει κάποια στιγμή "έλα μωρέ", την κακότροπη αυτή έκφραση που αδρανοποιεί τη σκέψη και κάθε δημιουργική προσπάθεια. Καθημερινά εκφέρεται στον ιδιωτικό λόγο από μεγάλο μέρος των πολιτών της χώρας, αλλά και από πολιτικούς και μέλη της ελίτ, με ισχυρή καθοδηγητική επιρροή.  Ιδιαιτέρως στην επώδυνη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, η ένταξή της στον δημόσιο λόγο έχει πάρει υπερβολικές διαστάσεις, επιδρά παραλυτικά, αλώνει μεγάλα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας και υπονομεύει το ενδιαφέρον για προσαρμογή και πρόοδο.

    Είναι σίγουρο πως όλοι μας έχουμε αμέτρητους προβληματισμούς και παραδείγματα να παραθέσουμε. Στη χώρα απουσιάζει η συλλογική συνείδηση για κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη, κυριαρχεί ο λαϊκισμός ως φαινόμενο της ένδειας του πολιτικού μας συστήματος, και ο διχαστικός λόγος δεν επιτρέπει τη συνεννόηση στα αυτονόητα.

    Την ώρα που η διεθνής κοινότητα απογειώνεται τεχνολογικά και απολαμβάνει τα ευεργετικά αποτέλεσμα της τεχνητής νοημοσύνης και του Internet, μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές ομάδες αδυνατούν να προσαρμοστούν, βυθίζονται στο παρελθόν και απομακρύνονται από την ορθολογισμό. Ταυτόχρονα, η βίαιη οικονομική προσαρμογή έχει υπονομεύσει το αξιακό μας σύστημα κι έχει ενισχύσει την ανομία, την παραβατικότητα και την ατιμωρησία.

    Η κοινωνία μας έχει απαρνηθεί τον ρεαλισμό και δεν τολμά να στοχαστεί οραματικά. Ακραία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια δυστοπική κοινωνία, ένας τόπος στον οποίο δεν μπορείς να ελπίσεις και να σχεδιάσεις για τη ζωή σου, με συνέπεια τη δημογραφική συρρίκνωση από την υπογεννητικότητα και τη μετανάστευση των νέων.

    Το εγχώριο πολιτικό προσωπικό αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα κρίσιμα προβλήματα της χώρας και για δεκαετίες παραμένει εγκλωβισμένο σε βραχυπρόθεσμες πελατειακές λογικές, προσδοκώντας εκλογικά οφέλη. Συνεχίζει να λειτουργεί απερίσκεπτα και ανταγωνίζεται σε πολιτικές, που την οδήγησαν στις ολέθριες συνέπειες της τελευταίας δεκαετίας, αδιαφορώντας για αλλαγές και τομές, που θα προκαλέσουν ρωγμές στην αδράνεια και θα επιδράσουν αναγεννητικά στο μέλλον.

    Η ένταση της οικονομικής κρίσης, συνέβαλλε στη μείωση της αξιοπιστίας της χώρας και η σταδιακή της αποκατάσταση προέρχεται από πρακτικές που επιβλήθηκαν από τους εταίρους και δανειστές. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον ενισχύθηκε η μοιρολατρική θέση, ότι όλα είναι προαποφασισμένα από δυνάμεις έξω από εμάς,  και άρα δεν μπορούμε να πάρουμε πρωτοβουλίες και να δράσουμε αποφασιστικά.

    Αρνούμαστε να συζητήσουμε τα σημαντικά και τα μεγάλα, αρεσκόμαστε σε αφορισμούς, ταυτιζόμαστε με τα προβλήματα της καθημερινότητας και αρνούμαστε να αξιολογήσουμε ρεαλιστικά τα αυτονόητα, πόσο μάλλον να επιλύσουμε διαχρονικά προβλήματα. Έτσι καταλήγουμε στο παρηγορητικό, "έλα μωρέ, αυτά δεν γίνονται στην χώρα μας", "έλα μωρέ αυτή είναι η Ελλάδα", "έλα μωρέ αυτό κάνουν και άλλοι".

