Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 26-Μαρ-2021 17:38

    Επισήμως το 90% της Εθνικής Ασφαλιστικής στο CVC Partners

    Επισήμως το 90% της Εθνικής Ασφαλιστικής στο CVC Partners
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λεωνίδα Στεργίου

    Υπογράφηκε πριν από λίγο η δεσμευτική συμφωνία για την πώληση του 90.01% του μετοχικού κεφαλαίου της Εθνικής Ασφαλιστικής στο CVC Capital Partners’ Fund VII, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και τους όρους που είχε δημοσιεύσει το Capital.gr. Το ονομαστικό τίμημα για τη συναλλαγή αντιστοιχεί σε 505 εκατ. ευρώ για το 100% της εταιρείας. Σύμφωνα με τους όρους της πώλησης, μέρος του τιμήματος (μέχρι 120 εκατ. ευρώ) συνδέεται με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων πώλησης τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων έως το 2026. Η συμφωνία περιλαμβάνει 15ετή συμφωνία πώλησης τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων.

    Σύμφωνα με ανακοίνωση της Τράπεζας, η συναλλαγή έχει θετική επίπτωση κατά περίπου 60 μονάδες βάσης στο Δείκτη Συνολικών Κεφαλαίων (με βάση τον ισολογισμό της 31.12.2020). Η ολοκλήρωση της συναλλαγής υπόκειται σε συνήθεις αναβλητικές αιρέσεις, συμπεριλαμβανομένων των εγκρίσεων ρυθμιστικών αρχών και αρχών ανταγωνισμού καθώς και την έγκριση από την Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της ΕΤΕ. Η έγκριση από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δόθηκε βάσει των όρων του Πλαισίου Συνεργασίας.

    Πώς προέκυψε η αποτίμηση 

    Εξειδικευμένα στελέχη εξηγούν ότι όπως και οι τράπεζες, έτσι και οι ασφαλιστικές εταιρείες, πρέπει να τηρούν κάποια ελάχιστα εποπτικά κεφάλαια. Αυτά διασφαλίζουν την ευρωστία της εταιρίας, προφυλάσσουν τους πελάτες τους από πιθανές ζημιές και, εν τέλει,  καθορίζουν τη δυνατότητα πληρωμής μερίσματος στους μετόχους. Σε πολλές περιπτώσεις, τα εποπτικά κεφάλαια διαφέρουν από τα λογιστικά, ενώ σε κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις (όπως και στην Εθνική Ασφαλιστική) η διαφορά, για πολλούς και διάφορους λόγους, είναι μεγάλη.

    Η βάση λοιπόν για την αποτίμηση δεν είναι τα λογιστικά κεφάλαια αλλά το ύψος των εποπτικών κεφαλαίων, εφόσον διαφέρουν μεταξύ τους, σύμφωνα με στελέχη της Εθνικής. Στην περίπτωση της Εθνικής Ασφαλιστικής, τα εποπτικά κεφάλαια είναι περίπου 500 εκατ. ευρώ, και με αυτά θα πρέπει κάποιος να συγκρίνει το όποιο τίμημα.

    Δευτερευόντως έρχονται τα κέρδη. Τα τελευταία χρόνια η Εθνική Ασφαλιστική έχει επαναλαμβανόμενα κέρδη μετά φόρων που κυμαίνονται μεταξύ 40 εκατ. και 50 εκατ. ευρώ. Οι διακυμάνσεις στα κέρδη της είναι και απόρροια της εξάρτησης που έχουν τα αποτελέσματα της εταιρείας στο ύψος των επιτοκίων που, με τη σειρά του, είναι άμεσο αποτέλεσμα του business mix της εταιρείας.

    Το μερίδιο αγοράς της Εθνικής Ασφαλιστικής στα προϊόντα ζωής και υγείας φτάνει το 26%, σε αντίθεση με 8% στον κλάδο Ζημιών, και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής παραγωγής ασφαλίστρων της εταιρείας. Αυτά τα προϊόντα που είναι μεγάλης διάρκειας (δεκαετιών) αποτιμώνται κάθε χρόνο στα αποτελέσματα λαμβάνοντας υπόψη το ύψος των επιτοκίων.  Άρα η εταιρεία, όπως και όλες οι ασφαλιστικές με μεγάλο χαρτοφυλάκιο στα προϊόντα ζωής, επηρεάζεται αρνητικά σε παρατεταμένο καθεστώς χαμηλών επιτοκίων – πόσο μάλλον δε σε περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων, τα οποία και δεν προβλέπεται να ανέβουν στο μεσοπρόθεσμο μέλλον, εξηγούν οι ίδιες πηγές.

