Σάββατο, 31-Ιαν-2026 08:00
Σούπερ μάρκετ: Ρεκόρ τζίρου 14,1 δισ. ευρώ – Από πού "κλέβουν" μερίδια
Της Ξανθής Γούναρη
Σε νέο ιστορικό υψηλό εκτινάχθηκε το 2025 ο τζίρος της αγοράς προϊόντων ευρείας κατανάλωσης στα ελληνικά σούπερ μάρκετ, φτάνοντας τα 14,094 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Circana, η αγορά κατέγραψε αύξηση 6,1% σε ετήσια βάση, δηλαδή οι αλυσίδες έβαλαν στα ταμεία τους επιπλέον 810 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2024, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα της κατανάλωσης παρά τη διατήρηση των τιμών σε υψηλά επίπεδα.
Η εικόνα του κλάδου δείχνει ότι τα σούπερ μάρκετ βρέθηκαν για μια ακόμη χρονιά στη… σωστή πλευρά της ιστορίας, κερδίζοντας μερίδια από την παραδοσιακή λιανική κυρίως λόγω της τιμολογιακής πίεσης, της στροφής στις αγορές "μιας στάσης" και των μεταβαλλόμενων καταναλωτικών συνηθειών.
Το καλάθι του 2025 παρότι ακριβότερο ήταν και πιο γεμάτο. Κι αυτό γιατί οι πωλήσεις σε όγκους (τεμάχια) αυξήθηκαν κατά 3,7%, ενώ η μέση τιμή ανά μονάδα προϊόντος ενισχύθηκε κατά 1,7%, ρυθμός χαμηλότερος από τον επίσημο πληθωρισμό (2,5% για το διάστημα Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου 2025).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόκλιση μεταξύ συσκευασμένων και χύμα προϊόντων. Ο τζίρος των προϊόντων σταθερού barcode (Fixed Barcode) ανήλθς σε 10,937 δισ. ευρώ, με αύξηση 5,5%, ενώ τα χύμα (Random Weight) έφτασαν τα 3,157 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άλμα 8,2%, ρυθμό που αποτυπώνει καθαρά τη μετατόπιση καταναλωτικών δαπανών.
Τα χύμα τρόφιμα εξελίσσονται στο βασικό εργαλείο με το οποίο τα σούπερ μάρκετ αποσπούν μερίδια από κρεοπωλεία, μανάβικα και λαϊκές αγορές. Οι συγκριτικά χαμηλότερες τιμές, η ευκολία και η δυνατότητα συνδυαστικών αγορών οδηγούν ολοένα και περισσότερους καταναλωτές στις σάλες των αλυσίδων.
Παράλληλα, εδραιώνεται η στροφή από τα παραδοσιακά τυριά πάγκου προς τα συσκευασμένα προϊόντα, μια τάση που ξεκίνησε στην πανδημία και φαίνεται να παγιώνεται, κυρίως στις νεότερες ηλικίες. Η εξέλιξη αυτή λειτουργεί σωρευτικά υπέρ των σούπερ μάρκετ και εις βάρος των εξειδικευμένων μικρών καταστημάτων.
Η εξέλιξη των τιμών παρουσιάζει σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στις κατηγορίες προϊόντων. Τα σνακ κατέγραψαν την υψηλότερη αύξηση ανά τεμάχιο με +7,8%, επηρεαζόμενα κυρίως από τις ανατιμήσεις σε προϊόντα που βασίζονται στο κακάο. Ακολουθούν τα αναψυκτικά και τα μη αλκοολούχα ροφήματα με άνοδο 4,3%, ενώ τα συσκευασμένα τρόφιμα ακρίβυναν κατά 1,9%, τα γαλακτοκομικά κατά 1,7% και τα αλκοολούχα ποτά κατά 1,5%.
Αντίθετα, ορισμένες κατηγορίες σημείωσαν πτώση τιμών. Η κατηγορία cooking aids (προϊόντα βοηθητικά μαγειρικής και καρυκεύματα) παρουσίασαν τη μεγαλύτερη μείωση με -4,2% λόγω της μείωσης της τιμής του ελαιόλαδου, ενώ τα προϊόντα περιποίησης και ομορφιάς υποχώρησαν κατά 2,1%. Οριακή πτώση σημειώθηκε στα προϊόντα προσωπικής υγιεινής (-0,2%) και στα άλλα προϊόντα οικιακής χρήσης (-0,7%), ενώ τα καθαριστικά και τα χαρτικά οικιακής χρήσης παρέμειναν σταθερά.
