Δευτέρα, 02-Φεβ-2026 07:30
Χρυσωρυχείο η πρωτεΐνη για τις εταιρείες τροφίμων - Το φαινόμενο BellRing και η ελληνική ευκαιρία
Της Ξανθής Γούναρη
Μέσα σε τρία χρόνια, μια κατηγορία που μέχρι πρόσφατα απευθυνόταν κυρίως σε αθλούμενους και "ψαγμένους" καταναλωτές εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο δυναμικούς και κερδοφόρους πυλώνες του ελληνικού retail τροφίμων. Η αγορά γιαουρτιών και επιδορπίων υψηλής πρωτεΐνης, όπως οι πουτίγκες, αυξήθηκε από τα 9,96 εκατ. ευρώ το 2022 στα 33,77 εκατ. ευρώ το 2025, καταγράφοντας τριπλασιασμό σε αξία και σύνθετο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 50,2%.
Τα στοιχεία της Circana αποτυπώνουν με σαφήνεια ότι η πρωτεΐνη δεν αποτελεί πλέον διατροφική μόδα, αλλά μια βαθιά διαρθρωτική αλλαγή στην κατανάλωση, αλλά και ένα επιχειρηματικό πεδίο με υψηλά περιθώρια και μακροπρόθεσμες προοπτικές.
Η άνοδος της κατηγορίας protein yoghurt & desserts είναι εντυπωσιακή σε κάθε μέτρηση. Το 2023 η αξία πωλήσεων αυξήθηκε κατά 68,1%, στα 16,74 εκατ. ευρώ. Το 2024 ακολούθησε νέο άλμα 72,9%, με την αγορά να φτάνει τα 28,94 εκατ. ευρώ. Το 2025, παρά τη σχετική ωρίμανση της κατηγορίας, η ανάπτυξη συνεχίστηκε με ρυθμό 16,7%, ανεβάζοντας την αξία στα 33,77 εκατ. ευρώ.
Σε απόλυτους όρους, μέσα σε τρία χρόνια προστέθηκαν σχεδόν 24 εκατ. ευρώ πωλήσεων, με τη συνολική αξία να αυξάνεται κατά 239%. Πρόκειται για τη μακράν ταχύτερα αναπτυσσόμενη υποκατηγορία στο ελληνικό ράφι τροφίμων.
Η εκρηκτική ανάπτυξη δεν βασίζεται μόνο στην τιμή. Ο όγκος πωλήσεων αυξήθηκε από 1,77 εκατ. κιλά το 2022 σε 4,72 εκατ. κιλά το 2025, σημειώνοντας άνοδο 167%. Το στοιχείο αυτό δείχνει πραγματική διείσδυση στα ελληνικά νοικοκυριά και μετατροπή της κατηγορίας σε καθημερινή επιλογή.
Το 2025, τα προϊόντα υψηλής πρωτεΐνης αντιπροσωπεύουν το 7,7% της συνολικής αγοράς γιαουρτιών και επιδορπίων, η οποία αποτιμάται σε 436,5 εκατ. ευρώ. Το ποσοστό παραμένει ακόμη χαμηλό, γεγονός που αφήνει τεράστιο περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης: κάθε μία επιπλέον ποσοστιαία μονάδα μεριδίου ισοδυναμεί με περίπου 5,5 εκατ. ευρώ νέων πωλήσεων.
Η σύγκριση αξίας και όγκου αποκαλύπτει το βασικό πλεονέκτημα της κατηγορίας: την ικανότητα premium τιμολόγησης. Η μέση τιμή ανά κιλό αυξήθηκε από 5,64 ευρώ το 2022 σε περίπου 7,15 ευρώ το 2025, σημειώνοντας άνοδο σχεδόν 27%, πολύ υψηλότερη από τον γενικό πληθωρισμό.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το 2024-2025 η τιμή σταθεροποιείται, δείχνοντας πως οι εταιρείες έχουν βρει το "sweet spot" όπου ο καταναλωτής αποδέχεται το premium χωρίς να περιορίζει την κατανάλωση.
Ο τριπλασιασμός της αγοράς έχει πυροδοτήσει έντονο ανταγωνισμό μεταξύ ελληνικών και πολυεθνικών γαλακτοβιομηχανιών. Από τη μια οι Danone, Arla, Alpo, Granarolo και Friesland Campina και από την άλλη η ΔΕΛΤΑ του ομίλου Vivartia, η σερραϊκή Κρι-Κρι, η Όλυμπος των αδελφών Σαράντη, η ΜΕΒΓΑΛ, η Φάρμα Κουκάκη και η Μανδρέκας ευθυγραμμίζουν τις στρατηγικές τους με τις παγκόσμιες τάσεις, επενδύοντας σε νέους πρωτεϊνούχους κωδικούς.
