Του Σταμάτη Ζαχαρού
Τέσσερα μόλις χρόνια και η παντοκρατορία του «ελληνικού παραλόγου» χρειάστηκαν για να «μηδενιστεί» μεγάλο μέρος των ωφελειών που αποκόμισε ο ΟΤΕ από την εθελουσία έξοδο σχεδόν 5.500 εργαζομένων το 2005.
Το κόστος μισθοδοσίας συνεχίζει να αποτελεί το μεγάλο αγκάθι για τον Οργανισμό που παρά την «ιδιωτικοποίηση» με την είσοδο της Deutsche Telekom στο μετοχικό κεφάλαιο, συνεχίζει να λειτουργεί σε αρκετά επίπεδα με χαρακτήρα δημοσίου.
Με δεδομένο ότι η Κυβέρνηση αρνείται να φέρει ξανά στο προσκήνιο το θέμα των εργασιακών σχέσεων στις ΔΕΚΟ, η διοίκηση του Οργανισμού μοιάζει να βρίσκεται σε αδιέξοδο, ενώ ο νέος μέτοχος (που αντιμετωπίζει ανάλογα προβλήματα στη Γερμανία) δεν έχει μεγάλα περιθώρια αλλαγών καθώς δεσμεύεται από τη συμφωνία μετόχων που στο συγκεκριμένο τουλάχιστον θέμα μοιάζει «αποικιοκρατική» υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Η συζήτηση για το κόστος της εθελουσίας εξόδου που ξεπέρασε το 1 δισ. ευρώ κράτησε σχεδόν ένα χρόνο, αλλά το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης επιλογής ήταν χειροπιαστό αμέσως μετά την υλοποίηση του σχεδίου. Το κόστος μισθοδοσίας των περίπου 18.000 εργαζομένων που απασχολούσε ο οργανισμός πριν την εφαρμογή του προγράμματος απορροφούσε σχεδόν το 33% του τζίρου. Αμέσως μετά την έξοδο των εργαζομένων που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα, το κόστος μισθοδοσίας μειώθηκε σε ποσοστό 26%, δίνοντας μια σημαντική «ανάσα» στον ΟΤΕ που βρισκόταν ήδη σε καθεστώς «ρύθμισης» των τιμολογίων του και παράλληλα αντιμετώπιζε σκληρό ανταγωνισμό με τον πόλεμο τιμών να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στην αγορά.
Βεβαίως τα οφέλη από την εθελουσία δεν περιορίζονται μόνο σε οικονομικό πλαίσιο αλλά αφορούν και στον εκσυγχρονισμό του προσωπικού όπως και μια σειρά από άλλα θέματα που σχετίζονται με θέματα εργασιακής νοοτροπίας.
Όμως, η μείωση του κόστους μισθοδοσίας ήταν το σημαντικότερο αντίδοτο των περισσότερων πρώην κρατικών παρόχων στην Ε.Ε., απέναντι στην απώλεια μεριδίου που ήταν το αποτέλεσμα της αύξησης του ανταγωνισμού σε περιβάλλον ρύθμισης της αγοράς. Οι περισσότεροι πάροχοι με δεσπόζουσα θέση στη Γηραιά ΄Ηπειρο, κατόρθωσαν να μειώσουν το συγκεκριμένο κόστος σε ποσοστά κάτω από 24%. Καθώς τα έσοδά τους περιορίζονταν από την απώλεια μεριδίου, ο έλεγχος των εξόδων αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Για τον ΟΤΕ η μείωση του συγκεκριμένου δείκτη στο 26% ήταν μια καλή αρχή.
Στα τέσσερα όμως χρόνια που ακολούθησαν, ο ΟΤΕ συνέχισε να χάνει έσοδα από τον ανταγωνισμό ενώ ταυτόχρονα το κόστος μισθοδοσίας του αυξανόταν σαν αποτέλεσμα της εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που συνάπτουν τα συνδικάτα με τον ΣΕΒ, της ωρίμανσης μισθολογικών δικαιωμάτων εργαζομένων που είχαν προσληφθεί παλαιότερα αλλά και εξαιτίας των αυξημένων κονδυλίων για επιδόματα και υπερωρίες. Το αποτέλεσμα ήταν να επανέλθει το κόστος μισθοδοσίας σε ποσοστό 33% επί του τζίρου, παρά το γεγονός ότι πλέον απασχολούνται πολύ λιγότεροι εργαζόμενοι στον Οργανισμό.
Σε αντίθεση με τη βιομηχανία, όπου το κόστος εργασίας είναι πολύ χαμηλότερο, στις τηλεπικοινωνιακές εταιρείες η μισθοδοσία αποτελεί ιδιαίτερα μεγάλο έξοδο. Έτσι οι διαπραγματεύσεις του ΣΕΒ με τα σωματεία, μπορεί να καταλήγουν σε αυξήσεις που δεν έχουν ουσιαστική επίπτωση στα αποτελέσματα των βιομηχανιών αλλά αλλάζουν δραματικά την εικόνα ενός Οργανισμού όπως ο ΟΤΕ.
Μέχρι σήμερα, η διοίκηση Βουρλούμη έχει δείξει ότι συμπλέει με τις επιλογές του ΣΕΒ. Ωστόσο αν συνεχίσει μια τέτοια πολιτική, το κόστος θα αυξάνεται διαρκώς, υποχρεώνοντας τον ΟΤΕ να αλλάξει στρατηγική για τη μερισματική του πολιτική αλλά κυρίως για τις επενδύσεις του. Ιδίως αν δεν αλλάξει κάτι δραστικά στο θέμα των εργασιακών σχέσεων στις ΔΕΚΟ ή μειώσει σημαντικά το προσωπικό του.
Ωστόσο, η κυβέρνηση που έχει δείξει ατολμία σε ανάλογες περιπτώσεις, δεν φαίνεται ούτε τώρα πρόθυμη να ανακινήσει το θέμα. Πολύ περισσότερο μάλιστα καθώς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το ενδεχόμενο εκλογών (πρόωρων ή μη) πλησιάζει. Μια τέτοια απόφαση που θα αφορούσε τις εργασιακές σχέσεις στον ΟΤΕ, θα έβρισκε αντίθετο όχι μόνο το σωματείο των εργαζομένων στον Οργανισμό αλλά και τα αντίστοιχα σωματεία άλλων επιχειρήσεων του ευρύτερου κρατικού τομέα που θα εκλάμβαναν μια τέτοια απόφαση ως «πιλότο» για τη γενικότερη άρση της μονιμότητας.