Σάββατο, 14-Φεβ-2026 20:00
Γιατί δεν τελειώνει ο πόλεμος στην Ουκρανία
Του Κώστα Ράπτη
Οι έως τώρα συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία κρίνονται παραγωγικές και μάλιστα πρόκειται να επαναληφθούν την ερχόμενη εβδομάδα. Ο κύκλος των ενδιαφερομένων να εισέλθουν σε μια διαδικασία διαλόγου με τη Ρωσία διευρύνεται, μετά τα σχετικά μηνύματα που εξέπεμψαν Ευρωπαίοι ηγέτες, με πρώτο τον Εμανουέλ Μακρόν. Η ουκρανική πλευρά δηλώνει, δια του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, πρόθυμη να θέσει σε δημοψήφισμα τυχόν ειρηνευτική συμφωνία, από κοινού με τη διενέργεια εκλογών την άνοιξη, εάν πάντως, όπως διευκρινίζει, έχει προκύψει εκεχειρία.
Θα έλεγε κανείς ότι ο αιματηρός κύκλος που άνοιξε το 2022 (αν όχι ήδη από το 2014) οδηγείται στο κλείσιμό του. Και όμως: τίποτε το απτό δεν προκύπτει μέχρι στιγμής. Γιατί;
Η πεζή απάντηση είναι ότι ο πόλεμος συνεχίζεται, διότι καμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές δεν έχει επιτύχει τους διακηρυγμένους στόχους της, ούτε και έχει οδηγηθεί στην εξάντληση, ώστε να εγκαταλείψει την πολεμική προσπάθεια.
Στην περίπτωση της Ρωσίας, αυτό συναρτάται προς το ότι η τελευταία τετραετία δεν επέφερε ούτε την πλήρη διπλωματική απομόνωση, ούτε την οικονομική κατάρρευση στην οποία απέβλεπε το τείχος κυρώσεων που όρθωσε απέναντί της η Δύση. Απεναντίας αποτέλεσε την βάση οικοδόμησης ενός μοντέλου πολεμικού κεϊνσιανισμού, που προς το παρόν αποδίδει πολιτικο-οικονομικά στο εσωτερικό. Επιπλέον, το αργόσυρτο μοντέλο διεξαγωγής πολέμου που ακολουθείται, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση επαγγελματιών στρατιωτών και ενισχύσεων από τη Βόρειο Κορέα μέχρι την... Αφρική, κρατά υπό έλεγχο τον αριθμό των απωλειών, που θα μπορούσε να αποδειχθεί απαγορευτικός για μία χώρα με τραυματικές πολεμικές μνήμες και σαφές δημογραφικό πρόβλημα.
Προφανώς, στους υπολογισμούς της Μόσχας κυριαρχούν οι πιθανότητες να εξαντληθεί πρώτη η Ουκρανία, πόσω μάλλον όταν το σφυροκόπημα της ενεργειακής της υποδομής έχει καταστεί καθημερινή υπόθεση. Εξ ού και δεν επικρατεί στους διαδρόμους του Κρεμλίνου η αίσθηση του επείγοντος για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης. Αρκεί η εξαγορά χρόνου, όπως την εξασφαλίζει η επιδεικτική "ανταπόκριση" στα ανοίγματα του Ντόναλντ Τραμπ, ώστε με τη δύναμη των όπλων να επιτευχθούν εντέλει οι τεθέντες στόχοι.
Αξίζει να θυμηθούμε ποιοι είναι αυτοί, κατά Πούτιν: η "αποστρατιωτικοποίηση" και η "αποναζιστικοποίηση" της Ουκρανίας. Ήτοι μία "αλλαγή καθεστώτος" στο Κίεβο που θα εξασφαλίσει πρωτίστως ότι η ουκρανική επικράτεια δεν θα προσφερθεί σε αντίπαλους στρατιωτικούς συνασπισμούς, αλλά και δεν θα καταστεί πεδίο μιας "εθνικής οικοδόμησης" που θα αναιρεί το εθνικό αφήγημα και την ιστορική αυτοσυνειδησία της ίδιας της Ρωσίας.
Με αυτή την έννοια, το να βγει από την πόρτα η προοπτική ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, για να επιστρέψει από το παράθυρο, υπό μορφήν δυτικών εγγυήσεων ασφαλείας και παρουσίας ξένων στρατευμάτων, είναι συνταγή για να μην προκύψει συμφωνία. Και δίχως ολοκληρωμένη συμφωνία, η Μόσχα δεν μπαίνει καν στη λογική της κατάπαυσης του πυρός.
Πολύς λόγος γίνεται βεβαίως για την εδαφική πτυχή της όποιας λύσης, καθώς η ρωσική πλευρά φέρεται αποφασισμένη να επικυρώσει την προσάρτηση των ουκρανικών επαρχιών που ήδη ελέγχει (αν και όχι στην πλήρη έκτασή τους). Όμως ο πραγματικός προάγγελος της εισβολής στην Ουκρανία ήσαν τα δύο τελεσίγραφα της Ρωσίας τον Δεκέμβριο του 2021, υπό τύπον σχεδίου συμφωνίας με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, για μια νέα αρχιτεκτονική συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη, με αναστροφή των όσων πέτυχε η διεύρυνση της Ατλαντικής Συμμαχίας μετά το 1997.
Υπ' αυτή την έννοια, πραγματική επίλυση του ουκρανικού ζητήματος δεν πρόκειται να υπάρξει παρά στην (ήκιστα πιθανή) περίπτωση μιας ρωσο-αμερικανικής συνεννόησης σε αυτή τη βάση. Συνεπώς, τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Μόσχα είναι υποχρεωμένες να υποκρίνονται ότι εμπιστεύονται η μία την άλλη, προκειμένου τουλάχιστον να μειώσουν τα κόστη τους από αυτή την ανεπίλυτη αντιπαράθεση.
Το Κρεμλίνο ανακοίνωσε χθες ότι ο νέος γύρος των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία θα πραγματοποιηθεί την ερχόμενη εβδομάδα, όμως δεν επιβεβαίωσε τον τόπο διεξαγωγής του.
Τρεις πηγές που γνωρίζουν το θέμα έχουν πει στο Ρόιτερς ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι πρότειναν μια τριήμερη συνάντηση τη Δευτέρα στο Μαϊάμι, σε συνέχεια αυτής που διεξήχθη στο Αμπού Ντάμπι.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντίμιτρι Πεσκόφ επιβεβαίωσε πως η Μόσχα και η Ουάσινγκτον συζητούν για διμερή εμπορική και οικονομική συνεργασία, αλλά πρόσθεσε πως είναι απίθανο τέτοιες συνομιλίες να προχωρήσουν μακριά πριν από τη διευθέτηση της σύγκρουσης στην Ουκρανία.
Ο Σεργκέι Λαβρόφ, πάλι, διαβάζει τη συγκυρία απαισιόδοξα. Σε συνέντευξή του στο TV BRICS ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διστάζουν πλέον να υλοποιήσουν τις προτάσεις που υπέβαλαν κατά τη συνάντηση Πούτιν - Τραμπ στο Άνκορεϊτζ τον Αύγουστο, ενώ η Ρωσία δεν βλέπει καμία πολλά υποσχόμενη οικονομική προοπτική στις σχέσεις της με την αμερικανική πλευρά.
Καίτοι η Ρωσία παραμένει ανοιχτή στη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ίδιοι οι Αμερικανοί δημιουργούν τεχνητά εμπόδια, κατά Λαβρόφ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν αθέμιτες μεθόδους για να καταστείλουν τους ανταγωνιστές τους, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής κυρώσεων σε ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες, όπως η Lukoil και η Rosneft. Επίσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να ελέγξουν τους στρατιωτικο-τεχνικούς δεσμούς της Ρωσίας με σημαντικούς στρατηγικούς εταίρους, όπως η Ινδία και άλλα μέλη των BRICS, κατήγγειλε ο Ρώσος υπουργός.
Στο πεδίο της ασφάλειας, η Βορειοατλαντική Συμμαχία, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη έχουν ξεπεράσει τον χρόνο τους, υποστήριξε χαρακτηριστικά ο Λαβρόφ.
Η Δύση έχει εξαπολύσει έναν παγκόσμιο πόλεμο εναντίον της Ρωσίας και κάνει φρενήρεις προσπάθειες να τιμωρήσει τους εταίρους της τελευταίας. Η ασφάλεια, συμπλήρωσε, απαιτεί επίσης την αποτροπή της συνεχιζόμενης ύπαρξης στα σύνορά μας ενός ναζιστικού κράτους που δημιουργήθηκε από τη Δύση από την Ουκρανία και χρησιμοποιήθηκε για άλλη μια φορά για να διεξαγάγει πόλεμο εναντίον της Ρωσίας. Συνεπώς, η Ρωσία θα απορρίψει την ανάπτυξη στην Ουκρανία οποιουδήποτε όπλου που μπορεί να απειλήσει τα συμφέροντα ασφαλείας της.