18:38 12/02
Ν. Ανδρουλάκης: Η "υπόθεση Παναγόπουλου" είναι υπόθεση της ΝΔ
"Οι βουλευτές και οι Υπουργοί της Νέας Δημοκρατίας έχουν μετατραπεί από πολιτικά στελέχη σε ηθοποιούς της Ομάδας Αλήθειας".
Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια ακόμη πολιτική αντιπαράθεση. Το Σύνταγμα δεν είναι προεκλογικό πρόγραμμα. Είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα λειτουργούν όλες οι κυβερνήσεις, στο παρόν και στο ορατό μέλλον. Άρα το κριτήριο δεν είναι αν μια πρόταση ευνοεί την τρέχουσα πλειοψηφία ή όχι, αλλά αν διορθώνει στρεβλώσεις που έχουν αποδειχθεί διαχρονικά, ιδιαίτερα προβληματικές.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το άρθρο 86 για την ευθύνη υπουργών. Το ισχύον σύστημα εμπλέκει τη Βουλή στη διαδικασία άσκησης ποινικής δίωξης. Αυτό σημαίνει ότι η κυβερνητική πλειοψηφία καλείται να αποφασίσει αν θα κινηθεί διαδικασία κατά δικών της στελεχών. Ακόμη και αν η απόφαση είναι ορθή, η εικόνα που παράγεται είναι, προφανώς, προβληματική. Η σύγκρουση ρόλων είναι ενσωματωμένη στον κανόνα. Η μεταφορά του ουσιαστικού ελέγχου στη Δικαιοσύνη, με σαφείς διαδικασίες και χωρίς πολιτικό φίλτρο, αποκαθιστά τη θεμελιώδη αρχή ότι η ποινική αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι πολιτική πράξη. Η αντιπολίτευση δηλώνει ότι θέλει αλλαγή, αλλά συχνά περιορίζεται σε καταγγελία του παρελθόντος και της τρέχουσας κυβέρνησης. Αυτό λέγεται μικροπολιτική και όχι πολιτική, μιας και αγνοεί το κρίσιμο, που είναι ο μηχανισμός του μέλλοντος.
Αντίστοιχα, ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης έχει επανειλημμένα προκαλέσει δημόσια συζήτηση. Όταν η εκτελεστική εξουσία έχει καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των επικεφαλής των ανώτατων δικαστηρίων, δημιουργείται πεδίο αμφισβήτησης. Η ενίσχυση της συμμετοχής του ίδιου του δικαστικού σώματος στη διαδικασία δεν καταργεί τον δημοκρατικό έλεγχο, αλλά μειώνει την πιθανότητα πολιτικής επιρροής. Σε ένα περιβάλλον όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται, η καθαρότητα των διαδικασιών είναι σημαντική και ουσιώδης.
Επίσης προτείνεται το άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος και τον χωροταξικό σχεδιασμό. Το ζητούμενο δεν είναι η χαλάρωση της προστασίας, αλλά η αποσαφήνιση των κανόνων ώστε να συνδυάζεται με ασφάλεια δικαίου και σταθερό σχεδιασμό. Όταν βασικές έννοιες μένουν ερμηνευτικά ανοιχτές, παράγονται καθυστερήσεις και διαρκείς ακυρώσεις. Μια προσεκτική αναδιατύπωση που θα ενισχύει τον ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό μπορεί να διασφαλίσει ταυτόχρονα προστασία του περιβάλλοντος και θεσμική σταθερότητα. Ώστε να μην γελά η παγκόσμια επενδυτική κοινότητα ότι βλέπει "δασικές εκτάσεις", γεμάτες με… πανύψηλους θάμνους των 50 εκατοστών!!!
Η πρόταση για μία και μόνη, εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 30) εντάσσεται στην λογική της σταθερότητας. Ο Πρόεδρος δεν πρέπει να βρίσκεται σε καθεστώς έμμεσης πολιτικής εξάρτησης λόγω πιθανής επανεκλογής. Μια ενιαία θητεία περιορίζει τους υπολογισμούς και αποσαφηνίζει τον ρόλο του θεσμού ως ρυθμιστικού και όχι διαπραγματευτικού.