Σε επίπεδο giga κατηγοριών, τα τρόφιμα με μερίδιο 82,6% στον συνολικό τζίρο των 14,1 δισ. κατέγραψαν αύξηση τιμής 2,5%, ενώ στα προϊόντα υγιεινής και ομορφιάς οι τιμές υποχώρησαν κατά 1,2% και στα προϊόντα οικιακής χρήσης κατά 0,5%. Αυτή η διαφοροποίηση αντανακλά τόσο τις πιέσεις στο κόστος πρώτων υλών όσο και τον ανταγωνισμό στις επιμέρους κατηγορίες.
Τα νησιά κατέγραψαν τη μεγαλύτερη αύξηση τζίρου (+9,2%), ακολουθούμενα από την Κρήτη (+7,4%). Η Αττική, που συγκεντρώνει το 41,9% της αγοράς, κινήθηκε με χαμηλότερο ρυθμό (+4,9%).
Ο τουρισμός λειτουργεί ως καταλύτης, καθώς τους θερινούς μήνες τα νησιά φτάνουν να απορροφούν έως και το 20% των συνολικών πωλήσεων. Οι τουρίστες εμφανίζουν μικρότερη ευαισθησία στις τιμές και περιορισμένο ενδιαφέρον για προσφορές και private label, ενισχύοντας την αξία του καλαθιού.
Τα καταστήματα γειτονιάς (0–400 τ.μ.) συνεχίζουν να υπεραποδίδουν, με αύξηση 6,8%, πάνω από τον μέσο όρο της αγοράς. Οι αλυσίδες επενδύουν συστηματικά σε μικρές τυπολογίες, μέσω franchise ή εταιρικών καταστημάτων, ακολουθώντας την τάση για συχνές, γρήγορες αγορές.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ισχυρή επίδοση των hypermarkets (2.500+ τ.μ.), με αύξηση 6,9%, σε αντίθεση με τα μεσαίου μεγέθους που κινούνται πιο υποτονικά.
Η ιδιωτική ετικέτα συνεχίζει να "κλέβει" μερίδια από τα προϊόντα με εμπορική μάρκα, φτάνοντας το 27,3% το 2025 έναντι 26,8% το 2024, με αύξηση πωλήσεων 7,5%. Αντίθετα, τα branded προϊόντα αυξήθηκαν μόλις 4,8%, χάνοντας μισή ποσοστιαία μονάδα μερίδιο. Η τάση αυτή αντανακλά την αναζήτηση από τους καταναλωτές προϊόντων με καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής, σε μια περίοδο που οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί παραμένουν πιεσμένοι.
Παράλληλα, η προωθητική πίεση παρουσίασε μικρή υποχώρηση, με το ποσοστό πωλήσεων λόγω προσωρινής μείωσης τιμής να διαμορφώνεται στο 24,6% έναντι 25,4% το 2024. Η μείωση αυτή παρατηρήθηκε κυρίως στα προϊόντα υγιεινής και ομορφιάς (μείωση 4 ποσοστιαίων μονάδων) και στα προϊόντα οικιακής χρήσης (μείωση 4,3 ποσοστιαίων μονάδων).
Από την άλλη οι πωλήσεις των ηλεκτρονικές πωλήσεις των αλυσίδων φαίνεται να έχουν εισέλθει σε φάση σταθεροποίησης, κινούμενες στο 2,2-2,5% της αγοράς με επίδοση 3-4% χαμηλότερη από τη συνολική αγορά.
Συγκεκριμένα, στον τζίρο του ψηφιακού καναλιού που ανήλθε στα 310 εκατ. ευρώ το 2025, παρατηρήθηκε αύξηση 3% σε ετήσια βάση.
Το βασικό πρόβλημα παραμένει το υψηλό κόστος λειτουργίας που συνοδεύει το ψηφιακό κανάλι, με τα πρόσθετα μεταφορικά έξοδα και το κόστος logistics να επιβαρύνουν σημαντικά την κερδοφορία.