Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 04-Φεβ-2026 07:30

    Οι μήνες εκτός αιχμής έφεραν τα υψηλότερα έσοδα για τα αθηναϊκά ξενοδοχεία

    Ξενοδοχειο γενικη
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Βίκυς Κουρλιμπίνη

    Με οριακά θετικό πρόσημο, αλλά σαφή μετατόπιση της δυναμικής προς τους μήνες εκτός αιχμής, ολοκληρώθηκε το 2025 για τα ξενοδοχεία της Αθήνας. Τα στοιχεία της Ένωσης Ξενοδόχων Αθηνών – Αττικής & Αργοσαρωνικού και της GBR Consulting δείχνουν ότι, παρά τη σταδιακή επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, οι "πλάγιες" περίοδοι του έτους αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό ενίσχυσης των εσόδων.

    Η μέση ετήσια πληρότητα διαμορφώθηκε στο 77,1%, σημειώνοντας μικρή αύξηση κατά 0,9% σε σχέση με το 2024 και πιο αισθητή βελτίωση έναντι του 2023 (+3,2%). Παράλληλα, η μέση ημερήσια τιμή δωματίου (ADR) ανήλθε στα 177 ευρώ, με την αύξηση να παραμένει θετική αλλά σαφώς ηπιότερη: +2,5% σε σύγκριση με το 2024 και +12,4% έναντι του 2023. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη μετάβαση από την έντονη μεταπανδημική άνοδο των τιμών σε ένα πιο εξομαλυμένο περιβάλλον.

    Ως αποτέλεσμα, το έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο (RevPar) διαμορφώθηκε στα 137 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3,4% σε ετήσια βάση και 16,1% σε σύγκριση με το 2023.

    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση της απόδοσης ανά περίοδο. Οι μήνες Ιανουάριος έως Μάρτιος, καθώς και το δίμηνο Νοεμβρίου- Δεκεμβρίου, κατέγραψαν σημαντική ενίσχυση, με την πληρότητα να αυξάνεται κατά 5,3% και τη μέση ημερήσια τιμή δωματίου κατά 5,4% σε σχέση με το 2024. Αντίθετα, κατά την παραδοσιακά υψηλή περίοδο Απριλίου- Οκτωβρίου, η πληρότητα υποχώρησε κατά 1,2%, παρά τη βελτίωση της μέσης ημερήσιας τιμής δωματίου κατά 2,7%.

    Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει τη σταδιακή διαρθρωτική ενίσχυση της Αθήνας ως προορισμού δωδεκάμηνης λειτουργίας, με τους μήνες εκτός αιχμής να αναδεικνύονται σε βασικό παράγοντα στήριξης των εσόδων. Οι μηνιαίες διακυμάνσεις του 2025 καταδεικνύουν την ενίσχυση του Μαρτίου, του Απριλίου, του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου, καθώς και τις ισχυρές επιδόσεις των πρώτων μηνών του έτους. Την ίδια στιγμή, ορισμένοι μήνες αιχμής εμφάνισαν ήπια κάμψη, εξέλιξη που, σύμφωνα με τους ξενοδόχους, απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση.

    Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Αθήνα παρέμεινε εντός της πρώτης πεντάδας ως προς τη ζήτηση, αν και υποχώρησε από την τρίτη θέση που κατείχε το 2024. Κατέγραψε υψηλότερη πληρότητα από πόλεις όπως η Μαδρίτη, το Μόναχο, το Βερολίνο, η Βιέννη και η Κωνσταντινούπολη, με το Λονδίνο να αποτελεί τη μοναδική αγορά που ξεπέρασε το όριο του 80%.

    Ωστόσο, παρά τη θετική εικόνα στη ζήτηση, οι τιμές της Αθήνας παραμένουν από τις χαμηλότερες μεταξύ των ανταγωνιστικών αγορών. Με μέση ημερήσια τιμή δωματίου 177 ευρώ, η πόλη κατατάσσεται έβδομη μεταξύ έντεκα ευρωπαϊκών προορισμών, γεγονός που καταδεικνύει ότι εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο βελτίωσης στη μέση τιμή, υπό την προϋπόθεση ενίσχυσης των υποδομών και της συνολικής εμπειρίας του επισκέπτη. Την ίδια στιγμή, η ταχεία αύξηση της προσφοράς κλινών όλων των τύπων εντείνει τον ανταγωνισμό.

    Τα παραπάνω ευρήματα, σε συνδυασμό με την 20ή Ετήσια Έρευνα Ικανοποίησης Επισκεπτών και Απόδοσης Ξενοδοχείων Αθήνας – Αττικής (2024), όπως σημειώνουν οι ξενοδόχοι της Αθήνας, αναδεικνύουν και τις διαχρονικές προκλήσεις της πρωτεύουσας. Υποδομές όπως τα μέσα μεταφοράς, η καθαριότητα, οι δημόσιοι χώροι και η προσβασιμότητα χρειάζονται ουσιαστική και συντονισμένη αναβάθμιση. Η βελτίωσή τους θεωρείται κρίσιμη τόσο για τη διατήρηση της ποιότητας και της ποσότητας του τουρισμού όσο και για την καθημερινότητα των κατοίκων, καθώς η εμπειρία του επισκέπτη συνδέεται άμεσα με τη συνολική εικόνα και τη λειτουργικότητα της πόλης.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