Το άρθρο 103, που αφορά τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, αποτελεί ίσως το πιο σύνθετο ζήτημα. Η μονιμότητα θεσπίστηκε για να προστατεύσει τη διοίκηση από κομματικές παρεμβάσεις. Στην πράξη όμως, η απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης οδήγησε συχνά σε αδράνεια και χαμηλή απόδοση χωρίς συνέπειες. Η πρόκληση είναι να συνδυαστεί η προστασία από αυθαιρεσία με την υποχρέωση λογοδοσίας. Αν η αξιολόγηση αποκτήσει αντικειμενικά κριτήρια, ανεξάρτητη εποπτεία και πλήρη δικαστικό έλεγχο, τότε ενισχύεται η ποιότητα της διοίκησης χωρίς να καταργείται η θεσμική ασφάλεια. Θα υπάρξει όμως αυτή η εγγυοδοσία; Αν κρίνουμε από την αντίδραση της αντιπολίτευσης, μάλλον… αποκλείεται!
Το άρθρο 16 για τη λειτουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, ίσως η πλέον σημαντική αλλαγή μετά αυτήν του 86, αποτελεί ένα ακόμη σημείο όπου η συζήτηση, κακώς, φορτίζεται ιδεολογικά. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το Σύνταγμα πρέπει να απαγορεύει εκ των προτέρων κάθε τέτοια δυνατότητα ή αν μπορεί να επιτρέψει τη λειτουργία ιδρυμάτων με αυστηρούς όρους, διασφαλίζοντας ποιότητα και δημόσιο έλεγχο. Σε ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο, συνυπάρχουν δημόσια και μη κρατικά πανεπιστήμια χωρίς να θίγεται ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης και με εξαιρετικά αποτελέσματα, ως προς την ποιότητα. Γιατί όχι και στην Ελλάδα;
Η αντιπολίτευση, στο σύνολό της, θέτει ζητήματα προθέσεων και πολιτικής αξιοπιστίας. Ορισμένα κόμματα ζητούν ευρύτερη αναθεώρηση με κοινωνικές εγγυήσεις, άλλα απορρίπτουν συγκεκριμένες αλλαγές ως επικίνδυνες. Αυτές οι θέσεις είναι θεμιτές στο πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Ωστόσο, δεν αναιρούν το γεγονός ότι τα σημεία που επιλέγονται προς αναθεώρηση αντιστοιχούν σε πραγματικές δυσλειτουργίες που έχουν αναδειχθεί επανειλημμένα.
Χρειάζεται λοιπόν από όλους μία ψύχραιμη αξιολόγηση ώστε να επιβεβαιωθεί το βασικό συμπέρασμα: οι προτάσεις κινούνται προς ενίσχυση της διάκρισης των εξουσιών, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Δεν ανατρέπουν τον πυρήνα του πολιτεύματος, ούτε μεταβάλλουν τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του. Επιχειρούν να διορθώσουν συγκεκριμένους κόμβους όπου το σύστημα έχει αποδειχθεί ευάλωτο.
Οφείλουν όλοι, να μην αντιμετωπίσουν την συνταγματική αναθεώρηση ως μάχη εντυπώσεων. Πρόκειται για μία θεσμική διαδικασία καθορισμού κανόνων που δεσμεύουν όλους. Και στο μέτρο που οι αλλαγές αποσκοπούν στη μείωση των συγκρούσεων ρόλων, στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και στη βελτίωση της διοικητικής λειτουργίας, αποτελούν μια συνεκτική και συνεπή κατεύθυνση. Ένα δεδομένο που όλο το πολιτικό σύστημα, χρειάζεται να αναγνωρίσει πως χρωστά στους πολίτες και οφείλει να το δώσει.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr