Τετάρτη, 11-Φεβ-2026 07:30
Έως 300.000 ακίνητα που ανήκουν σε Δήμους ανά την επικράτεια παραμένουν "αόρατα"
Του Νίκου Ρουσάνογλου
Σε έως 300.000 υπολογίζονται τα ακίνητα που ανήκουν στην τοπική αυτοδιοίκηση στο σύνολο της χώρας, τα οποία μέχρι και σήμερα παραμένουν αδήλωτα στην φορολογική διοίκηση και ως εκ τούτου, προσφέρουν "πεδίο δόξης λαμπρόν" για φαινόμενα κακοδιαχείρισης, έλλειψης λογοδοσίας από τους δημοτικούς άρχοντες και φυσικά για περιστατικά διαφθοράς, τα οποία μένουν ατιμώρητα. Σε μια περίοδο μάλιστα, που η στεγαστική κρίση στα μεγάλα αστικά κέντρα έχει "χτυπήσει κόκκινο" και η έλλειψη πόρων και διαθέσιμων κατοικιών, δοκιμάζουν τις αντοχές πολλών νοικοκυριών που υποχρεώνονται να δαπανούν ένα πολύ υψηλό ποσοστό των εισοδημάτων τους για να καλύψουν στεγαστικές ανάγκες, η αδιαφορία πολλών δήμων, ακόμα και να καταγράψουν τα ακίνητά τους, συνιστά πρόκληση, πρώτα απ’όλα έναντι των δημοτών τους και στη συνέχεια και στο κοινωνικό σύνολο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, υπολογίζεται ότι μόλις το 10% της ακίνητης περιουσίας των δήμων όλης της χώρας είναι δηλωμένο και καταγεγραμμένο όπως θα έπρεπε, προκειμένου όχι μόνο να αξιοποιείται σωστά, αλλά να υπάρχει και η απαιτούμενη διαφάνεια και φυσικά λογοδοσία. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η απουσία καταγραφής και συνεπώς και ελέγχου, συχνά προκαλεί φαινόμενα διαφθοράς. Σύμφωνα με καταγγελίες, δήμος των βορείων προαστίων έχει ανεγείρει δημοτικό κτίριο, που μάλιστα έλαβε και χρηματοδότηση από κοινοτικά κονδύλια, σε οικόπεδο που δεν του ανήκε. Το αποτέλεσμα είναι το ακίνητο να μην μπορεί ρυθμιστεί νομικά, ούτε φυσικά να αξιοποιηθεί. Σε άλλο δήμο της Δυτικής Ελλάδας, που τα τελευταία χρόνια καταγράφει σημαντική τουριστική άνθηση, υπάρχουν αναφορές πολιτών ότι δεν είναι εφικτή η πρόσβαση στα στοιχεία της δημοτικής ακίνητης περιουσίας, επειδή ο αρμόδιος υπάλληλος έχει κλειδώσει τους σχετικούς φακέλους σε ερμάριο, του οποίου τα κλειδιά κατέχει μόνο ο ίδιος, που όμως λείπει με εξάμηνη αναρρωτική άδεια!
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελούν και τα ακίνητα αγνώστου ιδιοκτησίας, δηλαδή εκτάσεις ή οριζόντιες ιδιοκτησίες, που δεν έχουν καταγραφεί σωστά (ή και ποτέ) και δεν έχουν ξεκάθαρο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Παρόλα αυτά, διαπιστώνεται ότι τα ακίνητα αυτά αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης, δηλαδή αποδίδουν έσοδα...
Ακόμα πιο ανησυχητικά είναι τα φαινόμενα κακοδιαχείρισης των ακινήτων που έχουν περιέλθει στην κατοχή των δήμων από κληροδοτήματα. Συχνά μάλιστα, οι δωρεές αυτές έχουν γίνει για πολύ συγκεκριμένους σκοπούς, π.χ. να δημιουργηθεί ένα πάρκο, μια παιδική χαρά, ένα πολιτιστικό κέντρο. Η πραγματικότητα, σύμφωνα με πηγές της αγοράς, είναι ότι πολλά (αν όχι τα περισσότερα από αυτά τα ακίνητα), είναι ανενεργά, μη καταγεγραμμένα και σίγουρα δεν έχουν εκπληρωθεί οι επιθυμίες των δωρητών. Ακόμα χειρότερα, σε κάποιες περιπτώσεις, έχουν αξιοποιηθεί για άλλους σκοπούς, ακόμα και εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων.
Τα ερωτήματα είναι πολλά, αλλά το σημαντικότερο είναι το πώς καταρτίζονται οι προϋπολογισμοί των δήμων κάθε χρόνο, χωρίς να υπάρχει καταγραφή των πιο σημαντικών τους παγίων, δηλαδή των ακινήτων; Την ίδια στιγμή, οι πολίτες και δημότες τους, καλούνται να δηλώνουν κάθε χρόνο στο Ε9 κάθε αλλαγή της περιουσιακής τους κατάστασης και από φέτος, μέσω του Μητρώου Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ), θα πρέπει να δηλώνονται και πρόσθετες λεπτομέρειες, όπως η χρήση των ακινήτων αυτών, το αν αποδίδουν έσοδα κτλ. Στον αντίποδα, το ίδιο το Δημόσιο και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) συνεχίζουν να απουσιάζουν από την σχετική διαδικασία, παρότι αποτελούν τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες ακινήτων της χώρας, μαζί φυσικά με τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Σε πρόσφατη ανάλυσή της, η εταιρεία BluPeak Estate Analytics, ανέφερε ότι "στην πράξη η δημοτική ακίνητη περιουσία είναι συχνά κατανεμημένη σε διαφορετικές υπηρεσίες, με αρχεία που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Τεχνικές υπηρεσίες, οικονομικές διευθύνσεις και νομικά τμήματα διατηρούν ξεχωριστά στοιχεία, χωρίς ενιαία βάση δεδομένων. Πολλά ακίνητα συντηρούνται χωρίς σαφή γνώση της χρήσης ή της κατάστασής τους, ενώ άλλα παραμένουν κλειστά ή αναξιοποίητα, απλώς επειδή δεν υπάρχει συνολική εικόνα. Παρόλα αυτά, πάνω σε αυτή τη θολή πραγματικότητα καλούνται οι Δήμοι να προβλέψουν έσοδα, να εγγράψουν δαπάνες και να σχεδιάσουν επενδύσεις. Το αποτέλεσμα είναι προϋπολογισμοί που βασίζονται περισσότερο σε γραφειοκρατικές διαδικασίες και λιγότερο σε πραγματικά δεδομένα της αγοράς".
Έτσι, δυνητικά έσοδα από μισθώσεις, ή αξιοποίηση ακινήτων δεν αποτυπώνονται ποτέ. Έξοδα συντήρησης εγγράφονται χωρίς προτεραιοποίηση και χωρίς συνολική αποτίμηση κόστους–οφέλους. Την ίδια στιγμή, οι Δήμοι δηλώνουν αδυναμία να χρηματοδοτήσουν βασικές λειτουργίες ή κοινωνικές πολιτικές. Έτσι, ο προϋπολογισμός παύει να λειτουργεί ως εργαλείο διοίκησης και μετατρέπεται σε τυπική λογιστική υποχρέωση, αποκομμένη από τον πραγματικό δημόσιο πλούτο που διαθέτει ο κάθε Δήμος", επισημαίνει η ανάλυση της εταιρείας.