    Αναφορικά με αναλύσεις που συγκρίνουν το τωρινό τίμημα με προηγούμενα που αποδείχθηκαν τελικά ανύπαρκτα (π.χ. Exin) ή από άγνωστες πηγές (π.χ. Gongbao), Εθνική Τράπεζα σημειώνει ότι το Διοικητικό της Συμβούλιο ζήτησε από τρεις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες να εξετάσουν το τίμημα που προσέφερε το CVC και να δώσουν επίσημη γνωμοδότηση για το δίκαιο του τιμήματος. Τόσο η Morgan Stanley και η Goldman Sachs που είδαν όλη τη διαδικασία πώλησης από μέσα, όσο και η UBS τη γνώμη της οποίας ζήτησε το Διοικητικό Συμβούλιο ανεξάρτητα, συμφώνησαν στο δίκαιο του τιμήματος χωρίς περιστροφές. Σε αυτές πρέπει να προστεθεί και η τέταρτη, δηλαδή η Barclays που εξέτασε εκ μέρους του ΤΧΣ όλα τα έγγραφα και έκανε επίσημη αποτίμηση της εταιρείας. Συνεπώς, υπήρξαν τέσσερις κορυφαίες επενδυτικές τράπεζες να επιβεβαιώνουν ότι το δίκαιο της τιμής.

    Επίσης, στα χέρια του Διοικητικού Συμβουλίου είναι και επίσημες γνωμοδοτήσεις από μεγάλα δικηγορικά γραφεία του εξωτερικού και της Ελλάδος, που γνωμοδοτούν υπέρ της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, μιας διαδικασίας μέσω της οποίας αρχικά οι σύμβουλοι είχαν απευθυνθεί σε πάνω από 45 επενδυτές από όλον τον κόσμο.

    Η σημασία της πώλησης

    Η επιτυχής ολοκλήρωση της συναλλαγής φέρνει την ΕΤΕ ένα βήμα πιο κοντά στην ολοκλήρωση των Δεσμεύσεων που ανέλαβε στα πλαίσια του Σχεδίου Αναδιάρθρωσης που συμφωνήθηκε μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μετά τη λήψη κρατικής βοήθειας για την ανακεφαλαιοποίηση της ΕΤΕ το 2012. Κύρια δέσμευση του Προγράμματος που ανέλαβε το Ελληνικό Δημόσιο για λογαριασμό της Εθνικής ήταν και η πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής. Υπενθυμίζεται ότι η ΕΤΕ έχει ήδη αποεπενδύσει από επτά θυγατρικές στο εξωτερικό – κυρίως στη ΝΑ Ευρώπη και Τουρκία – ύψους 50 δισ. ευρώ περίπου από πλευράς ενεργητικού. 

    Η μη υλοποίηση των δεσμεύσεων που ήταν ενός είδους μνημονιακής υποχρέωσης, θα είχε πολύ δυσχερείς επιπτώσεις στην Τράπεζα και τη χώρα. Η κρατική ενίσχυση για την Τράπεζα θα μπορούσε να κριθεί παράνομη και η Επιτροπή να ζητήσει την επιστροφή της από την ΕΤΕ, δηλαδή την ισόποση μείωση των κεφαλαίων της Τράπεζας.

    Σημειώνεται ότι και οι άλλες τρεις συστημικές τράπεζες έχουν αποεπενδύσει από τις ασφαλιστικές θυγατρικές τους εδώ και μερικά χρόνια, για τον ίδιο ακριβώς λόγο (Alpha σε AXA, Eurobank σε Fairfax, Πειραιώς σε Ergo). Για αυτόν τον λόγο άλλωστε και η DG Comp δεν μπορούσε να αφήσει την ΕΤΕ να είναι η μόνη ελληνική τράπεζα που, παρόλο που έλαβε βοήθεια, τελικά θα κρατήσει τον ασφαλιστικό της βραχίονα. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσε να κατηγορηθεί για διαστρέβλωση του ανταγωνισμού και της αρχής του περίφημου "level playing field” που η ίδια κηρύττει.

    Ποιο είναι το CVC

    Το CVC είναι ένα μεγάλο private equity fund, που δραστηριοποιείται ήδη 35 χρόνια στην αγορά, με έδρα την Ευρώπη, και με πάνω από 105 δισ. ευρώ κεφάλαια υπό διαχείριση. 

    Έχει μία εξειδικευμένη ομάδα για τον χρηματοοικονομικό κλάδο με εκτεταμένη εμπειρία σε επενδύσεις ασφαλιστικών εταιριών, και συγκεκριμένα μέσω των επενδύσεων του στις εταιρίες Brit (Ην. Βασίλειο), Fidelis (ΗΠΑ), Domestic & General (Ην. Βασίλειο), Pension Insurance Corporation (Ην. Βασίλειο), April Group (Γαλλία), Riverstone (Ην. Βασίλειο) κ.ά. 

    Έχει πάρει έγκριση από πάνω από 15 εποπτικές αρχές μεταξύ των οποίων της BaFin (Γερμανία), PRA (Ην. Βασίλειο) και FINMA (Ελβετία).

    Έχει ήδη επενδύσει πάνω από 750 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα από το 2017 και μετά, στην οποία διατηρεί γραφείο με στελέχη του, κυρίως στον συμπληρωματικό κλάδο με τον ασφαλιστικό, αυτόν της υγείας (Metropolitan, ΥΓΕΙΑ/ΜΗΤΕΡΑ, κ.α) αλλά και σε άλλους (π.χ. Skroutz, e-Travel, D-Marin, Vivartia).

    Η μέχρι τώρα πορεία του CVC ως ξένου επενδυτή στην Ελλάδα έχει δείξει θετικά σημάδια τόσο για τις εταιρίες όσο και για το προσωπικό και τους πελάτες τους. Η επιλογή του CVC ως αγοραστή για την Εθνική Ασφαλιστική προϋποθέτει και την επιλογή του από την Εθνική Τράπεζα ως εταίρου για τα επόμενα 15 χρόνια, μέσω της συνεργασίας τους στον τομέα των τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων. Η Εθνική δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη διαφοροποίηση των εσόδων της και στην αύξηση των πωλήσεων τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων μέσω του δικτύου της και η απόφαση για συνεργασία με το CVC καταδεικνύει την εμπιστοσύνη της τράπεζας στη δυνατότητα του νέου μετόχου να αναπτύξει περαιτέρω τις εργασίες της Εθνικής Ασφαλιστικής.

    Οι προσπάθειες πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικής

    Η Εθνική έχει προσπαθήσει πολύ να υλοποιήσει με επιτυχία αυτή τη Δέσμευση. Με τη συμβολή κορυφαίων συμβούλων όπως η Morgan Stanley και η Goldman Sachs, έτρεξε εκ νέου η διαδικασία εύρεσης αγοραστή για την Εθνική Ασφαλιστική. 

    Μετά την αδιέξοδη προσπάθεια πώλησής της το 2016-2018, όπου φάνηκε πόσο σύνθετο είναι η εύρεση αγοραστή με τα απαραίτητα κεφάλαια, την όρεξη να επενδύσει σημαντικά ποσά σε μια χώρα με οικονομικές δυσκολίες στο πρόσφατο παρελθόν και με ουσιαστική κατανόηση του κλάδου και σεβασμό στην εταιρεία, η Εθνική Τράπεζα ζήτησε και έλαβε παράταση για την υλοποίηση του Πλάνου Αναδιάρθρωσης μέχρι τις 31.12.20, ούτως ώστε να μην πάρει βεβιασμένες αποφάσεις για την πώληση της Ασφαλιστικής.

    Το φθινόπωρο του 2019 ξεκίνησε η διαδικασία πώλησης, και οι σύμβουλοι προσέγγισαν και πάλι όλους τους πιθανούς αξιόπιστους επενδυτές στον ασφαλιστικό κλάδο. Στο τέλος, κατατέθηκε μόνο μία δεσμευτική προσφορά, αυτή του CVC Capital, το Μάρτιο του 2020.

    Οι διαπραγματεύσεις με το CVC διήρκησαν σχεδόν 1 χρόνο, μέχρι να βρεθεί η χρυσή τομή που να είναι ικανοποιητική για την τράπεζα. Αρχικά πάγωσαν λόγω της έναρξης της πανδημίας, στη συνέχεια όμως το CVC, επιβεβαιώνοντας το ενδιαφέρον του για την εταιρεία, επανήλθε με ανανεωμένη προσφορά το φθινόπωρο του 2020. Τους τελευταίους 6 μήνες, η ομάδα που έτρεχε τη συναλλαγή στην Εθνική, μαζί με τους συμβούλους και υπό τη στενή καθοδήγηση του Διευθύνοντος Συμβούλου κ. Παύλου Μυλωνά, είχαν αλλεπάλληλες συζητήσεις με το CVC, για να κλείσουν όλα τα ανοιχτά θέματα προς διαπραγμάτευση. Παράλληλα "έτρεχαν" οι συζητήσεις σε επίπεδο ΔΣ, ΤΧΣ αλλά και εποπτικές αρχές (ΤτΕ, ΕΚΤ, DGComp). 

    Στόχος για την ΕΤΕ ήταν να καταλήξει στην καλύτερη δυνατή συναλλαγή από πλευράς αποτίμησης, με έναν αξιόπιστο εταίρο που θα στηρίξει και θα αναπτύξει την εταιρεία, ενώ παράλληλα εκπληρώνοντας τη Δέσμευσή της προς της DGComp.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