Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 04-Απρ-2022 07:49

    Οι real estate περιπέτειες του Ιδρύματος Μπενάκη

    Οι real estate περιπέτειες του Ιδρύματος Μπενάκη
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    της Ματίνας Χαρκοφτάκη

    Ήταν το 1931 όταν ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γεώργιος Παπανδρέου, με την υπογραφή του έκανε αποδεκτή τη δωρεά των κληρονόμων του Εμμανουήλ Μπενάκη, θέτοντας τα θεμέλια για την ίδρυση ενός από πιο παλαιά και ιστορικά μουσεία στη χώρα, με σημείο εκκίνησης το εμβληματικό κτίριο στη γωνία της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας και της οδού Κουμπάρη, το οποίο μέχρι και σήμερα στεγάζει την έδρα του.

    Έναν χρόνο πριν είχε προηγηθεί η ψήφιση του νόμου 4599 (2 Μαΐου 1930) από την ελληνική Βουλή επί πρωθυπουργίας Ελευθέριου Βενιζέλου στον οποίο περιγράφονταν αναλυτικά ο τρόπος λειτουργίας του ιδρύματος καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θα αποτελούσαν την απαιτούμενη βάση για τη χρηματοδότηση και την ανάπτυξη του Μουσείου Μπενάκη, το οποίο για περισσότερο από εννέα δεκαετίες δραστηριοποιείται ως Ίδρυμα ιδιωτικού δικαίου, επιδεικνύοντας ένα αξιοσημείωτο έργο σε θέματα τέχνης, γραμμάτων και πολιτισμού.

    Εκτός από τα περιουσιακά στοιχεία με τα οποία "προικοδοτήθηκε" αρχικά από τους ιδρυτές του, το Μουσείο Μπενάκη κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας πορείας του έχει "κληρονομήσει", μεταξύ άλλων, έναν αξιοζήλευτο αριθμό ακινήτων, τα οποία κληροδοτήθηκαν στο ίδρυμα μέσα από δωρεές.

    Από την πλευρά του το ίδρυμα αναλαμβάνει να διαχειριστεί και να αξιοποιήσει τα εκάστοτε κληροδοτήματα με γνώμονα την επιθυμία των δωρητών κυρίως στην περίπτωση που οι τελευταίοι έχουν προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούν να οργανωθεί η τύχη της περιουσίας τους.

    Ανάμεσα στα πλέον προβεβλημένα ακίνητα του Μουσείου Μπενάκη, που κατά καιρούς έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας για διαφορετικούς λόγους το καθένα, συγκαταλέγονται τα περιβόητα κτήματα Κόνιαρη στη Βούλα (τα οποία πλέον έχουν περάσει σε νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς) καθώς και το άλλοτε ακριβότερο κτήμα γάμων της χώρας, το Κτήμα Νάσιουτζικ στα Σπάτα. Και τα δύο ακίνητα βρέθηκαν να πρωταγωνιστούν σε δύο ξεχωριστές περιπέτειες με βασικό ζητούμενο την αξιοποίησή τους.

    Εκτός, όμως, των δύο συγκεκριμένων, τα οποία έχουν απασχολήσει κατά καιρούς τον εγχώριο τύπο, τα περιουσιακά στοιχεία του Μουσείου, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν κτίρια και ακίνητα στα οποία αναπτύσσονται οι δράσεις του ενώ παράλληλα συμβάλλουν στο να διασφαλιστεί η λειτουργία του, συμβαδίζοντας με την εκπλήρωση του σκοπού της ίδρυσής του.

    Άλλωστε, η αρχή έγινε πριν 92 χρόνια όταν οι κληρονόμοι του Εμμανουήλ Μπενάκη –μεταξύ των οποίων ο Αντώνης Μπενάκης και η Πηνελόπη Δέλτα– δώρισαν τη νεοκλασική οικογενειακή οικία στην καρδιά της Αθήνας για να φιλοξενηθεί το μουσείο, ενώ η λίστα διαρκώς μεγάλωνε με την πάροδο του χρόνου.

    Το βιολογικό αγρόκτημα στον Μαραθώνα

    Ένα από τα πιο παλαιά αλλά λιγότερο γνωστά ακίνητα είναι το κτήμα και η έπαυλη Μπενάκη στον Μαραθώνα, η ιστορία του οποίου χάνεται στα βάθη των αιώνων.

    Ο πρώτος ιδιοκτήτης ήταν ο Αλέξανδρος Κατακουζηνός, ο οποίος αγόρασε την έκταση των 30.000 στρεμμάτων το 1830, η οποία το 1911 πουλήθηκε από τους κληρονόμους του στον τότε υπουργό Εθνικής Οικονομίας, Εμμανουήλ Μπενάκη, ενώ το 1962 μέρος του κτήματος περιήλθε στο ίδρυμα του Μουσείου.

