Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 21-Ιαν-2026 10:25

    Ebury: Μπορούμε να αναμένουμε μια νέα ισορροπία μετά την εποχή των σοκ;

    Ebury: Μπορούμε να αναμένουμε μια νέα ισορροπία μετά την εποχή των σοκ;
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Η έναρξη του 2026 παρουσιάζει στις αγορές μια εικόνα λιγότερο ταραχώδη σε σχέση με έναν χρόνο πριν, χωρίς αυτό να καθιστά την ερμηνεία της απλούστερη. Οι γεωπολιτικές εντάσεις παραμένουν υψηλές, από τη Βενεζουέλα έως τη Μέση Ανατολή, ωστόσο η τιμή του πετρελαίου κινείται σε σχετικά συγκρατημένα επίπεδα, ενώ οι χρηματιστηριακές αγορές εμφανίζουν χαμηλότερη μεταβλητότητα σε σχέση με το 2025. Αυτό υποδηλώνει ότι τα σοκ δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά ότι το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έχει αρχίσει να τα απορροφά με διαφορετικό τρόπο, πιο σταδιακά. Η αλλαγή είναι, στην πραγματικότητα, πρωτίστως διαρθρωτική. Έπειτα από χρόνια που κυριάρχησαν οι προκλήσεις – από την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τη στροφή των Ηνωμένων Πολιτειών προς τον προστατευτισμό – το 2026 εμφανίζεται ως το έτος κατά το οποίο οι συσσωρευμένες επιπτώσεις πολιτικών και νομισματικών αποφάσεων αρχίζουν να αντανακλώνται στην πραγματική οικονομία.

    Το 2025, η ανακοίνωση των αμερικανικών δασμών κατά τη λεγόμενη "Ημέρα Απελευθέρωσης" προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου αντίδραση στις αγορές. Επρόκειτο για μια φάση αποστροφής ρίσκου που συνοδεύτηκε από γενικευμένη πώληση αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων. Το δολάριο, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα και οι μετοχές υποχώρησαν ταυτόχρονα, σπάζοντας μια ιστορική συσχέτιση. Στις στιγμές μέγιστης έντασης, το δολάριο έχασε έως και σχεδόν το 12% της αξίας του, τροφοδοτώντας φόβους ότι οι δασμοί θα μπορούσαν να ωθήσουν την αμερικανική οικονομία σε έντονη επιβράδυνση και να εξαναγκάσουν τη Federal Reserve σε μια σαφώς πιο ήπια στροφή.

    Μερικούς μήνες αργότερα, ο μακροοικονομικός αντίκτυπος αποδείχθηκε πιο περιορισμένος από ό,τι αρχικά αναμενόταν. Η αμερικανική οικονομία εκτιμάται ότι έκλεισε το 2025 με ανάπτυξη γύρω στο 2%, παρά την επιβράδυνση της αγοράς εργασίας και τις εμπορικές εντάσεις. Η Ευρωζώνη επίσης επέδειξε ανθεκτικότητα, ενώ η Κίνα φαίνεται να κατάφερε να επιτύχει τον στόχο ανάπτυξης κοντά στο 5%, με στήριξη από τις ισχυρές εξαγωγές.

    Στο μεταξύ, οι διμερείς συμφωνίες που διαπραγματεύθηκαν μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου 2025 με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία και την Κίνα μείωσαν σημαντικά την αβεβαιότητα. Με τις Βρυξέλλες επιτεύχθηκε συμβιβασμός για αμοιβαία μείωση των δασμών σε χάλυβα και αλουμίνιο, με αντάλλαγμα αυξημένες αγορές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η συμφωνία με το Τόκιο οδήγησε σε μερικές εξαιρέσεις για τον ιαπωνικό κλάδο αυτοκινήτου, ενώ το Πεκίνο αποδέχθηκε αυξημένες ποσοστώσεις εισαγωγών για αμερικανικά αγροτικά προϊόντα. Οι συμφωνίες αυτές μείωσαν τον μέσο δασμολογικό συντελεστή των ΗΠΑ, ο οποίος υποχώρησε από το ανώτατο επίπεδο του 23% σε περίπου 15%. Πρόκειται για επίπεδο σαφώς υψηλότερο από το 2%–3% της προ-"Trump 2.0" περιόδου. Οι δασμοί, επομένως, δεν αποτελούν πλέον ένα αιφνίδιο σοκ, αλλά έναν αργό μηχανισμό επιβράδυνσης. Πολλές επιχειρήσεις αρχικά απορρόφησαν το αυξημένο κόστος ή προχώρησαν σε προαγορές εισαγωγών, αναβάλλοντας την επίδραση στις τελικές τιμές. Το "μαξιλάρι" αυτό, όμως, τείνει πλέον να εξαντλείται. Τα περιθώρια κέρδους παραμένουν υπό πίεση, οι αλυσίδες αξίας συντομεύουν και οι επενδύσεις γίνονται πιο επιλεκτικές. (Απομένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση με τους νέους δασμούς σε οκτώ χώρες που ανακοίνωσε ο Τραμπ για το ζήτημα της Γροιλανδίας).