Μάλιστα την αναδυόμενη ευκαιρία επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν και οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, λανσάροντας πρωτεϊνούχα γαλακτοκομικά προϊόντα – και όχι μόνο – με τη δική τους ετικέτα. Άλλωστε το μερίδιο της ιδιωτικής ετικέτας στην αγορά του γιαουρτιού και των επιδόρπιων γιαουρτιού ξεπέρασε το 2025 το 20% σε αξία, δημιουργώντας ένα πρόσθετο κανάλι κερδοφορίας για τις εταιρείες που παράγουν private label προϊόντα.
Η δυναμική δεν περιορίζεται στα γιαούρτια. Το σοκολατούχο γάλα πρωτεΐνης αυξάνει την αξία του κατά 27,5% το 2025, με τον όγκο να ενισχύεται ακόμη περισσότερο (+29,4%), ανεβάζοντας το μερίδιό του στο 23,2% της συνολικής κατηγορίας.
Οι μπάρες πρωτεΐνης σημειώνουν επίσης εντυπωσιακή άνοδο, από 17,28 εκατ. ευρώ σε 21,39 εκατ. ευρώ (+23,8%) το 2025 με τον όγκο να αυξάνεται κατά 17,8%. Το μερίδιο των protein bars εντός της συνολικής κατηγορίας ανέρχεται πλέον στο 38,5% το 2025, έναντι 34,3% το 2024, επιβεβαιώνοντας τη στροφή προς πιο λειτουργικές επιλογές snacking.
Ας σημειωθεί ότι σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, αναμένεται να αυξηθεί κατά 50 δισ. δολάρια με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 8,4% για την περίοδο 2023-2030.
Εκτός από τους πολυεθνικούς κολοσσούς, όπως η Nestlé, η Kellogg's και η General Mills, στη μάχη της πρωτεΐνης έχουν ριχτεί και σχεδόν όλες οι μεγάλες ελληνικές εταιρείες που παράγουν σνακ. Από τις ιστορικές βιομηχανίες Παπαδοπούλου, ION και Γιώτης μέχρι την INTROFEX με το σήμα Millhouse και την Καραμολέγκος μέσω της εξαγορασθείσας Nutree. Ταυτόχρονα μερίδιο διεκδικούν και μικρότεροι "παίκτες", όπως η Σδούκος που δραστηριοποιείται στους ξηρούς καρπούς, η ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΕΒΕ (Jannis) με ειδικότητα στα παστέλια, καθώς και εξειδικευμένες εταιρείες στην παραγωγή υγιεινών σνακ, όπως η Mooveat με έδρα στη ΒΙ.ΠΕ Μαρκόπουλου, η Naturetech και η Naturals. Ακόμη όμως και βιομηχανίες που μέχρι πρότινος δεν είχαν σχέση με την εν λόγω κατηγορία έχουν κάνει την είσοδό τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη γαλακτοβιομηχανία Ήπειρος, αποδεικνύοντας ότι το protein trend ξεπερνά τα παραδοσιακά όρια των κατηγοριών προϊόντων.
Συνολικά, οι τρεις βασικές κατηγορίες protein προϊόντων - γιαούρτια & επιδόρπια, σοκολατούχο γάλα και μπάρες - ξεπερνούν πλέον τα 63,9 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, αυξημένες κατά 20,4% σε σχέση με το 2024.
Ωστόσο το μακροθρεπτικό συστατικό δεν περιορίζεται μόνο στα γαλακτοκομικά. Σπαγγέτι, κριτσίνια, ψωμί, μπισκότα, ψαρικά, κράκερ, δημητριακά πρωϊνού και έτοιμα γεύματα με ταμπελάκια "high protein" (υψηλής πρωτεΐνης) αυξάνονται και πληθύνονται στα ψυγεία και στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Η κατηγορία των τροφίμων υψηλής πρωτεΐνης εξελίσσεται σε έναν από τους πιο δυναμικούς και κερδοφόρους κλάδους της παγκόσμιας βιομηχανίας τροφίμων. Η διεθνής αγορά αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί από περίπου 56–57 δισ. δολάρια το 2025 σε πάνω από 108–117 δισ. δολάρια έως το 2034, με ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης 7,5%–8,5%. Σε αντίθεση με παλαιότερα wellness trends, η πρωτεΐνη ενσωματώνεται πλέον οριζόντια σε βασικές κατηγορίες – γαλακτοκομικά, ροφήματα, snacks, δημητριακά – μετατοπίζοντας το value mix της αγοράς προς προϊόντα υψηλότερης τιμής και μεγαλύτερων περιθωρίων.