    Σήμερα σε μια έκταση 250 στρεμμάτων αναπτύσσεται ένα σύγχρονο αγρόκτημα στο οποίο καλλιεργούνται βιολογικά λαχανικά όπως ντομάτες, κολοκυθάκια και μελιτζάνες τα οποία διατίθενται συσκευασμένα κάτω από το εμπορικό σήμα Γη μας.

    Η συνεργασία με την Aria hotels

    Μια διαφορετική διάσταση στον κλάδο της φιλοξενίας έφερε πριν από μερικά χρόνια η συνεργασία ανάμεσα στο Μουσείο Μπενάκη και στην Aria hotels καθώς η τελευταία έχει αναλάβει τη διαχείριση για 3 μήνες της οικίας του Βρετανού συγγραφέα Patrick Leigh Fermor και της συζύγου του Joan, που βρίσκεται στην Καρδαμύλη της Μεσσηνιακής Μάνης.

    Η οικία, την οποία το ζεύγος των Βρετανών δώρισε στο Μουσείο Μπενάκη το 1996 ενόσω ακόμη ζούσε, διατίθεται προς ενοικίαση σαν ενιαία βίλα για έως 10 άτομα.

    Το συγκρότημα, στο οποίο έγιναν οι απαραίτητες εργασίες επισκευής και συντήρησης με γνώμονα τη διατήρηση της αρχικής του μορφής, περιλαμβάνει 3 πετρόκτιστα κτίσματα, τα οποία περιβάλλονται από έναν μεσογειακό κήπο.

    Τη δική τους ιστορία, ωστόσο, έχουν και τα κτίρια τα οποία φιλοξενούν συλλογές, εκθέματα και πολιτιστικές δράσεις υπό τη σκέπη του Μουσείου. Στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, στεγάζεται σε ένα νεοκλασικό συγκρότημα το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης.

    Πρόκειται για ένα κτιριακό συγκρότημα, το οποίο αποτελείται από δύο οικίες, μια τριώροφη και μια διώροφη, οι οποίες το 1989 χαρακτηρίστηκαν διατηρητέες ενώ έναν χρόνο πριν το ακίνητο είχε περιέλθει στο Μουσείο Μπενάκη από δωρεά του Λάμπρου Ευταξία, ο οποίος διετέλεσε επίτιμος πρόεδρος της διοικητικής επιτροπής του Μουσείου.

    Ένα ακόμη κτίριο-διαμάντι στην καρδιά της Αθήνας είναι αυτό που βρίσκεται επί της οδού Κριεζώτου, το οποίο ανήκε εξολοκλήρου στον αείμνηστο ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και πέρασε στο Μουσείο ύστερα από δωρεά του καλλιτέχνη ενόσω αυτός ακόμη ζούσε.

    Το κτίριο, το οποίο αποτελείται από ισόγειο και 5 ορόφους, σήμερα φιλοξενεί την Πινακοθήκη Γκίκα, ενώ κατασκευάστηκε περίπου το 1932 και αποτελεί τυπικό δείγμα αρχιτεκτονικής πολυκατοικίας του Μεσοπολέμου.

    Στα παραπάνω θα πρέπει να συμπεριληφθεί και το κτίριο της οδού Πειραιώς 138, το οποίο χτίστηκε σταδιακά κατά τη δεκαετία του 1950 με αρχικό σκοπό να εξυπηρετεί τις ανάγκες αντιπροσωπείας αυτοκινήτων με γραφεία και συνεργεία ενώ στη συνέχεια αγοράστηκε από το Μουσείο Μπενάκη, το οποίο προχώρησε σε εργασίες ανακαίνισης και ανάπλασης για τη μετατροπή του κτιρίου σε χώρους μουσείου με χρηματοδότηση από το 3ο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.

    Οι κρατικές επιχορηγήσεις

    Να σημειωθεί ότι, ως Ίδρυμα Ιδιωτικού Δικαίου, το Μπενάκη διαθέτει τη δική του περιουσία, ωστόσο σε όλη τη διάρκεια της πολύχρονης παρουσίας του δεν είναι λίγες οι φορές που το κράτος πρόσφερε τη συνδρομή του μέσα από επιχορηγήσεις, στο πλαίσιο αναγνώρισης του έργου που προσφέρει. Μάλιστα, το θέμα των κρατικών επιχορηγήσεων είχε φέρει στην επιφάνεια πριν περίπου 10 χρόνια μια μερίδα βουλευτών, οι οποίοι έκαναν λόγο για υπερβολική γιγάντωση του Μουσείου και για προνομιακή του μεταχείριση από την πολιτεία.

