Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 17-Μαρ-2022 07:59

    Τι ρώτησαν τον CEO της Εθνικής Τράπεζας οι διεθνείς αναλυτές

    Τι ρώτησαν τον CEO της Εθνικής Τράπεζας οι διεθνείς αναλυτές
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λεωνίδα Στεργίου

    Με την παρουσίαση της χρήσης του 2021 από την Εθνική Τράπεζα ολοκληρώθηκε η δημοσίευση των αποτελεσμάτων των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, όπου, η ΕΤΕ αναδείχθηκε αυτή με τα υψηλότερα καθαρά κέρδη και κεφάλαια.

    Οι ερωτήσεις των διεθνών αναλυτών επικεντρώθηκαν κυρίως γύρω από τρεις βασικούς άξονες:

    Πρώτον, αν μπορεί να διατηρηθεί η σημαντική αύξηση της οργανικής και καθαρής κερδοφορίας, με τους ρυθμούς του 2021 και να είναι σύμφωνοι με τους φιλόδοξους στόχους μέχρι το 2024.

    Δεύτερον, αν η αβεβαιότητα (λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων, επίμονου πληθωρισμού, υψηλών τιμών ενέργειας κ.ά.) μπορεί να ανατρέψει τον σχεδιασμό της ΕΤΕ, τις θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, όπως μέσω αναστολής επενδύσεων, δημιουργίας νέων κόκκινων δανείων, αύξησης επιτοκίων κλπ

    Τρίτον, αν η δημιουργία ολοένα και υψηλότερων κεφαλαίων υποκρύπτει κάποιες άλλες κινήσεις, όπως επενδύσεις, επιστροφές κεφαλαίων στους μετόχους, έξοδο στις αγορές, κ.ά.

    Οι απαντήσεις σε αριθμούς

    Κέρδη μετά φόρους: Αύξηση 41%, στα 833 εκατ. ευρώ από συνεχιζόμενες δραστηριότητες σε επίπεδο Ομίλου

    Οργανικά κέρδη: Αύξηση 40%, στα 450 εκατ., υπερβαίνοντας τον στόχο, ως αποτέλεσμα της βελτίωσης των οργανικών εσόδων, της δραστικής περιστολής του κόστους και της αποκλιμάκωσης των προβλέψεων για επισφαλή δάνεια, θέτοντας ισχυρές βάσεις για την επίτευξη του στόχου της ΕΤΕ για οργανικά κέρδη ύψους 0,5 δισ. ευρώ σε επίπεδο Ομίλου για το 2022

    Καθαρό επιτοκιακό έσοδο: Αύξηση 3%, στα 1,2 δισ. ευρώ, λόγω εκταμίευσης νέων δανείων 5 δισ. ευρώ, με το 25% της ζήτησης για νέα δάνεια να προέρχεται από νοικοκυριά.

    Καθαρή πιστωτική επέκταση: 1,4 δισ. ευρώ με εξυπηρετούμενα δάνεια.

    Μη εξυπηρετούμενα δάνεια: Μείωση 50% σε σχέση με το 2020, σε 2,1 δισ. Ο δείκτης κόκκινων δανείων μειώθηκε στο 6,9% με στόχο το 6% το 2022 και κάτω του 3% το 2024 (κάτω του 1 δισ.).

    Έσοδα από προμήθειες: Αύξηση 10%, στα 287 εκατ. ευρώ που συνδέεται με παραγωγή εσόδων από επιχειρηματικά δάνεια και χρηματοδοτήσεις επενδύσεων, από κάρτες, διεθνείς δραστηριότητες και άνοδο των ψηφιακών καναλιών. Μόνο από το ebanking τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 29%.

    Έξοδα προσωπικού: Μείωση 12%, απορροφώντας αύξηση επενδύσεων στην τεχνολογία και στη στρατηγική διατήρησης του δείκτη κόστους προς έσοδα στο 52,3%. Στόχος είναι η συμπίεση κάτω του 50%, φτάνοντας το 2024 στο 47%.

    Μείωση κινδύνων: Το κόστος κινδύνου έπεσε κάτω από τις 100 μονάδες βάσης, υποχωρώντας στις 68 μονάδες βάσης το δ’ τρίμηνο το 2021 που θα διατηρηθεί σε βιώσιμο επίπεδο προβλέψεων 77 μονάδων βάσεων.

    Χαμηλός δείκτης default: 4% στα 3 δισ. ευρώ δανείων που ήταν σε κάποιο πρόγραμμα ρύθμισης

    Υψηλό ποσοστό εξυγίανσης δανείων: 40%.

    Κεφάλαια: Ο δείκτης CET1 αυξήθηκε κατά περίπου 120μ.β. σε ετήσια βάση, σε 16,9%, με τον Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας να ανέρχεται σε 17,5%, αποτυπώνοντας το όφελος τόσο από τη συναλλαγή Frontier (τιτλοποίηση) που ενίσχυσε τα κεφάλαια της Τράπεζας κατά +150μ.β., όσο και από την ισχυρή κερδοφορία.

    Νέα ενίσχυση κεφαλαίων: Η ολοκλήρωση της πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικής και η στρατηγική συνεργασία με την Evo Payments, με την πρώτη να αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός των προσεχών εβδομάδων και τη δεύτερη το Δ’ τρίμηνο 2022, θα ενισχύσουν τον Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας περαιτέρω κατά 160μ.β. περίπου.

    Απόδοση Ενσώματων Ιδίων Κεφαλαίων (RoTE) στο 8% περίπου με στόχο άνω του 10%

    Οι απαντήσεις του κ. Μυλωνά

    Οι απαντήσεις του κ. Μυλωνά συνοψίζουν τις αιτίες του αποτελέσματος του 2021 και την τεκμηρίωση των στόχων για την περίοδο μέχρι το 2024. Συνοπτικά, η αύξηση της κερδοφορίας στηρίζεται στην ενίσχυση του ποσοστού εσόδων από επαναλαμβανόμενες τραπεζικές εργασίες, όπως είναι τα επιτοκιακά έσοδα, παρά σε εφάπαξ έσοδα.

    Ταυτόχρονα, εφάπαξ οργανικές δαπάνες, όπως οι τιτλοποιήσεις και άλλες κινήσεις εξυγίανσης πραγματοποιήθηκαν εμπροσθοβαρώς, επιβαρύνοντας προηγούμενες χρήσεις και τρίμηνα, αφήνοντας για το 2021 και μετά μόνο το κομμάτι που ενισχύει τα κεφάλαια.

    Παραμένοντας στα επιτοκιακά έσοδα, ο κ. Μυλωνάς υπογράμμισε το ρόλο της ποιότητας του χαρτοφυλακίου δανείων, το οποίο είναι εξυπηρετούμενο, αλλά και από την καθαρή πιστωτική επέκταση με εξυπηρετούμενα δάνεια.

    Ενδεικτικά, από όλα τα μέτρα στήριξης, όπως μορατόρια, Γέφυρα 1, Γέφυρα 2 και προγράμματα της τράπεζας για σταδιακή επαναφορά δόσεων λόγω της πανδημίας, μόνο το 4% παρέμεινε κόκκινο (από σύνολο 3 δισ.).

    Σε ό,τι αφορά τα έσοδα από προμήθειες, προήλθαν και θα συνεχίσουν να αυξάνονται από ανάπτυξη εργασιών και είσοδο σε νέα προϊόντα και κλάδους, όπως τραπεζοασφάλειες, επενδύσεις, δηλαδή, πάλι όχι από μη επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες.

    Η άλλη πλευρά της κερδοφορίας σχετίζεται με τον περιορισμό του κόστους, όπου και εδώ, όπως σημειώθηκε στην τηλεδιάσκεψη με τους αναλυτές, έγινε αύξηση της αποτελεσματικότητας και όχι μόνο με περικοπές κόστους.

    Σημαντική ήταν η μείωση του κόστους για το προσωπικό, αλλά ταυτόχρονα έγιναν επενδύσεις (αύξηση δαπανών) για ανάπτυξη των ψηφιακών καναλιών, δημιουργίας νέων ψηφιακών λύσεων, προσέλκυση πελατών και συναλλαγών σε εναλλακτικά κανάλια, αλλά και εκπαίδευση και εμπλοκή άνω των 1.000 εργαζομένων σε πάνω από 50 projects.

    Αυτό φαίνεται από την κατακόρυφη αύξηση των εργασιών μέσω ψηφιακών καναλιών και της αντίστοιχης μείωσης από τα καταστήματα, όπου υπήρξε και αριθμητική μείωση.

    Σε ό,τι αφορά τα κεφάλαια, η μείωση των κόκκινων δανείων το 2021 περιόρισε το κόστος κινδύνου και επέτρεψε μεγαλύτερο επιτοκιακό περιθώριο. Έτσι, δημιουργήθηκαν κεφάλαια από την κερδοφορία που αντιστάθμισαν το κόστος από την τιτλοποίηση.

    Ταυτόχρονα, η πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής και του συστήματος καρτών που θα πραγματοποιηθούν μέσα στο β’ τρίμηνο προσθέτουν έσοδα και κεφάλαια το 2021 και το 2022.

    Οι μακροχρόνιες στρατηγικές συμβάσεις τόσο με το CVC που αγόρασε την Εθνική Ασφαλιστική αλλά και με την αμερικανική EVO στις συναλλαγές, λαμβάνοντας υπόψη και τη μείωση του κόστους από τη διαχείριση, επιτρέπει στην Εθνική Τράπεζα να προγραμματίζει αύξηση εσόδων από σταυροειδείς πωλήσεις (πχ ασφαλιστικά και τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα) και έσοδα από άλλες συναλλαγές.

    Από τα μεγέθη που παρουσιάστηκαν, τα λεγόμενα "εφάπαξ” έσοδα και δαπάνες ή οι μη επαναλαμβανόμενες πηγές δημιουργίας κεφαλαίων αποτελούσαν ένα μικρό μέρος σε σχέση με τα αντίστοιχα επαναλαμβανόμενα.

    Αναφορικά με τα υψηλά κεφάλαια, ο κ. Μυλωνάς σημείωσε ότι ο στόχος για χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, εν όψει μάλιστα του Ταμείου Ανάκαμψης και μεγάλης ζήτησης από νοικοκυριά, απαιτεί υψηλά κεφάλαια για να υπάρχουν περιθώρια υψηλών προβλέψεων.

    Οι εποπτικές αρχές εφιστούν συνεχώς την προσοχή στα κεφάλαια των τραπεζών και για το λόγο αυτό, ακόμα και στο θέμα της διανομής μερίσματος για τη χρήση του 2022, ο κ. Μυλωνάς είπε ότι θα ξεκινήσουμε σταδιακά, σε συνεργασία με τις εποπτικές αρχές και με διασφάλιση των κεφαλαίων.

    Επιπλέον, παρά το περιθώριο για δύο εκδόσεις για άντληση κεφαλαίων 200 εκατ. ευρώ το 2022, η Εθνική Τράπεζα έχει το περιθώριο να εξετάσει το πότε, το πώς και αν θα το κάνει λόγω των κεφαλαίων της.

    Αναφερόμενος στην αβεβαιότητα λόγω της κρίσης, του υψηλού πληθωρισμού και της πιθανότητας αύξησης των επιτοκίων, ο κ. Μυλωνάς ξεκαθάρισε ότι η έκθεση της ΕΤΕ προς τη Ρωσία είναι μηδενική, ενώ περιορισμένη είναι η άμεση έκθεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία συνδέεται κυρίως με την ενέργεια.

    Οι επιπτώσεις είναι κυρίως έμμεσες από τον πληθωρισμό και τις υψηλές τιμές ενέργειας που επηρεάζουν αρνητικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αυξάνουν το κόστος παραγωγής και πρώτων υλών, "χτυπώντας” έμμεσα τις επενδύσεις, ενώ η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ζήτηση για ρευστότητα (δάνεια).

    Ωστόσο, επισήμανε ότι η ισχυρή ανάπτυξη το 2021 πριμοδοτεί το ΑΕΠ της Ελλάδος το 2022 με 1,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ τα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης θα απορροφήσουν μεγάλο μέρος των αρνητικών επιδράσεων.

    Τέλος, εξετάζοντας το σενάριο της αύξησης των επιτοκίων, αυτή επιδρά θετικά στα έσοδα από τα δάνεια, αρνητικά από τις καταθέσεις και ενδεχομένως αρνητικά από το χαρτοφυλάκιο ομολόγων και το κόστος χρήματος.

    Από το σενάριο ευαισθησίας της Εθνικής Τράπεζας, προκύπτει ότι προκύπτουν καθαρά επιτοκιακά έσοδα 70 εκατ. ευρώ για κάθε αύξηση επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσεις και επιπλέον 350 εκατ. ευρώ στην περίπτωση αύξησης 200 μονάδων βάσης (2 ποσοστιαίες μονάδες, δηλαδή από το -0,50% σήμερα, στο +1,5%).

    Διαβάστε επίσης:

    * Εθνική Τράπεζα: Κέρδη μετά από φόρους 867 εκατ. ευρώ για το 2021

    * Π. Μυλωνάς: Αυτοί είναι οι στόχοι της ΕΤΕ για την τριετία

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