Οι μεγάλοι πολυεθνικοί όμιλοι έχουν ήδη κεφαλαιοποιήσει τη μετάβαση. Η Danone και η Arla καταγράφουν διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης στα protein brands, ενώ η BellRing Brands αποτελεί το καθαρότερο παράδειγμα λειτουργικής μόχλευσης, επιβεβαιώνοντας ότι η πρωτεΐνη δεν οδηγεί απλώς τον τζίρο αλλά και την κερδοφορία. Οι πωλήσεις της εταιρείας εκτοξεύτηκαν στα 2,32 δισ. δολάρια το οικονομικό έτος 2025, σημειώνοντας αύξηση 16%, ενώ τα καθαρά κέρδη εκτινάχθηκαν από 165,5 εκατ. δολάρια το 2023 σε 216,2 εκατ. δολάρια το 2025 (+30,6%).
Παράλληλα, η είσοδος ομίλων όπως η PepsiCo και η General Mills σε λειτουργικά protein προϊόντα υποδηλώνει στρατηγική μετατόπιση κεφαλαίων από ώριμες κατηγορίες χαμηλής ανάπτυξης σε segments με υψηλότερο ROI, μεγαλύτερη καταναλωτική πιστότητα και ισχυρό premium positioning.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική αγορά εμφανίζει χαρακτηριστικά πρώιμου σταδίου ωρίμανσης. Παρότι η αξία των protein γιαουρτιών και επιδορπίων έχει τριπλασιαστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα, το μερίδιό τους παραμένει κάτω του 10% της συνολικής αγοράς γιαουρτιού, δημιουργώντας σημαντικό ανεκμετάλλευτο δυναμικό. Η σύγκλιση αυξημένης ζήτησης, premium τιμολόγησης και οικονομιών κλίμακας καθιστά την κατηγορία έναν από τους πιο ελκυστικούς μοχλούς οργανικής ανάπτυξης για τη βιομηχανία τροφίμων, με προοπτική διατηρήσιμων εσόδων και υψηλής κερδοφορίας τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.
Στελέχη εταιρειών ερευνών επισημαίνουν ότι η έννοια της πρωτεΐνης δεν είναι ενιαία για όλους τους καταναλωτές, αλλά αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με τις ανάγκες και το στάδιο ζωής. Για τους συστηματικά αθλούμενους συνδέεται πρωτίστως με την κάλυψη αυξημένων διατροφικών απαιτήσεων που σχετίζονται με τη μυϊκή αποκατάσταση και τη φυσική απόδοση. Για ένα άλλο τμήμα του κοινού, ωστόσο, η πρωτεΐνη λειτουργεί ως εργαλείο διαχείρισης βάρους, λόγω της υψηλής ικανότητάς της να ενισχύει το αίσθημα κορεσμού, ενώ για μεγαλύτερες ηλικίες αποκτά χαρακτήρα πρόληψης, συνδεδεμένο με τη διατήρηση της μυϊκής και σκελετικής υγείας.
Στην ελληνική αγορά, στελέχη της γαλακτοβιομηχανίας καταγράφουν σαφή μετατόπιση της ζήτησης από καταναλωτές άνω των 50 ετών προς προϊόντα όπως γιαούρτια, γάλατα και επιδόρπια με ενισχυμένη πρωτεΐνη. Η τάση αυτή εδράζεται σε μια αντικειμενική βιολογική πραγματικότητα, καθώς μετά τη μέση ηλικία η μυϊκή μάζα μειώνεται φυσιολογικά με ρυθμούς 1% έως 2% ετησίως, ενισχύοντας το ενδιαφέρον για διατροφικές λύσεις υποστήριξης της καθημερινής λειτουργικότητας.
Παράλληλα, ο σύγχρονος τρόπος ζωής και η περιορισμένη διαθεσιμότητα χρόνου ευνοούν προϊόντα που συνδυάζουν διατροφική αξία με ευκολία κατανάλωσης. Τα πρωτεϊνικά σνακ, λόγω μικρού μεγέθους, ευχρηστίας και ποικιλίας μορφών και γεύσεων, καλύπτουν την ανάγκη για γρήγορη και λειτουργική διατροφή, διευρύνοντας το καταναλωτικό τους κοινό πέρα από το fitness.
Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται και σε διεθνές επίπεδο. Σύμφωνα με το International Food Information Council, το ποσοστό των Αμερικανών που δηλώνουν ότι δίνουν προτεραιότητα στην πρόσληψη πρωτεΐνης αυξήθηκε από 59% το 2022 σε 71% το 2024. Αντίστοιχη δυναμική παρατηρείται και στην Ελλάδα.