Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 24-Ιαν-2013 11:05

    Μονοπώλιο ΟΠΑΠ: Θα αποφασίσει το ΣτΕ...(upd)

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 14:45

    Στην κρίση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας θα τεθεί το ζήτημα της εθνικής κανονιστικής ρύθμισης για τη λειτουργία των τυχερών παιχνιδιών στην Ελλάδα.

    Η σημερινή απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αν και εν πολλοίς αναμενόμενη ως προς το χρόνο και το περιεχόμενό της, έδειξε να εκπλήσσει την χρηματιστηριακή αγορά και τους επενδυτές, με αποτέλεσμα η μετοχή του ΟΠΑΠ να φθάσει να υποχωρεί ακόμη και σε ποσοστό 20%. Όπως αναφέρουν έμπειροι παρατηρητές της υπόθεσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ουσιαστικά αναφέρει πως το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι αυτό που θα αποφασίσει εάν το μονοπώλιο έτσι όπως υφίσταται σήμερα είναι σύμφωνο με την Ευρωπαϊκή νομολογία, κάτι που σημαίνει ότι δεν ασκεί κριτική στο μονοπώλιο per se. Καθώς το ΣτΕ παρέπεμψε στο ΔΕΚ την υπόθεση προσφυγής των Stanleybet International, William Hill Organization Ltd, William Hill Plc και Sportingbet Plc κατά του μονοπωλίου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αφού προχώρησε σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις, κρίνει ότι η ανώτατη ελληνική δικαστική αρχή θα λάβει και τις οριστικές αποφάσεις.

    Ποιές είναι αυτές οι παρατηρήσεις που κάνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο; Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η εμπορική πολιτική του ΟΠΑΠ δεν είναι σύμφωνη με το επιδιωκόμενο σκοπό του μονοπωλίου, δηλαδή της μειώσεως των δυνατοτήτων συμμετοχής σε παίγνια και της καταπολεμήσεως της συναφούς προς τα παίγνια αυτά εγκληματικότητας. Ακόμη, ότι η εποπτεία του Ελληνικού Κράτους στο κατά πόσο ασκείται αυτός ο έλεγχος, μοιάζει να είναι επιφανειακή.

    Στο πλαίσιο αυτό, η Ελληνική Δημοκρατία, σύμφωνα με το ΔΕΚ, έχει δύο δυνατότητες:

    Αν εκτιμά ότι η ελευθέρωση της αγοράς των τυχερών παιγνίων αντιβαίνει στο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως το οποίο η Ελληνική Δημοκρατία σκοπεί να διασφαλίσει, μπορεί να περιοριστεί στη μεταρρύθμιση του υφισταμένου μονοπωλίου και στην υποβολή του σε αποτελεσματικό και αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών.

    Αντιθέτως, αν το κράτος μέλος επιλέξει την ελευθέρωση της αγοράς –η οποία δεν του επιβάλλεται κατ’ ανάγκην από το δίκαιο της Ένωσης– οφείλει να τηρεί τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, καθώς και την υποχρέωση διαφάνειας. 

    Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε το ΔΕΚ παραπέμπει το θέμα στην Ολομέλεια του ΣτΕ, προκειμένου να αποφασίσει για το κατά πόσον το μονοπώλιο εφαρμόζεται αποτελεσμάτικά ή εάν το κράτος θα πρέπει να πραγματοποιήσει νέες ρυθμίσεις.

    Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι θα απαιτηθεί ακόμη ένα διάστημα μηνών μέχρι να ξεκαθαρίσει το ζήτημα και οι επενδυτές και η αγορά να αποκτήσει μια ξεκάθαρη οπτική. Παράγοντες της αγοράς δεν απέκλειαν υπό τη σοβαρή αυτή εκκρεμότητα, να υπάρξει και νέα καθυστέρηση στην ιδιωτικοποίηση του ΟΠΑΠ, καθώς υποψήφιοι επενδυτές δύσκολα θα μπορέσουν να λάβουν την εξασφάλιση ότι δεν θα υπάρξουν και νέες ανατροπές στο υφιστάμενο καθεστώς.

    Σε κάθε περίπτωση, κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι ήδη έχουν υπάρξει ρυθμίσεις στο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς των τυχερών παιχνιδιών στην Ελλάδα (Ν. 4002/11) και κατ΄επέκταση του ΟΠΑΠ. Στο νέο νόμο, τονίζεται, περιλήφθηκαν διατάξεις προκειμένου να ασκείται πράγματι εκ μέρους του συμπληρωματική αυστηρή εποπτεία, κατά τρόπο συστηματικό και πέραν της εποπτείας που ήδη ασκείται μέσω της υπάρχουσας νομοθεσίας.

    Κατά συνέπεια, αναφέρουν, ορισμένα από τα θέματα που θέτει το ΔΕΚ και τα οποία αφορούν το παλαιότερο νομοθετικό πλαίσιο, σήμερα έχουν ρυθμιστεί, αναφέροντας συγκεκριμένα την υιοθέτηση της Τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου από την ΟΠΑΠ που θα επιβλέπει και θα μεριμνά για την τήρηση εκ μέρους του Οργανισμού και των πρακτορείων της των όρων της σύμβασης με το Ελληνικό Δημόσιο και της κείμενης νομοθεσίας.

    Δυνατότητα προσαρμογής του νομικού πλαισίου

    Πάντως, νομικοί κύκλοι με τους οποίους επικοινώνησε το Capital.gr προκειμένου να ερμηνεύσουν την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εστιάζουν στο ότι το ΔΕΚ, όπως αναμένονταν, τονίζει πως το Συμβούλιο της Επικρατείας θα κληθεί να ελέγξει αν η εθνική κανονιστική ρύθμιση επιδιώκει πράγματι τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή της μειώσεως των δυνατοτήτων συμμετοχής σε παίγνια και της καταπολεμήσεως της συναφούς προς τα παίγνια αυτά εγκληματικότητας.

    Το πλέον σημαντικό στοιχείο αποτελεί, με βάση τις ίδιες πηγές, η αναφορά που γίνεται στο άρθρο 46 της απόφασης. Εκεί τονίζεται ότι “διαπιστώνεται ότι η άρνηση χορηγήσεως μεταβατικής περιόδου σε περίπτωση ασυμβιβάστου της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως προς τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να ελευθερώσει την αγορά των τυχερών παιγνίων, αν εκτιμά ότι μια τέτοια ελευθέρωση δεν συνάδει προς το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως το οποίο το κράτος μέλος αυτό σκοπεί να διασφαλίσει. Πράγματι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να διαθέτουν τη δυνατότητα μεταρρυθμίσεως του υφισταμένου μονοπωλίου προκειμένου αυτό να καταστεί συμβατό προς τις διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως διά της υποβολής του σε αποτελεσματικό και αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών”.

    Τι δηλώνει ο ΟΠΑΠ

    Σε ανακοίνωσή του σχετικά με το θέμα ο ΟΠΑΠ αναφέρει: "Το Δικαστήριο για μια ακόμη φορά επιβεβαίωσε την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία είναι καταρχήν δυνατή η χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, όπως η προστασία των καταναλωτών και η αποτροπή της απάτης και της παροτρύνσεως των πολιτών σε υπερβολική δαπάνη συνδεόμενη με τα τυχερά παίγνια. Προϋποθέσεις που τίθενται για τη χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων είναι ότι η ρύθμιση πράγματι ανταποκρίνεται στη μέριμνα για μείωση των δυνατοτήτων συμμετοχής σε παίγνια και για περιορισμό των δραστηριοτήτων στον τομέα αυτόν με συνεπή και συστηματικό τρόπο και ότι διασφαλίζεται αυστηρός έλεγχος από τις δημόσιες αρχές της επέκτασης του τομέα των τυχερών παιγνίων αποκλειστικώς και μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την καταπολέμηση της συναφούς προς τα παίγνια εγκληματικότητας.

    Το Δικαστήριο δεν διέλαβε καμία απολύτως κρίση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, εάν δηλαδή το ρυθμιστικό πλαίσιο των παιγνίων είναι ή όχι συμβατό με τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη νομολογία και παρέπεμψε το ζήτημα της αξιολόγησης της εθνικής νομοθεσίας στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπενθύμιση ότι θα πρέπει αυτό να λάβει υπ’ όψιν του συνολικά τις ρυθμιστικές συνθήκες, ιδίως δε την αυστηρότητα του ασκούμενου από το δημόσιο ελέγχου, τη συνέπεια στην άσκηση της περιοριστικής πολιτικής στα παίγνια και την αναλογικότητα των σχετικών μέτρων.

    Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προχώρησε μάλιστα σε σημαντική κρίση σχετικά με τον αν πρέπει να ανοίξει η αγορά των παιγνίων σε περίπτωση που κριθεί από το ελληνικό δικαστήριο ότι η ρύθμιση είναι αντίθετη στο δίκαιο της Ένωσης.

    Κρίθηκε σχετικά ότι προς την καθιέρωση ενός ελευθέρου και ανόθευτου ανταγωνισμού στο πλαίσιο μιας παραδοσιακής αγοράς, η δημιουργία ενός τέτοιου ανταγωνισμού «στην εντελώς ιδιάζουσα αγορά των τυχερών παιγνίων, δηλαδή μεταξύ πολλών επιχειρηματιών που θα έχουν την άδεια να εκμεταλλεύονται τα ίδια τυχερά παίγνια, είναι δυνατό να έχει επιβλαβές αποτέλεσμα, οφειλόμενο στο ότι οι επιχειρηματίες αυτοί θα είχαν την τάση να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο σε εφευρετικότητα προκειμένου να καταστήσουν την προσφορά τους ελκυστικότερη από αυτή των ανταγωνιστών τους και, κατά τον τρόπο αυτό, να αυξήσουν τις δαπάνες των καταναλωτών που συνδέονται με τα τυχερά παίγνια, καθώς και τους κινδύνους εξαρτήσεως από τα παίγνια αυτά» και, συνεπώς, το κράτος δεν είναι υποχρεωμένο να ελευθερώσει την αγορά των τυχερών παιγνίων, αν εκτιμά ότι μια τέτοια ελευθέρωση δεν συνάδει προς το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξης.

    Επιπλέον το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι ακόμη και αν το εθνικό δίκαιο σε σχέση με το μονοπώλιο κριθεί από το εθνικό δικαστήριο ότι δεν συνάδει με το ευρωπαϊκό το κράτος μέλος δεν υποχρεούται να απελευθερώσει την αγορά τυχερών παιγνίων. Ειδικότερα κρίθηκε ότι «στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να διαθέτουν τη δυνατότητα μεταρρυθμίσεως του υφισταμένου μονοπωλίου προκειμένου αυτό να καταστεί συμβατό προς τις διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως διά της υποβολής του σε αποτελεσματικό και αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών».

    Επειδή έχει ήδη εκκινήσει επιχείρηση παραπληροφόρησης σχετικά με το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η ΟΠΑΠ Α.Ε. επισημαίνει ότι η απόφαση αυτή δικαιώνει στους κύριους άξονές της την πολιτική του Ελληνικού Δημοσίου, η δε συμβατότητα της ελληνικής νομοθεσίας προς τις επιταγές της ευρωπαϊκής νομολογίας θα κριθεί οριστικά από την ελληνική δικαιοσύνη.

    Σε κάθε δε περίπτωση επιτρέπει στην ελληνική πολιτεία να συνεχίσει την περιοριστική της πολιτική, μια από τις πιο αυστηρές στην Ευρώπη, με γνώμονα τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και της αποτροπής της μετατροπής της χώρας σε ευρωπαϊκό παράδεισο του τζόγου, όπως ορισμένοι οραματίζονται χωρίς να συμβάλλουν ούτε κατ’ ελάχιστον στην ελληνική κοινωνία.

    Η ΟΠΑΠ Α.Ε. θα συνεχίσει την αυστηρή πολιτική έλεγχου, την κοινωνική της προσφορά και τη συμμετοχή της στη δημοσιονομική ανάκαμψη της χώρας. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και προς την κατεύθυνση αυτή εκτιμούμε ότι θα κινηθεί και η αρμόδια ελληνική δικαιοσύνη".

    Νωρίτερα το Capital.gr είχε μεταδώσει τα εξής: «Το δίκαιο της Ένωσης θέτει όρια στο αποκλειστικό δικαίωμα της ανώνυμης εταιρίας ΟΠΑΠ να οργανώνει και να εκμεταλλεύεται τα τυχερά παίγνια στην Ελλάδα. Αν παρά ταύτα το κράτος μέλος εκτιμά ότι η ελευθέρωση της αγοράς αυτής θα αντέβαινε στο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως το οποίο το κράτος αυτό σκοπεί να διασφαλίσει, μπορεί να περιοριστεί στη μεταρρύθμιση του μονοπωλίου, ιδίως διά της υποβολής του σε αποτελεσματικό και αυστηρό έλεγχο» αναφέρεται στο ανακοινωθέν τύπου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την προσφυγή των Stanleybet International, William Hill Organization Ltd, William Hill Plc και Sportingbet Plc κατά του μονοπωλίου του ΟΠΑΠ.

