Σάββατο, 03-Ιαν-2026 08:00
Τουρκία και Συρία προχωρούν σε κοινές έρευνες φυσικού αερίου – Η γεωπολιτική διάσταση για Ελλάδα και Κύπρο
Του Χάρη Φλουδόπουλου
Σε μια κίνηση με σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα, η Τουρκία και η Συρία ετοιμάζονται να περάσουν στο "επόμενο επίπεδο" της ενεργειακής τους προσέγγισης, με στόχο –σύμφωνα με δηλώσεις της Άγκυρας– την υπογραφή ειδικής συμφωνίας εντός του 2026 που θα επιτρέπει υπεράκτιες έρευνες υδρογονανθράκων. Η εξέλιξη αυτή έρχεται να συμπληρώσει τη διπλωματική επαναπροσέγγιση των δύο χωρών που ξεκίνησε το 2025 και να επαναφέρει στο προσκήνιο τις εύθραυστες ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου.
Όπως έχει καταστήσει σαφές η τουρκική πλευρά, το υφιστάμενο πλαίσιο συνεργασίας με τη Δαμασκό δεν επαρκεί για την έναρξη υπεράκτιων εργασιών. Για τον λόγο αυτόν, προετοιμάζεται ξεχωριστό, νομικά δεσμευτικό κείμενο που θα ανοίγει τον δρόμο για σεισμικές και γεωφυσικές έρευνες, προτού ληφθούν αποφάσεις για γεωτρήσεις. Πρόκειται για το καθιερωμένο πρώτο βήμα σε κάθε offshore project, καθώς οι σεισμικές καταγραφές αποτυπώνουν τη γεωλογική δομή του βυθού και εκτιμούν το δυναμικό υδρογονανθράκων.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι αρχικές δραστηριότητες θα περιοριστούν σε τεχνικές αναλύσεις και συλλογή δεδομένων, με τις γεωτρήσεις να μετατίθενται χρονικά μετά την υπογραφή της ειδικής συμφωνίας.
Η σημερινή κινητικότητα εδράζεται στη συμφωνία ενεργειακής συνεργασίας που υπεγράφη τον Μάιο του 2025 στη Δαμασκό και καλύπτει τους τομείς ενέργειας, ορυκτών και υδρογονανθράκων. Έκτοτε, έχουν ήδη υλοποιηθεί κοινά projects, με πιο χαρακτηριστικό τη μεταφορά αζέρικου φυσικού αερίου προς τη Συρία μέσω τουρκικού εδάφους, από το καλοκαίρι του 2025 και μέσω της επαρχίας Κιλίς.
Η Συρία, με ενεργειακές υποδομές βαριά κατεστραμμένες έπειτα από πάνω από μία δεκαετία πολέμου, αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει πεδίο για τεχνική και πολιτική διείσδυση της Άγκυρας, η οποία εμφανίζεται πρόθυμη να στηρίξει την "ενεργειακή ανασυγκρότηση" της χώρας.
Αβέβαιο γεωλογικό δυναμικό
Η θαλάσσια ζώνη της Συρίας βρίσκεται στην περιφέρεια της λεκάνης της Λεβαντίνης, μιας περιοχής όπου τα τελευταία χρόνια έχουν εντοπιστεί μεγάλα κοιτάσματα φυσικού αερίου σε Ισραήλ, Κύπρο και Αίγυπτο. Μελέτη της USGS από το 2010 είχε εκτιμήσει ότι η λεκάνη μπορεί να κρύβει κατά μέσο όρο 122 τρισ. κυβικά πόδια φυσικού αερίου και 1,7 δισ. βαρέλια πετρελαίου.
Στην πράξη, ωστόσο, οι συριακές υπεράκτιες έρευνες παραμένουν περιορισμένες. Η συμφωνία του 2013 με τη ρωσική Soyuzneftegaz "πάγωσε" λόγω πολέμου και κυρώσεων, χωρίς να παραγάγει εμπορικά αποτελέσματα.
Πίσω από το τεχνικό σκέλος των ερευνών, διαγράφεται καθαρά η γεωπολιτική στόχευση της Άγκυρας. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ και την ανάδειξη μιας νέας, ακόμη ασαφούς πολιτικής κατάστασης στη Δαμασκό, η Τουρκία προωθεί σενάρια οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με τη Συρία. Βασίζεται δε στη μαξιμαλιστική της θέση ότι τα νησιά –και δη η Κύπρος– δεν διαθέτουν πλήρη δικαιώματα ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.
Σε αυτό το πλαίσιο, τουρκικά ΜΜΕ μιλούν ανοιχτά για συμφωνία θαλάσσιας δικαιοδοσίας, η οποία θα θεωρεί ως τουρκική δικαιοδοσία θαλάσσιες περιοχές δυτικά της κατεχόμενης χερσονήσου της Καρπασίας, παραγνωρίζοντας τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Άγκυρα εμφανίζεται να χρησιμοποιεί ως "οδηγό" το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ένα κείμενο που, κατά την Ελλάδα και την ΕΕ, αναιρεί βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Μια ανάλογη συμφωνία με τη Συρία θα μπορούσε να επηρεάσει συνολικά τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και να ανοίξει νέο κύκλο εντάσεων.
Η τουρκική κινητικότητα εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική ενεργειακής και γεωπολιτικής αναβάθμισης, σε μια περιοχή όπου οι μνήμες της κρίσης του 2020 με τις έρευνες του Oruç Reis παραμένουν νωπές. Με δεδομένη την υψηλή εξάρτηση της Τουρκίας από εισαγωγές ενέργειας και την επιδίωξή της να αναδειχθεί σε περιφερειακό "παίκτη", το άνοιγμα προς τη Συρία δεν είναι απλώς ενεργειακό – είναι βαθιά πολιτικό.
Για Ελλάδα και Κύπρο, το ενδεχόμενο μιας τουρκοσυριακής συμφωνίας για έρευνες και ΑΟΖ συνιστά έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας στην Ανατολική Μεσόγειο, που απαιτεί εγρήγορση, διπλωματική κινητοποίηση και ξεκάθαρες συμμαχίες.