    Σε κάθε δυσκολία, η καθηλωτική δυναμική του "έλα, μωρέ" οδηγεί στην στασιμότητα, η χώρα αδυνατεί να υλοποιήσει ένα συνεκτικό σχέδιο επαναφοράς στην κανονικότητα, καθότι ο βαθμός κοινωνικής εμπιστοσύνης σε κάθε αρχή και εξουσία συνεχίζει να είναι πολύ χαμηλός. Η ανειλικρινής σχέση πολιτικών και πολιτών υπονομεύει την αποτελεσματικότητα στη δημόσια λειτουργία, αποθεώνει τον κομματισμό, επιβραβεύει την προσπάθεια και όχι το αποτέλεσμα, δεν λογοδοτεί, επιβάλει ιδιοτελείς κανόνες, παρελθοντολογεί για να διαχωρίσει και στο τέλος, "έλα μωρέ όλοι τα ίδια κάνουν".

    Αιώνες πριν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, έδιναν απαντήσεις σε θεμελιώδη ερωτήματα και απορίες και έθεταν τις βάσεις ενός νέου τρόπου σκέψης στον οποίο στηρίχθηκε ο δυτικός πολιτισμός. Τα ερωτήματα και οι προβληματισμοί τους ξεπερνούσαν τις αντιληπτικές δυνατότητες της εποχής αδιαφορώντας για την αποδοχή τους. Οι αντιλήψεις τους, κάποιους αιώνες αργότερα, έβγαλαν τον δυτικό κόσμο από την μοιρολατρική αντίληψη, ότι κάποιες αόρατες δυνάμεις και όντα ρυθμίζουν την ζωή τους.

    Δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά, η διαφορά μας από τον τρόπο σκέψης και τον πολιτισμό τους, συνεχιστές του οποίου διατείνουμε ότι είμαστε, είναι χαοτική. Κατορθώσαμε την παγκόσμια πνευματική κληρονομιά, να την δανειστούμε αναγεννημένη από λαούς, που αναγνώρισαν πριν από εμάς την μεγάλη της αξία. Ως νεοέλληνες τιμούμε τους δεσμούς μας με την αρχαιοελληνική κληρονομιά, επισκεπτόμενοι το Μουσείο της Ακρόπολης, αλλά αγνοούμε το εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της χώρας ή το λαογραφικό της πόλης μας, καθότι "έλα μωρέ” τα ίδια είναι σ’  όλη την χώρα. Ούτε λόγος για το πνεύμα τη γνώση και την αισθητική κάθε ιστορικής περιόδου του ελληνισμού.

    Πρέπει να παραδεχτούμε πως είμαστε λαός με έντονο συναίσθημα και το θυμικό μας κυριαρχεί στον τρόπο με τον οποίο αποφασίζουμε. Σήμερα είναι αποδεκτό πως οι επιλογές μας μπορούν να είναι αποτέλεσμα της εσωτερικής μας βούλησης και όχι αποτέλεσμα της αντίδρασης σε ερεθίσματα. Έτσι η πραγματικότητα μας καλεί να υπερβούμε τις συναισθηματικές μας παλινδρομήσεις, να κοιτάξουμε τους αντιπαθητικούς αριθμούς που λένε αλήθειες και να ενθαρρύνουμε τις πνευματικές και οικονομικές δυνάμεις να επιδράσουν πολλαπλασιαστικά στη γένεση ενός νέου βιώσιμου ιστορικού κύκλου στη χώρα.

    Οι μεγάλες καταστροφές και κρίσεις αποτελούν και αναγεννητικές ευκαιρίες. Με την επικράτηση του υλικού ευδαιμονισμού στη μεταπολίτευση, αφανίστηκαν οι ελάχιστες νησίδες της αστικής τάξης που γεννήθηκε μετά την εθνική ολοκλήρωση. Κοινωνική συνοχή χωρίς αστικό μετασχηματισμό που λειαίνει τις αντιθέσεις και ανισότητες δεν υπάρχει. Η ανάδυση μιας σύγχρονης αστικής τάξης βασισμένης στο κλασικό πνεύμα, την ευρωπαϊκή κουλτούρα, ταυτισμένη με αρχές, αξίες και όχι με τον ματαιόδοξο επιδεικτικό πλουτισμό, θα αποτελέσει αναγεννητικό πρότυπο για τις επερχόμενες γενιές.

