Παρασκευή, 09-Ιαν-2026 13:59
Πούτιν - Ουκρανία: Τι μήνυμα στέλνει ο Oreshnik
Του Κώστα Ράπτη
Η δεύτερη "επίσκεψη" καθυστέρησε κατά 14 μήνες. Οι ρωσικές δυνάμεις εξαπέλυσαν κατά τη διάρκεια της νύχτας υπερηχητικό πύραυλο Oreshnik (Φουντουκιά), ο οποίος έπληξε με ταχύτητα 13.000 χλμ./ώρα στόχο στο Λβιφ της δυτικής Ουκρανίας, στο πλαίσιο, όπως δηλώθηκε, μαζικής επίθεσης σε ουκρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις κατασκευής μη επανδρωμένων αεροσκαφών. (Κατά τον κυβερνήτη της περιοχής, αυτό που επλήγη ήταν τεράστιος υπόγειος αποθηκευτικός χώρος φυσικού αερίου).
Πρόκειται αναμφίβολα για μία κίνηση κλιμάκωσης της έντασης, από αυτές τις οποίες ο Πούτιν δεν διατάσσει εύκολα και αψήφιστα.
Μοναδική προηγούμενη φορά κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε Oreshnik ήταν τον Νοέμβριο του 2024, με στόχο ουκρανικό στρατιωτικό εργοστάσιο, κυρίως για λόγους επίδειξης του νέου υπερόπλου για το οποίο επαίρεται η ρωσική πολεμική βιομηχανία, εφόσον τότε οι κεφαλές του πυραύλου ήταν εικονικές.
Σε πρώτη ανάγνωση, το νέο αυτό ρωσικό πλήγμα συνιστά μήνυμα της Μόσχας ότι μέχρι τώρα δεν έχει αξιοποιήσει το μέγιστο των οπλικών δυνατοτήτων της στον πόλεμο με την Ουκρανία, αλλά και ότι αυτή η "αυτοσυγκράτηση" δεν είναι απαραίτητο να διαρκέσει για πάντα. Από την άλλη πλευρά, το ότι ο στόχος βρισκόταν στο δυτικό άκρο της Ουκρανίας, κοντά στα σύνορα με την Πολωνία, αποτελεί έμμεσο μήνυμα προς τους Ευρωπαίους συμμάχους του Κιέβου.
Εξ ου και ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Αντρίι Σίμπιχα δήλωσε: "Ο Πούτιν χρησιμοποιεί έναν βαλλιστικό πύραυλο μέσου βεληνεκούς κοντά στα σύνορα της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ σε απάντηση στις δικές του παραισθήσεις – αυτή είναι πραγματικά μια παγκόσμια απειλή και απαιτεί παγκόσμια απάντηση".
Όμως το μήνυμα απευθύνεται πρωτίστως στην Ουάσιγκτον και έχει δύο σκέλη: πρώτον, ότι το "πνεύμα της Αλάσκας", ήτοι της συνεννόησης κατά την οποία έδειχναν να καταλήγουν Πούτιν και Τραμπ κατά τη συνάντησή τους τον Αύγουστο, έχει εκλείψει. Και δεύτερον, ότι η αμερικανική πλευρά θα πρέπει να ξανασκεφτεί το επικίνδυνο κενό που έχει δημιουργηθεί, πρωτίστως με δική της πρωτοβουλία, μετά την κατάλυση του προηγούμενου πλαισίου ελέγχου των εξοπλισμών, συμπεριλαμβανομένων των πυραύλων μέσου βεληνεκούς.
Τι όμως "θανάτωσε την Αλάσκα"; Τρεις άμεσες αφορμές ξεχωρίζουν. Η πρώτη, την οποία ρητά επικαλέσθηκε το ρωσικό υπουργείο Άμυνας, είναι η επίθεση με 91 drones, η οποία (όπως καταγγέλλει η Ρωσία, αλλά διαψεύδει η Δύση) εξαπολύθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου στην περιοχή της ιδιωτικής κατοικίας του Βλαντίμιρ Πούτιν στο Βαλντάι της επαρχίας Νόβγκοροντ. Κατά τη ρωσική οπτική, δεν πρόκειται απλώς για απόπειρα δολοφονίας του αρχηγού του κράτους, αλλά και για επίθεση στον κορυφαίο κόμβο ελέγχου της πυρηνικής τριάδας της χώρας, η οποία δεν θα ήταν δυνατή χωρίς σύμπραξη αμερικανικών υπηρεσιών, μολονότι Μόσχα και Ουάσιγκτον διανύουν μία περίοδο διαβουλεύσεων.
Η δεύτερη αφορμή είναι τα σχέδια Βρετανίας και Γαλλίας να αναπτύξουν στρατεύματά τους στην Ουκρανία της "επόμενης μέρας" (πέρα, εννοείται, από τους στρατιωτικούς που έχουν ήδη αναπτύξει μυστικά σε περιοχές όπως η Οδησσός), μολονότι ο Πούτιν έχει από τον Σεπτέμβριο προειδοποιήσει ότι αυτά θα αποτελέσουν "νόμιμο στόχο". Δύσκολα φαντάζεται κανείς ότι ένας πόλεμος τον οποίο η Ρωσία εξαπέλυσε επικαλούμενη την προοπτική επέκτασης του ΝΑΤΟ μέχρι τα σύνορά της θα τερματισθεί με τη Μόσχα να συναινεί στην εκπλήρωση του ίδιου στόχου με άλλο τρόπο, ήτοι με την παρουσία δυτικών δυνάμεων στο ουκρανικό έδαφος.
Η τρίτη αφορμή είναι και η χρονικά αμεσότερη: αφορά την επιχείρηση που εξαπέλυσαν από κοινού η αμερικανική ακτοφυλακή και βρετανικές δυνάμεις για την κατάληψη, στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Σκωτίας και Ισλανδίας, του υπό ρωσική σημαία δεξαμενόπλοιου, το οποίο είχε ενταχθεί σε κατάλογο κυρώσεων ως συνδεόμενο με το Ιράν και φέρεται να εξυπηρετούσε τις εξαγωγές πετρελαίου της Βενεζουέλας. Το ότι το εν λόγω τάνκερ είχε άδειες δεξαμενές μικρή σημασία έχει από την άποψη του συμβολισμού, ο οποίος βρίσκεται στην καρδιά της αμερικανικής διεκδίκησης ελέγχου των θαλασσών και προβολής εξωχώριας δικαιοδοσίας σε πλανητικό επίπεδο.
Το τελευταίο αυτό στοιχείο μάς δείχνει όμως και την ιδιόμορφη ασυμμετρία της σύγκρουσης που διεξάγεται ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία (καθώς και την Κίνα). Η χώρα του Ντόναλντ Τραμπ έχει την πολυτέλεια να δρα ευέλικτα και αιφνιδιαστικά σχεδόν οπουδήποτε στον κόσμο, ενώ αντιθέτως οι ευρασιάτες ανταγωνιστές της μάχονται στον άμεσο περίγυρό τους με δαπανηρά μέσα, μεγάλη δέσμευση δυνάμεων, καθώς και ρίσκο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, το οποίο δεν θέλουν να αναλάβουν.
Επιθυμούν να οικοδομήσουν υπομονετικά μιαν εναλλακτική τάξη πραγμάτων, την ώρα που ο ένοικος του Λευκού Οίκου αρκείται απλώς σε άμεσες και γρήγορες κινήσεις διατάραξης.