    Η μετοχή του ΟΠΑΠ, στην έναρξη των συναλλαγών της Πέμπτης στο Χ.Α., βρέθηκε να υποχωρεί σε ποσοστό έως και 20,79% στα 5,60 ευρώ. Αυτή τη στιγμή η μετοχή, έχοντας διακινήσει όγκο 2,95 εκατ. τεμαχίων, υποχωρεί 15,13% στα 6,00 ευρώ, ενώ η κεφαλαιοποίηση του ΟΠΑΠ διαμορφώνεται σε 1,914 δισ. ευρώ.

    Η ανακοίνωση του ΔΕΚ έχει ως εξης:

    "Στην Ελλάδα, η οργάνωση και λειτουργία των τυχερών παιγνίων και των δελτίων στοιχημάτων έχουν ανατεθεί   για χρονικό διάστημα είκοσι ετών –μέχρι το 2020– στην ανώνυμη εταιρία ΟΠΑΠ (Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ), εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Το Ελληνικό Δημόσιο εγκρίνει τους σχετικούς με τις δραστηριότητες του ΟΠΑΠ κανονισμούς και παρακολουθεί τη διαδικασία διεξαγωγής των παιγνίων, αν και είναι σήμερα μειοψηφών μέτοχος (34%). Ο ΟΠΑΠ καθορίζει το μέγιστο ποσό στοιχηματισμού και κέρδους ανά δελτίο (και όχι ανά παίκτη) και έχει δικαίωμα δωρεάν χρήσεως έως και 10 % των προορισμένων για διαφημίσεις χώρων των σταδίων και γυμναστηρίων. Έχει επίσης επεκτείνει τις δραστηριότητές του στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Κύπρο.

    Οι εταιρίες Stanleybet, William Hill και Sportingbet είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου διαθέτουν άδειες οργανώσεως τυχερών παιγνίων κατά το αγγλικό δίκαιο.

    Οι εταιρίες αυτές άσκησαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αιτήσεις ακυρώσεως κατά των εκ μέρους των ελληνικών αρχών σιωπηρών απορρίψεων των αιτήσεών τους να τους παρασχεθεί η άδεια οργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων στην Ελλάδα.

    Το ελληνικό δικαστήριο υπέβαλε ως εκ τούτου στο Δικαστήριο το ερώτημα αν αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης και ιδίως στις αρχές περί των θεμελιωδών ελευθεριών (της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών) η εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα λειτουργίας των παιγνίων σε έναν και μόνον οργανισμό. Παρατηρεί ότι, μολονότι σκοπός της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως είναι ο περιορισμός της προσφοράς των παιγνίων και η καταπολέμηση της συναφούς προς τα παίγνια εγκληματικότητας, ο ΟΠΑΠ ασκεί επεκτατική εμπορική πολιτική.

    Το Δικαστήριο, στη σημερινή απόφασή του, επισημαίνει κατ’ αρχάς ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση που θεσπίζει το μονοπώλιο του ΟΠΑΠ και απαγορεύει στους εγκατεστημένους εντός άλλου κράτους μέλους ανταγωνιστές να παρέχουν τα ίδια παίγνια εντός της ελληνικής επικράτειας συνεπάγεται περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Ως εκ τούτου, εξετάζει κατά πόσον ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να γίνει δεκτός κατά παρέκκλιση, για λόγους δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας ή για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος.

    Στη συνέχεια, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η κανονιστική ρύθμιση των τυχερών παιγνίων περιλαμβάνεται μεταξύ των τομέων εκείνων στους οποίους υπάρχουν σημαντικές διαφορές ηθικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής φύσεως μεταξύ των κρατών μελών και, ελλείψει κοινοτικής εναρμονίσεως, σε κάθε κράτος μέλος εναπόκειται να εκτιμήσει, σύμφωνα με τη δική του κλίμακα αξιών, τις απαιτήσεις που συνεπάγεται η προστασία των διακυβευομένων συμφερόντων. Συγκεκριμένα, όπως έχει ήδη αναγνωρίσει με τη νομολογία του, ο περιορισμός της προσφοράς των τυχερών παιγνίων και η καταπολέμηση της συναφούς προς τα παίγνια αυτά εγκληματικότητας μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στις θεμελιώδεις ελευθερίες.