    Η εγχώρια πολιτική τάξη έχει τη δύναμη και την ευθύνη να κινητοποιήσει τους διαθέσιμους εθνικούς πόρους και να συμβαδίσει με τα σύγχρονα διοικητικά, τεχνολογικά και παραγωγικά ρεύματα. Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης στη βάση των διεθνών προτύπων οργάνωσης και αξιολόγησης για τη δημιουργία λιτών και αποτελεσματικών δομών, η σταδιακή ψηφιοποίηση των λειτουργιών του κράτους και η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων για την ανάπτυξη των υποδομών και του ανθρώπινου δυναμικού, αποτελούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη, την αύξηση της προστιθέμενης αξίας της ελληνικής οικονομίας και του ΑΕΠ στον ευρωπαϊκό και διεθνή οικονομικό χώρο.

    Η γνώση και η αυτογνωσία, αποτελούν στοιχεία απελευθερωτικά της προσωπικής και εθνικής μεταμόρφωσης. Επιβάλλεται να συμφωνήσουμε στα βασικά και αυτονόητα και πρωτίστως στην ενδυνάμωση της παιδείας. Όλοι επιθυμούμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο αρχικά θα διαμορφώνει τους νέους σε υπεύθυνους χαρακτήρες, σκεπτόμενους και καλλιεργημένους πολίτες και στη συνέχεια με σεβασμό στον Πανεπιστημιακό χώρο, θα πολεμά την στασιμότητα, θα προάγει την γνώση, θα αναγνωρίζει την αριστεία καθώς αποτελεί τη μήτρα γένεσης του επιστημονικού δυναμικού της χώρας.

    Στην παιδεία ο "ελαμωρισμός”, οδηγεί μακροπρόθεσμα σε αδιάγνωστες μειονεξίες και στην αναπόφευκτη οικονομική και κοινωνική παρακμή της χώρας.

    Τέλος, οι οικονομικές ελίτ, με βάση ενάρετες πρακτικές, να πάψουν να στηρίζονται στην προνομιακή κρατική προμήθεια, τη φοροδιαφυγή και κάθε παρασιτική συμπεριφορά που νομιμοποιεί τη διαφθορά. Να σταματήσουν να υπερασπίζονται εγωιστικά τον πλούτο τους και να αναλάβουν την κοινωνική ευθύνη που αναλογεί στα αποτελέσματα της δραστηριότητάς τους. Παράλληλα το μεγάλο κοινωνικό σώμα της αμειβόμενης εργασίας, αναβαθμίζοντας τις δεξιότητες και το δημιουργικό του ρόλο, να αποβάλλει τη διαχρονική θυματοποίηση που του επιβάλλουν οι υποτιθέμενοι προστάτες τους και να συμφιλιωθεί με την ιδέα του κέρδους.

    Τα διαχωριστικά "έλα μωρέ από εμάς θα τα πάρουν", "να πληρώσουν αυτοί που έχουν"  δεν προάγουν τη συνευθύνη και την αλληλεγγύη, για τα ελάχιστα βάρη που αναλογούν στον καθένα και ακολούθως δεν δημιουργούν τις προϋποθέσεις, όταν παραστεί ανάγκη, η υπεύθυνη και δίκαιη πολιτεία να ενισχύσει τον αδύναμο και ανήμπορο πολίτη.

    Θα συνεχίσουμε έτσι ή θα κινητοποιηθούμε αναζητώντας κάθε νέα ιδέα και δράση και κάθε ανατρεπτική σκέψη που μεταμορφώνει τη συμπεριφορά μας, μας γεμίζει με θετική ενέργεια και πάθος; Στο ερώτημα αυτό θεωρώ ότι δεν αρκεί η θετική απάντηση, αλλά η κατάθεση της προσωπικής μας δέσμευσης να αλλάξουμε από τώρα.

    * Ο κ. Χρήστος Πετρίδης είναι Οικονομολόγος, ανώτατο στέλεχος - σύμβουλος επιχειρήσεων.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων