Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 16-Απρ-2021 20:44

    Σε CCC+ υποβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάκτωρ η S&P, με αρνητικές προοπτικές

    ΕΛΛΑΚΤΩΡ
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 20:54

    Στην υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάκτωρ σε CCC+ από B- προχώρησε ο οίκος Standard and Poor's, με αρνητικές προοπτικές. 

    Η υποβάθμιση αντανακλά την περιορισμένη οικονομική ευελιξία της Ελλάκτωρ όσον αφορά τη διαχείριση υλικών και επαναλαμβανόμενων ζημιών στη δραστηριότητα κατασκευών.

    Όπως αναφέρει ο οίκος, το 2020 η κατασκευαστική θυγατρική της Ελλάκτωρ, Άκτωρ, εμφάνισε σημαντικές ζημιές ύψους 155,5 εκατ. ευρώ (εκ των οποίων τα 112,2 εκατ. ευρώ μόνο στο τελευταίο τρίμηνο), λόγω των υπερβάσεων κόστους και της αποχώρησης από ζημιογόνα διεθνή έργα. Προσθέτει, επίσης, ότι ανέκυψαν απροσδόκητα ζητήματα σε βασικές αγορές της εταιρείας (Ελλάδα και Ρουμανία) που ιστορικά έχουν αποδειχθεί πιο ανθεκτικές.

    Αυτά εξασθένισαν σημαντικά την κερδοφορία του ομίλου, που επιδεινώθηκε περαιτέρω από την επίδραση της πανδημίας του κορονοϊού στα έσοδα διοδίων και στα έργα παραχωρήσεων. 

    Ο οίκος αναφέρει ότι η οικονομική ευελιξία της Ελλάκτωρ έχει μειωθεί μετά την ενδοομιλική χρηματοδότηση ενίσχυσης της Ακτωρ, με το ποσό των 76 εκατ. ευρώ το 2020 και επιπλέον 1,5 εκατ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2021.

    Η S&P προσθέτει ότι η Ελλάκτωρ έχει προτείνει αύξηση κεφαλαίου ύψους 120 εκατ. ευρώ, που αντιπροσωπεύει περίπου το 40% της τρέχουσας κεφαλαιοποίησής της, θέμα που θα συζητηθεί στην επερχόμενη έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της στις 22 Απριλίου. Το μεγαλύτερο μέρος θα κατευθυνθεί στην Άκτωρ (100 εκατ. ευρώ) για την κάλυψη διεθνών υποχρεώσεων ύψους (45 εκατ. ευρώ) και την αποπληρωμή υποχρεώσεων προς προμηθευτές καθώς και σε υπεργολάβους για την έναρξη κρίσιμων έργων στην ελληνική αγορά (55 εκατ. ευρώ), καθώς και για τη δημιουργία ενός ταμειακού αποθέματος. Ένα μικρότερο μέρος θα χρησιμοποιηθεί για την επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (20 εκατ. ευρώ). 

    Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτά τα κεφάλαια θα μπορούσαν να είναι διαθέσιμα μόνο από τον Ιούνιο του 2021 και μετά, καθώς και λόγω των πιεστικών αναγκών ρευστότητας, η Άκτωρ ξεκίνησε ενδιάμεση χρηματοδότηση ύψους 50 εκατ. ευρώ που θα παρασχεθεί από τον δεύτερο μεγαλύτερο μέτοχο της εταιρείας, Reggenborgh Invest BV, έως το τέλος του μήνα, υπό την επιφύλαξη της έγκρισης της αύξησης κεφαλαίου.

    Εάν εγκριθεί η ΑΜΚ, τα κεφάλαια θα μπορούσαν να αμβλύνουν τις βραχυπρόθεσμες ανησυχίες για τη ρευστότητα, αλλά δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τους βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους κινδύνους. 

    Ο οίκος αναμένει ότι ο αναπροσαρμοσμένος δείκτης χρέους προς το EBITDA της Ελλάκτωρ θα παραμείνει πιθανότατα κοντά στο 8,5x φέτος - έναντι 6,5x προηγουμένως- ακόμη και αν εγκριθεί η αύξηση κεφαλαίου. 

    Η S&P προσθέτει επίσης ότι εάν οι προοπτικές της Άκτωρ δεν βελτιωθούν και συνεχίσει να "βλάπτει" την κερδοφορία του ομίλου και να τραβάει ρευστότητα από τον όμιλο, θα μπορούσαν να αυξηθούν οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησής του -καθώς λήγουν ομόλογα 670 εκατ. ευρώ το 2024. Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι η σταθεροποίηση της απόδοσης της Άκτωρ είναι ζωτικής σημασίας για τη ρευστότητα του ομίλου. 

    Τέλος, τονίζει ότι η έλλειψη "ευθυγράμμισης” των βασικών μετόχων θα μπορούσε να επηρεάσει την απόδοση του ομίλου. Σημειώνει ότι κατά τους τελευταίους έξι μήνες, έχει παρατηρήσει δύο βασικές συγκρούσεις μεταξύ των κύριων μετόχων: Greenhill Investment Ltd. (ποσοστό 20,1%) και Reggenborgh (ποσοστό 14,2% με δυνατότητα αύξησης έως το 27,3%). 

    Προσθέτει επίσης, ότι η σταθερότητα του διοικητικού συμβουλίου που εκλέχθηκε τον Ιανουάριο του 2021 κινδυνεύει, καθώς η επερχόμενη έκτακτη συνέλευση θα ψηφίσει για μια πιθανή νέα σύνθεση που προτείνει η Greenhill. 

    Ο οίκος επισημαίνει το ενδεχόμενο συνεχών αλλαγών στο διοικητικό συμβούλιο και στη διοίκηση, που θα μπορούσαν να μειώσουν την ικανότητα της Ελλάκτωρ να αποκαταστήσει τη ρευστότητα και την οικονομική ευελιξία, με αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με το μειωμένο επίπεδο ανεξαρτησίας του διοικητικού συμβουλίου. 

    Καταλήγοντας, ο οίκος αναφέρει ότι οι αρνητικές προοπτικές αντανακλούν το ενδεχόμενο νέας υποβάθμισης τα επόμενα τρίμηνα, εάν η Ελλάκτωρ δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει άμεση χρηματοδότηση για την κατασκευαστική θυγατρική.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