    Το Δικαστήριο υπενθυμίζει εντούτοις ότι οι περιορισμοί τους οποίους επιβάλλουν τα κράτη μέλη πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις όσον αφορά τη τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, διασφαλίζοντας συγχρόνως την επίτευξη των προβαλλομένων σκοπών κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό.

    Συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει αν η εθνική κανονιστική ρύθμιση επιδιώκει πράγματι τον σκοπό της μειώσεως των δυνατοτήτων συμμετοχής σε παίγνια και της καταπολεμήσεως της συναφούς προς τα παίγνια αυτά εγκληματικότητας.

    Το Δικαστήριο υποδεικνύει ωστόσο στο εθνικό δικαστήριο να λάβει υπόψη του, όσον αφορά τον πρώτο σκοπό, τα διάφορα στοιχεία του ρυθμιστικού πλαισίου και της πρακτικής λειτουργίας του ΟΠΑΠ, όπως είναι τα δικαιώματα και τα προνόμια που διαθέτει για τη διαφήμιση των παιγνίων και ο καθορισμός του μέγιστου ποσού στοιχηματισμού ανά δελτίο (και όχι ανά παίκτη). Όσον αφορά τον δεύτερο σκοπό, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να ελέγξει αν υφίσταται πράγματι ο κρατικός έλεγχος, λαμβανομένου υπόψη ότι ένα τόσο περιοριστικό μέτρο όπως το μονοπώλιο πρέπει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο, ενώ στην περίπτωση του ΟΠΑΠ, ο οποίος είναι ανώνυμη εταιρία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, το Ελληνικό Δημόσιο έχει διατηρήσει ψήγματα μόνον εποπτείας.

    Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απαντά ότι αντιβαίνει προς το δίκαιο της Ένωσης εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία παρέχει σε έναν και μόνον οργανισμό το μονοπώλιο των τυχερών παιγνίων, χωρίς να μειώνει πράγματι τις δυνατότητες συμμετοχής σε παίγνια, εφόσον, αφενός, δεν περιορίζει τις δραστηριότητες στον τομέα αυτόν κατά συνεπή και συστηματικό τρόπο και, αφετέρου, δεν διασφαλίζει αυστηρό έλεγχο της επεκτάσεως των τυχερών παιγνίων αποκλειστικώς και μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας.

    Επιπλέον, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, λόγω της υπεροχής του άμεσα εφαρμοστέου δικαίου της Ένωσης, δεν μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζεται για μεταβατική περίοδο εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία συνεπάγεται περιορισμούς ασυμβίβαστους προς την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, οπότε οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να μην αποφαίνονται, κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας περιόδου, επί αιτήσεων χορηγήσεως αδείας.

    Στο πλαίσιο αυτής της ασύμβατης προς το δίκαιο της Ένωσης καταστάσεως, η Ελληνική Δημοκρατία έχει δύο δυνατότητες.

    Αν εκτιμά ότι η ελευθέρωση της αγοράς των τυχερών παιγνίων αντιβαίνει στο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως το οποίο η Ελληνική Δημοκρατία σκοπεί να διασφαλίσει, μπορεί να περιοριστεί στη μεταρρύθμιση του υφισταμένου μονοπωλίου και στην υποβολή του σε αποτελεσματικό και αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών.

    Αντιθέτως, αν το κράτος μέλος επιλέξει την ελευθέρωση της αγοράς –η οποία δεν του επιβάλλεται κατ’ ανάγκην από το δίκαιο της Ένωσης– οφείλει να τηρεί τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, καθώς και την υποχρέωση διαφάνειας. Ως εκ τούτου, η καθιέρωση ενός συστήματος προηγούμενης διοικητικής αδειοδοτήσεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις, προκειμένου να μην είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο αυθαίρετο η εξουσία εκτιμήσεως των εθνικών αρχών".

    Δείτε στη δεξιά στήλη "Σχετικά Αρχεία"

    *Το ανακοινωθέν τύπου του  Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΚ)

    * Την απόφαση του ΔΕΚ στα ελληνικά και στα αγγλικά 


    Διαβάστε ακόμη:
    *Η Stanleybet για την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