    Η νέα αυτή ισορροπία αποτυπώνεται και στο δολάριο. Το 2025, το αμερικανικό νόμισμα υποχώρησε έναντι όλων των κύριων νομισμάτων, σηματοδοτώντας μια αλλαγή στην αντίληψη του κινδύνου. Το δολάριο δεν λειτουργεί πλέον αυτόματα ως ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους έντασης και επηρεάζεται ολοένα και περισσότερο από εσωτερικούς παράγοντες. Η επιβράδυνση της αγοράς εργασίας, οι υψηλές χρηματοδοτικές ανάγκες του αμερικανικού Δημοσίου και η πολιτική αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον της Federal Reserve καθιστούν δύσκολη την υπόθεση μιας διαρθρωτικής ανάκαμψης μέσα στο 2026.

    Στο μέτωπο των τιμών, ο παγκόσμιος πληθωρισμός συνεχίζει να προσεγγίζει τους στόχους των κεντρικών τραπεζών. Στα κύρια νομίσματα, οι υπερβάσεις της μεταπανδημικής περιόδου έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαλειφθεί, ιδίως στην Ευρωζώνη. Σχεδόν παντού, η απόκλιση από τους στόχους είναι μικρότερη του 1%, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου παραμένει γύρω στο 1,2%. Στον Καναδά και την Ελβετία, ο πληθωρισμός βρίσκεται πλέον υπό πλήρη έλεγχο. Οι υψηλότεροι δασμοί στις ΗΠΑ, τα δημοσιονομικά κίνητρα και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι ενδέχεται να διατηρήσουν κάποια ακαμψία στις τιμές το 2026, ωστόσο η αποπληθωριστική πορεία φαίνεται να συνεχίζεται, ενισχυόμενη και από τις χαμηλότερες τιμές των εμπορευμάτων.

    Το περιβάλλον αυτό ευνόησε μια έντονη αναδιάταξη στα νομίσματα. Το 2025, όλα τα κύρια νομίσματα ενισχύθηκαν έναντι του δολαρίου, με τις καλύτερες επιδόσεις να καταγράφονται στην Ευρώπη. Η σουηδική κορόνα ήταν το ισχυρότερο νόμισμα, ακολουθούμενη από το ελβετικό φράγκο και το ευρώ, τα οποία στηρίχθηκαν από τη σχετική ανθεκτικότητα της οικονομίας της Ευρωζώνης. Η στερλίνα, αντίθετα, επηρεάστηκε αρνητικά από μια πιο περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, ενώ το ιαπωνικό γεν παρέμεινε αδύναμο μετά την εκλογική νίκη της πρωθυπουργού Σαναέ Τακαΐτσι τον Σεπτέμβριο του 2025. Η εξαιρετικά επεκτατική οικονομική της ατζέντα και η ρητή πίεση προς την Τράπεζα της Ιαπωνίας να διατηρήσει τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα αποθάρρυναν τα ξένα κεφάλαια, ενισχύοντας τις προσδοκίες για μια παρατεταμένη περίοδο χαλαρής νομισματικής πολιτικής που επιβαρύνει το ιαπωνικό νόμισμα. Εκτός των κύριων νομισμάτων, ξεχώρισαν το γκανέζικο σέντι (+40,5%) και το ζαμπιανό κουάτσα (+25,8%), ενώ στις χειρότερες επιδόσεις συγκαταλέγονταν το αργεντίνικο πέσο (-29,0%), η τουρκική λίρα (-17,7%) και η ινδική ρουπία (-4,7%).

    Κοιτώντας προς το 2026, αναμένουμε ένα έτος ανθεκτικής ανάπτυξης, με στήριξη από τη χαλάρωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών και τον επενδυτικό κύκλο στην τεχνητή νοημοσύνη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Goldman Sachs, οι επενδύσεις στην ΤΝ από τους μεγάλους τεχνολογικούς hyperscalers αναμένεται να φθάσουν τα 527 δισ. δολάρια το 2026, με προβλέψεις περαιτέρω αύξησης στα 629 δισ. δολάρια το 2027. Βραχυπρόθεσμα, ο αντίκτυπος της ΤΝ θα προέλθει κυρίως από την αύξηση των κεφαλαιουχικών επενδύσεων, με τα οφέλη να συγκεντρώνονται στις χώρες που ηγούνται των τεχνολογικών δαπανών, κυρίως στις ΗΠΑ και την Κίνα. Πρόκειται για μια διαδικασία που ενδέχεται να εντείνει τις παγκόσμιες αποκλίσεις.

    Μια νέα φάση ανοίγει και στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα φαίνεται να πλησιάζει το τέλος του κύκλου της, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο τα περιθώρια για περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων είναι περιορισμένα. Ο βασικός κίνδυνος δεν είναι μια αιφνίδια σύσφιξη, αλλά μια σταδιακή άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει τις αποτιμήσεις των μετοχών και το κόστος χρηματοδότησης.

    Στην Ευρώπη, το 2026 ενδέχεται να σηματοδοτήσει μια πιο σαφή αλλαγή ρυθμού. Η εγχώρια ζήτηση διατηρείται, ο πληθωρισμός υποχωρεί, όμως το στοιχείο πραγματικής τομής είναι δημοσιονομικό. Το γερμανικό πρόγραμμα υποδομών ύψους 500 δισ. ευρώ, που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση συνασπισμού τον Νοέμβριο του 2025 και εκτείνεται σε ορίζοντα δεκαετίας, αναμένεται να αρχίσει να παράγει απτά αποτελέσματα ήδη από το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Προτεραιότητα δίνεται στα δίκτυα υψηλής ταχύτητας, στην ενεργειακή μετάβαση και στην ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, με επιτάχυνση δαπανών ύψους 50 δισ. ευρώ να έχει ήδη προγραμματιστεί για τη διετία 2026–2027. Δεδομένου του βάρους της Γερμανίας στην Ευρωζώνη, ο αντίκτυπος θα μπορούσε να επεκταθεί σε ολόκληρη την περιοχή.

    Η εικόνα στο Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει αντίθετη. Η βρετανική οικονομία φαίνεται καταδικασμένη να υστερήσει έναντι άλλων ανεπτυγμένων χωρών, εγκλωβισμένη ανάμεσα σε υψηλή φορολογική επιβάρυνση και μια αγορά εργασίας που ψύχεται ταχέως. Παρότι ο πληθωρισμός υποχωρεί, οι προοπτικές ανάπτυξης παραμένουν ασθενείς.

    Η Κίνα συνεχίζει να κινείται σε μια εύθραυστη ισορροπία. Οι εξαγωγές αντέχουν, χάρη στη μεγαλύτερη γεωγραφική διαφοροποίηση των αγορών, όμως η εγχώρια ζήτηση παραμένει αδύναμη και ο κλάδος των ακινήτων επιβαρύνει την εμπιστοσύνη. Το 2026 αναμένεται να χαρακτηριστεί από σταδιακή επιβράδυνση, με πιθανή ενίσχυση του γουάν έναντι του δολαρίου, χωρίς όμως να υπονομεύεται η εξωτερική ανταγωνιστικότητα.

    Σε αυτό το περιβάλλον, τα νομίσματα των αναδυόμενων αγορών θα μπορούσαν να βρουν πρόσφορο έδαφος. Το βραζιλιάνικο ρεάλ και το μεξικανικό πέσο εμφανίζονται ιδιαίτερα ελκυστικά, υποστηριζόμενα από πραγματικά επιτόκια της τάξης του 7% και 5,5% αντίστοιχα, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο των κύριων οικονομιών. Το νοτιοαφρικανικό ραντ θα μπορούσε επίσης να επωφεληθεί από τη σταθεροποίηση των τιμών των εμπορευμάτων και τη σταδιακή βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας στο εσωτερικό της χώρας. Παρά ταύτα, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμένουν υψηλοί και έτοιμοι να αναζωπυρώσουν τη μεταβλητότητα.

    Το 2026 διαγράφεται, έτσι, ως ένα έτος λιγότερο κυριαρχούμενο από αιφνίδια σοκ και περισσότερο από επιλεκτικότητα. Οι αγορές θα συνεχίσουν να κινούνται, αλλά θα το κάνουν ανταμείβοντας τα θεμελιώδη μεγέθη, την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και την ικανότητα κάθε χώρας να προσαρμοστεί σε ένα πιο κατακερματισμένο παγκόσμιο περιβάλλον.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