    Με αφορμή την τότε ερώτηση στην Βουλή, η εποπτεύουσα αρχή, που είναι το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, έδωσε στη δημοσιότητα όλα τα ποσά των επιχορηγήσεων που έλαβε το Μπενάκη κατά το χρονικό διάστημα 2008-2013.

    Συγκεκριμένα, το 2008 εγγράφηκε στον τακτικό προϋπολογισμό το ποσό των 2,3 εκατ. ευρώ, το 2009 εγγράφηκαν 2,43 εκατ. ευρώ, ποσά τα οποία εκταμιεύτηκαν στο σύνολό τους.

    Το 2010 εγγράφηκε το ποσό των 2,07 εκατ. ευρώ, από το οποίο εκταμιεύτηκε το ποσό των 1.759.500 ευρώ ενώ το 2011 εγγράφηκε το ποσό των 1,72 εκατ. ευρώ και το μουσείο έλαβε 842.800.

    Το 2012 εγγράφηκε το ποσό των 1,7 εκατ. ευρώ και εκταμιεύτηκε το ποσό των 1,36 ενώ το 2013 εγγράφηκε στον τακτικό προϋπολογισμό το ποσό των 1,1 εκατ. ευρώ.

    Επιπλέον, το υπουργείο Παιδείας διευκρίνιζε ότι για το σύνολο της διαχείρισης των οικονομικών του δεδομένων, το Μουσείο Μπενάκη, αν και δεν είναι υποχρεωμένο, ελέγχεται σε ετήσια βάση από ορκωτούς ελεγκτές ενώ το 2011 είχε καταβάλει για εισφορές στο ΙΚΑ και φόρους προσωπικού 3,738 εκατ. ευρώ.

    Η αξιοποίηση του Κτήματος Νάσιουτζικ

    Όταν το 2013 ο εμπνευστής και ουσιαστικά η "ψυχή" του Κτήματος Νάσιουτζικ, Γιώργος Νάσιουτζικ, έφευγε από τη ζωή, αφήνοντας σαν κληροδότημα στο Μουσείο Μπενάκη το δημιούργημά του, σίγουρα δεν θα φανταζόταν την τρικυμία που θα ακολουθούσε.

    Η αποπομπή του ανιψιού του Νίκου, οι στιγμές έντασης και η απογοήτευση αποτελούν μόνο μερικά κομμάτια, τα οποία συνθέτουν ένα ομιχλώδες σκηνικό για το άλλοτε πιο πολυτελές και ακριβότερο κτήμα γάμων της χώρας, το οποίο πλέον έχει περιέλθει σε μαρασμό καθώς από το 2018 παραμένει κλειστό.

    Η βασική επιθυμία του Γιώργου Νάσιουτζικ ήταν η λειτουργία μιας πτέρυγας του Μουσείου Μπενάκη στο κτήμα, η οποία θα φιλοξενούσε την πλούσια συλλογή του ίδιου από εκθέματα και έργα τέχνης.

    Πριν περίπου δύο χρόνια το Μουσείο Μπενάκη υπέβαλε στο υπουργείο Περιβάλλοντος αίτημα προέγκρισης Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου για την αναβάθμιση και αξιοποίηση του κτήματος καθώς σχεδιάζει να υλοποιήσει ένα επενδυτικό πλάνο το οποίο περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός πολυχώρου πολιτισμού και φιλοξενίας.

    Το κτήμα Νάσιουτζικ, το οποίο βρίσκεται στα Σπάτα, εκτείνεται σε μια επιφάνεια 38 στρεμμάτων στην οποία εντοπίζονται αίθουσα εκδηλώσεων, η οποία μπορεί να φιλοξενήσει μέχρι 3.500 άτομα, το Μουσείο Νάσιουτζικ, τρεις εκκλησίες καθώς και κήπος με πισίνα.

    Τον Νοέμβριο του 2020 το Κεντρικό Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων του υπουργείου έδωσε τελικά το πράσινο φως για την προέγκριση, ενώ, όπως σημειώνει στο "Κ", το Μουσείο Μπενάκη "αυτήν τη στιγμή βαίνει προς ολοκλήρωση η β’ φάση της μελέτης του Ειδικού πολεοδομικού σχεδίου.

    Συγκεκριμένα, αναμένονται τα αποτελέσματα της Μελέτης Γεωλογικής Καταλληλότητας ενώ βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων".

    Σύμφωνα με το ίδρυμα, οι δύο παραπάνω μελέτες εκτιμάται ότι θα είναι έτοιμες για να υποβληθούν στις αρμόδιες υπηρεσίες στο τέλος της άνοιξης του τρέχοντος έτους.

    "Ήδη υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από μεγάλες εταιρείες που ενδιαφέρονται για την εκπόνησή του σχεδίου", όπως σημειώνει το Μπενάκη, ωστόσο, τα ονόματα των εταιρειών θα παραμείνουν εμπιστευτικά μέχρι την έναρξη του διαγωνισμού από τον τεχνικό σύμβουλο της εταιρείας Φίλιππος ΑΤΕ (CBRE) μαζί με τον Εκτελεστή Διαθήκης.

    Τέλος, σε σχέση με το κόστος της επένδυσης, αυτό αναμένεται να εξαρτηθεί από το επιχειρηματικό σχέδιο της εταιρείας που θα επιλεγεί σύμφωνα με τους όρους του εγκεκριμένου Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου.

    Τα περιβόητα κτήματα Κόνιαρη

    Η περιπέτεια για τα κτήματα Κόνιαρη ξεκίνησε όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο δικηγόρος Γεώργιος Σ. Κόνιαρης άφηνε όλη την ακίνητη και κινητή περιουσία του στο ίδρυμα.

    Σε αυτή περιλαμβάνεται και η έκταση των 71 σήμερα στρεμμάτων στην Βούλα, τα αποκαλούμενα κτήματα Κόνιαρη τα οποία είχαν αγοραστεί από την εταιρεία Κτηματικές Επιχειρήσεις- Π. Σταϊκόπουλου, την οποία ίδρυσαν και μετείχαν από κοινού με ποσοστό 50% έκαστος ο Περικλής Σταϊκόπουλος και ο Γεώργιος Κόνιαρης.

    Η δωρεά του τελευταίου στο Μπενάκη προκάλεσε την αντίδραση των κληρονόμων του Σταϊκόπουλου, οι οποίοι προσέφυγαν στη δικαιοσύνη διεκδικώντας το μερίδιο που τους αναλογούσε.

    Το δικό του δικαστικό αγώνα, ο οποίος, μάλιστα, διήρκεσε σχεδόν μια δεκαετία, έδωσε και ο επιχειρηματίας Ευγένιος Τίγκας, ο οποίος το 2008 είχε αναδειχθεί πλειοδότης με τίμημα 101 εκατ. ευρώ στον διαγωνισμό που είχε διεξάγει το Μπενάκη για τη συγκεκριμένη έκταση.

    Αν και αρχικά ο κ.Τίγκας κατέβαλε το ποσό των 30 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο προκαταβολής, στη συνέχεια αποφάσισε να υπαναχωρήσει από την επένδυση, απαιτώντας να του επιστραφούν τα χρήματα ύστερα από προσφυγής που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο.

    Δέκα χρόνια μετά και αφού η υπόθεση έφθασε μέχρι τον Άρειο Πάγο ο κ. Τίγκας δικαιώθηκε και τελικά το Μουσείο Μπενάκη υποχρεώθηκε να του επιστρέψει το ποσό των 30 εκατ. ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις.

    Το... δράμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Το Μπενάκη προκειμένου να βρει τα απαιτούμενα κεφάλαια αποφάσισε την εκ νέου παραχώρηση των κτημάτων Κόνιαρη, τα οποία τελικά το καλοκαίρι του 2020 αλλάζουν χέρια, περνώντας στο επενδυτικό σχήμα των Hines και Henderson Park.

    Το σχήμα έσπευσε να ανακοινώσει το σχέδιο ενός μεγαλεπήβολου οικιστικού εγχειρήματος, το Voula project, προϋπολογισμού 136 εκατ. ευρώ, το οποίο μέχρι στιγμής έχει προσκρούσει στην έντονη αντίδραση του δήμου Βάρης, Βούλας, Βουλιαγμένης, ο οποίος προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

    Μέσα στους επόμενους δύο μήνες αναμένεται να υπάρξει ο προσδιορισμός των προσφυγών προκειμένου, εάν είναι δυνατόν, να εκδικαστεί η υπόθεση εντός του τρέχοντος έτους ενώ σύμφωνα με πληροφορίες που έχει στη διάθεση του το "Κ", ο δήμος 3Β και η Hines, επί του παρόντος, βρίσκονται σε μια ανοιχτή διαπραγμάτευση προκειμένου να βρεθεί ένας κοινός τόπος συνεννόησης και να οδηγηθούν σε συμφωνία με την οποία θα διασφαλίζονται τα συμφέροντα της πόλης ενώ παράλληλα θα υπάρξει δυνατότητα υλοποίησης της επένδυσης.

    Τίποτα, ωστόσο, δεν είναι οριστικό και εφόσον τελικά δεν βρεθεί η χρυσή τομή ο δήμος είναι αποφασισμένος να συνεχίσει τον δικαστικό αγώνα.

    * Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Κεφάλαιο"

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