Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 02-Νοε-2012 06:53

    Κρασί: εμφιαλωμένο vs χύμα. Ενας κλαδοκτόνος κανιβαλισμός προϊόντος

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Tου Γιώργου Κωστούλα

    "Εξαιρετικό χύμα κρασί! Είναι σαν να λέμε εξαιρετικό κακό κρασί"(*). H φράση αυτή θα μπορούσε να ήταν ένας άλλος τίτλος του σημερινού κειμένου. Σκοπός όμως δεν είναι να κακολογήσουμε το χύμα κρασί, αλλά να υποδείξουμε τη ζημιά που προκαλεί στην εθνική υπόθεση: Ελληνικό Κρασί. Εξαιτίας του κανιβαλισμού που συντελείται, εις βάρος του εμφιαλωμένου κρασιού (που είχε κάποιο μέλλον) με την επικράτηση του χύμα (που δεν έχει κανένα).

    Λίγα ιστορικά

    Στην Ελλάδα, ομολογουμένως, δεν υπάρχει ούτε οινική παιδεία, ούτε οινική παράδοση. Η τελευταία εξαντλείται στην ετήσια ιδιοπαραγωγή και ιδιοκατανάλωση του κάθε αγροτικού νοικοκυριού. Που έφτιαχναν κρασί όπως ήξεραν, ή μάλλον όπως δεν ήξεραν. Κάπως μεγαλύτερες αμπελουργικές εκμεταλλεύσεις, προμήθευαν χύμα κρασάκι στους αστούς και στα γειτονικά τους ταβερνεία. Και στις δυο περιπτώσεις όμως για τις ανάγκες της χρονιάς και μόνο. Όσο, δηλαδή, περίπου μπορούσε να ανασταλεί, κύριος οίδε πώς, ο φυσικός προορισμός του κρασιού: να γίνει ξύδι.

    Στη δεκαετία του ΄70 εμφανίζονται οι πρωτοπόροι του νέου, μεγαλύτερης κλίμακας, ελληνικού αμπελώνα και λίγο αργότερα οι νέες μικρές αμπελο-οινικές μονάδες, τα λεγόμενα κτήματα, που με επιστημονικό τρόπο και ερασιτεχνική αγάπη ασκούν την αμπελουργία και οινοποίηση απαιτήσεων.

    Και πάλι όμως, με εξαίρεση λιγοστές, οικογενειακές εν πολλοίς, εκμεταλλεύσεις που στρατηγικά αποσκοπούν να μπουν στην διακεκριμένη αγορά κρασιού, οι υπόλοιποι παράγουν κρασί χωρίς ιδιαίτερο διεθνές ενδιαφέρον.

    Ενδιαφέρον όμως, κατά τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε από το ελληνικό κοινό, κυρίως λόγω συρμού και λάιφσταιλ. Στην ίδια κατηγορία όπως το αυτοκίνητο, τα ρούχα κλπ, το κρασί, ιδιαίτερα το ακριβό, συνδέθηκε με το κοινωνικό στάτους. Έτσι με τη συνέργεια παραγωγών, διακινητών, χοντροπωλητών και κυρίως εστιατόρων, ο κλάδος κατάφερε κι αυτός να δημιουργήσει τη δική του φούσκα. Ήδη βοηθούσης και της κρίσης, μοιάζει ότι όλοι πληρώνουν τώρα τα επίχειρα. Με τη μορφή της καταναλωτικής αναζωπύρωσης του χύμα. Μια εξέλιξη που οινικά μας γυρίζει δεκαετίες πίσω.

    Κάποιες αδιαφιλονίκητες  παραδοχές

    Σε ό,τι με αφόρα, παραθέτω ορισμένες αδιαφιλονίκητες παραδοχές εναντίον του χύμα, παίρνοντας θέση, αντιδιασταλτικά κυρίως, υπέρ του εμφιαλωμένου. Μόνο μια στρεβλή επίφαση φθήνιας, συνηγορεί υπέρ του χύμα.

    Έχει ακουστεί και τούτο: "Το καλύτερο χύμα είναι κατώτερο του χειροτέρου εμφιαλωμένου". Το οποίο φυσικά δεν ισχύει. Δεν είναι κακό όμως να καταγραφεί μέσα μας, έτσι, με την αφοριστική υπερβολή του, ώστε να το ανακαλούμε όταν είναι να αποφασίσουμε: Χύμα ή εμφιαλωμένο;

    1. Το καλό κρασί είναι συνάρτηση της παραγόμενης ποσότητας. Μόνο μεγάλες στρεμματικές αποδόσεις εξασφαλίζουν τις χαμηλές τιμές πώλησης των κρασιών χύμα που κυκλοφορούν. Πρόκειται για μια από τις κατηγορίες χύμα κρασιού, προϊόντος υψηλών στρεμματικών αποδόσεων, π.χ. 2000 κιλών σταφύλια ανά στρέμμα, όταν μόνο αποδόσεις κάτω των 1000 κιλών, ακόμα και των 700, αποτελούν το βασικό προαπαιτούμενο για ποιοτικό κρασί.

    2. Υπάρχουν πολύ λίγες ποικιλίες σταφυλιού που έχουν ορισμένα πρωτογενή αρώματα. Τα πλούσια δευτερογενή στοιχεία και αρώματα των περισσότερων ποικιλιών απαιτούν χρόνο για να εμφανιστούν. Στο χύμα κρασί δε δίνεται αυτός ο χρόνος.

    3. Το χύμα, ενώ δίνει μια επίφαση φθήνιας, στα εστιατόρια πωλείται πολύ ακριβά. Με τιμή αγοράς από 1,00 έως 2,50 ευρώ το λίτρο, πωλείται 8,00 έως 14,00 ευρώ. Η υπερτιμολόγηση έναντι του εμφιαλωμένου είναι καταφανής. Ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς και την ευκολία που προσφέρει στους διαθέτες του, με τη μορφή του πλαστικού ασκού στην οποία διακινείται.

    4. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, το χύμα κρασί κυκλοφορεί εντελώς ανέλεγκτο. Και αφορολόγητο, ίσως... Στο έλεος-ευσυνειδησία της πληθώρας των παραγωγών, τυποποιητών, διακινητών που μεσολαβούν. Η σύσταση του και όλα τα φυσικά χαρακτηριστικά του είναι άγνωστα. Ούτε καν τα στοιχεία του παραγωγού/τυποποιητή. Ακόμα και σε μεγάλα σουπερμάρκετ διατίθεται δυστυχώς χωρίς καμία σήμανση.

    5. Είναι κακό επίσης ότι, βρίσκοντάς το τόσο ελκυστικά μπροστά τους, το χύμα το πίνουν σε μεγάλη έκταση οι τουρίστες, οι οποίοι, ελλείψει άλλων εμπειριών, το ταυτίζουν με το ελληνικό κρασί. Έτσι η ζημιά που έκανε η ρετσίνα επαναλαμβάνεται. Αποτέλεσμα; Οι εξαγωγές του ελληνικού εμφιαλωμένου κρασιού να χάνουν μια σπουδαία υποστήριξη, αυτή των φυσικών διαφημιστών του, που όμως δεν είχαν την ευκαιρία να το δοκιμάσουν.

    6. Υπάρχει μια μυθολογία γύρω από το χύμα κρασί. Η οποία ακόμα καλά κρατεί. Πολλοί καταναλωτές, κυρίως μεγάλης ηλικίας, πιστεύουν ότι πίνουν ένα γνήσιο, παραδοσιακό προϊόν. Άλλοι ότι το χύμα είναι αγνότερο από το εμφιαλωμένο. Ενώ δεν είναι λίγοι και εκείνοι που βλέπουν στο χύμα μια διάσταση λαϊκότητας και ελληνικότητας, την οποία τους αρέσει να αντιπαραθέτουν στις αστικές συνήθειες τρυφηλών μπουρζουάδων...

    7. Η φυσική κατάληξη κάθε κρασιού είναι να γίνει ξύδι. Αυτό το ξέρουν καλύτερα από όλους οι οινοπαραγωγοί. Πως αναστέλλεται, όμως, πως απομακρύνεται αυτή η φυσική  κατάληξη; Το αθωότερο συστατικό είναι τα γνωστά θειώδη που συναντάμε σε όλα σχεδόν τα εμφιαλωμένα κρασιά.

    Πρόκειται για το διοξείδιο του θείου, το γνωστό μεταμπισουλφίτ, που παίζει καθοριστικό ρόλο συντηρητικού, αντισηπτικού και αντιοξειδωτικού που επιδρά στους μικροοργανισμούς του μούστου και στη συνεχεία του οίνου, βοηθώντας σε όλα τα στάδια, από τη ζύμωση μέχρι τη διαύγαση.

    Σε μικρή ποσότητα, 20-25 γραμμάρια ανά εκατό λίτρα μούστου, επιβεβαιώνεται από όλους σχεδόν τους παραγωγούς εμφιαλωμένων. Το χύμα, φυσικά δεν μας δίνει καμία ένδειξη για την ποσότητα των θειωδών που περιέχει. Και αν περιέχει μόνο θειώδη...

    8. Υπάρχουν καλά χύμα κρασιά; Βεβαίως και υπάρχουν. Αυτά με ταυτότητα.

    Αυτά που επιτρέπουν στον εστιάτορα να ξέρει τι πουλάει και σε εμάς τι ακριβώς πίνουμε. Αυτά που αναγράφουν-περιγράφουν στη συσκευασία και στον κατάλογο τον παραγωγό ή/και τυποποιητή, την προέλευση του κρασιού, τη στρεμματική απόδοση, τα ειδικά χαρακτηριστικά του, κατονομάζοντας την ποικιλία/λίες, στοιχεία της σύστασής του κλπ. Τα αξίζουν αυτά και το προϊόν και οι πελάτες.

    9. Τις τελευταίες δεκαετίες οι Έλληνες σημειώσαμε, σε σχέση με το κρασί, μια μάλλον κούφια πρόοδο. Και φυσικά στην πρώτη δυσκολία τα μηδενίσαμε όλα. Η επιστροφή στο χύμα συντελείται με μεγάλη δυναμική.

    Ήδη γίνεται λόγος για ποσοστά 65%- 70% της αγοράς. Αποτέλεσμα; Όλα δείχνουν ότι αισίως, γυρίζουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε. Στο χύμα.

    Ένας κανιβαλισμός προϊόντος καλά κρατεί.

    Πρόκειται για κλασικό κανιβαλισμό προϊόντος. Πολλοί από τους ιδίους οινοπαραγωγούς που εμφιαλώνουν και προσπαθούν να πωλήσουν αξιοπρεπέστατα εμφιαλωμένα κρασιά, συμμετέχουν σε αυτή την κλαδοκτόνα διαδικασία. Αλλάζοντας καπέλο. Και διαθέτοντας στην κατανάλωση, μαζί με τα εμφιαλωμένα κρασιά τους και τα δευτέρας διαλογής, χύμα. Με τα τελευταία να προέρχονται, είτε από μεγάλες στρεμματικές αποδόσεις, είτε από βάναυσες εκθλίψεις των στεμφύλων.

    Ο λόγος που το κάνουν; Ένα ερώτημα. Δεν βλέπουν ότι, εκτός από κάποια (βραχυπρόθεσμα) οικονομικά οφέλη, τίποτα καλό δεν προμηνύεται για τον κλάδο από αυτή την ανίερη και άνιση αντιπαράθεση μεταξύ του καλού και του κακού; Όσοι ξέρουν κάτι πάνω σ΄ αυτό ας συνεισφέρουν στη συζήτηση. Εγώ ξέρω ότι: "Τα κακό νόμισμα διώχνει το καλό".

    Φοβάμαι ότι οι οινοπαραγωγοί μας, μαζί -εξαιτίας τους- και εμείς οι καταναλωτές χάνουμε την ευκαιρία να απομακρυνθούμε από το χύμα κρασί και να βάλουμε στη ζωή μας, μέσα και  έξω από το σπίτι, το ελληνικό εμφιαλωμένο κρασί. Με ό,τι αυτό σημαίνει για την εθνική υπόθεση: Ελληνικό Κρασί.

    (*) Καίρια φράση, από σχόλιο του μέλους του κάπιταλ-φόρουμ, Pannos, στο προηγούμενο κείμενό μου της 19/10/12.

    Υ.Γ.: Έχουν προηγηθεί δυο συναφή κείμενα στις 05/10 και 19/10/12, γύρω από την εστίαση έξω από το σπίτι. Το σημερινό αποτελεί συνέχεια του τελευταίου με τίτλο: "Θέλουμε "έξω" να πίνουμε καλό, αρκετό, φθηνό εμφιαλωμένο κρασί. Μπορούμε;"


    * O κ. Κωστούλας είναι τέως γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα. Το τελευταίο του βιβλίο του με τίτλο: "ΔΙΑΒΑ-ΖΩΝΤΑΣ με το μολύβι στο χέρι", κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ.

    gcostoulas@gmail.com

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