Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 09-Ιαν-2026 00:04

    Θεσμοί ή Κανόνια;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Βικτωρίας Πιστικού

    Τα πρόσφατα γεγονότα στη Βενεζουέλα επαναφέρουν με τον πιο ωμό τρόπο το διαχρονικό ερώτημα των διεθνών σχέσεων: θεσμοί ή κανόνια; Πρόκειται για μια σύγχρονη παραλλαγή του ιστορικού διλήμματος "βούτυρο ή κανόνια", το οποίο αποτύπωνε την επιλογή ανάμεσα στην ευημερία και την ισχύ.  

    Το άρθρο 2(4) του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ο πυρήνας δηλαδή του Διεθνούς Δικαίου, προστατεύει δύο θεμελιώδη αγαθά, την εθνική κυριαρχία και την εδαφική ανεξαρτησία, αναφέροντας ότι όλα τα μέλη απέχουν από την απειλή ή τη χρήση βίας εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους. Ωστόσο, η ιστορία βρίθει από παραδείγματα μονομερών ενεργειών που πραγματοποιήθηκαν "κατά παράβαση" της βασικής αρχής του διεθνούς δικαίου, που είναι η απαγόρευση της χρήσης βίας ή της απειλής χρήσης βίας εναντίον οποιουδήποτε ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους.  

    Το ερώτημα λοιπόν που κυριαρχεί στο δημόσιο διάλογο είναι γιατί παραβιάζεται το διεθνές δίκαιο και γιατί η κυβέρνηση Τραμπ συμπεριφέρεται σύμφωνα με το νόμο του ισχυρού και όχι στη βάση του διεθνούς δικαίου; Αυτό το ερώτημα είναι προβληματικό καθώς ερμηνεύει τις διεθνείς σχέσεις όχι με βάση το πώς είναι αλλά με βάση το πώς θα έπρεπε να είναι. Παραλείπονται από την εξίσωση, τρεις βασικοί παράγοντες που καθορίζουν τη συμπεριφορά των κρατών, δημοκρατικών και μη, όπως η ισχύς, το εθνικό συμφέρον και η αναρχία του διεθνούς συστήματος. Ας δούμε λοιπόν πώς αυτοί οι τρεις παράγοντες εξηγούν την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα. 

    Ισχύς: Κοιτάζοντας το δέντρο και χάνοντας το δάσος. Εστιάζουμε στον Τραμπ ξεχνώντας ότι αναφερόμαστε στις ΗΠΑ, τον παγκόσμιο ηγεμόνα. Το 1999, οι ΗΠΑ υπό τη διακυβέρνηση του Δημοκρατικού Μπιλ Κλίντον, μονομερώς και χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ, βομβάρδισαν το κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος της Γιουγκοσλαβίας, δικαιολογώντας την παρέμβαση ως "ανθρωπιστική" προκειμένου να σταματήσει η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Σέρβων και Αλβανών.

    Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1998, η ίδια κυβέρνηση, μονομερώς και χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ, βομβάρδισε, σε συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο, το ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος του Ιράκ, επικαλούμενη την παραβίαση επιθεωρήσεων όπλων μαζικής καταστροφής. Στη θεωρία των Διεθνών Σχέσεων η ισχύς είναι αυτή που καθορίζει τη συμπεριφορά των κρατών. Συγκεκριμένα στον τομέα των διεθνών οικονομικών σχέσεων, σύμφωνα με τη θεωρία της ηγεμονικής σταθερότητας, το διεθνές οικονομικό σύστημα είναι σταθερότερο όταν υπάρχει ένα κυρίαρχο και ηγεμονικό κράτος το οποίο είναι πρόθυμο και ικανό να παρέχει ηγεσία. Αντίθετα, όταν ο ηγεμόνας έχει έλλειμα ή πλήττεται η ισχύς του, κινδυνεύει η σταθερότητα ολόκληρου του διεθνούς συστήματος. Και φυσικά ο ηγεμόνας είναι πιο επιρρεπής στη χρήση του μαστίγιου, δηλαδή του καταναγκασμού, προκειμένου να επιβάλλει τη συμμόρφωση. 

    Εθνικό συμφέρον: Η πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας για τις ΗΠΑ και συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της ισχύος τους και την επιβίωσή τους, πολλώ δε μάλλον όταν η πρόσβαση αυτή απειλείται από τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή της, την Κίνα. Κατά τη διακυβέρνηση Τσάβες, στη Βενεζουέλα, περιορίστηκαν οι ξένες εταιρείες πετρελαίου και επλήγησαν σημαντικά οι αμερικανικές. Έτσι, ακολούθησαν οι κυρώσεις των ΗΠΑ έναντι της Βενεζουέλας. Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών (OPEC), το 2023 η Βενεζουέλα ήταν η μεγαλύτερη σε αποθέματα πετρελαίου χώρα με 303 δισεκ. βαρέλια ενώ ακολούθησε η Σαουδική Αραβία με 267 δισεκ. βαρέλια. Σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ (EIA) το 68% των εξαγωγών πετρελαίου της Κίνας κατευθύνεται στην Κίνα, καθιστώντας την τον μεγαλύτερο αγοραστή, ενώ οι ΗΠΑ ακολουθούν με 23%. Προφανώς η κινεζική αγορά, λόγω πληθυσμού είναι μεγαλύτερη, όμως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η διατήρηση της ισχύος της Κίνας, όπως και κάθε άλλου κράτους, εξαρτάται από την πρόσβασή της σε ενεργειακούς πόρους. Συνεπώς, η ενεργειακή σχέση Βενεζουέλας-Κίνας είναι ακόμα πιο απειλητική για τα αμερικανικά συμφέροντα.

    Όπως δημοσιεύθηκε στο Reuters τον Σεπτέμβριο του 2025, η κινεζική εταιρεία China Concord Resources Corp (CCRC) εγκατέστησε μια πλωτή πλατφόρμα παραγωγής πετρελαίου στη Λίμνη Μαρακάιμπο στη Βενεζουέλα, ως μέρος ενός μεγάλου έργου ενίσχυσης της παραγωγής και αξιοποίησης δύο κοιτασμάτων (Lago Cinco και Lagunillas Lago) υπό 20ετή συμφωνία με τη κρατική εταιρεία πετρελαίου της Βενεζουέλας PDVSA. Κατά συνέπεια, οι αμερικανικές κυρώσεις έναντι της Βενεζουέλας εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προστασίας του εθνικού συμφέροντος των ΗΠΑ, όπου η ενεργειακή ασφάλεια και ο περιορισμός της κινεζικής επιρροής αποτελούν κεντρικούς στρατηγικούς στόχους. Η ενίσχυση της ενεργειακής παρουσίας της Κίνας στη Βενεζουέλα δεν απειλεί μόνο την οικονομική θέση των ΗΠΑ, αλλά υπονομεύει και τη γεωπολιτική τους ισχύ ευρύτερα στη Λατινική Αμερική.

    Παράλληλα, η κινεζική στρατηγική εξασφάλισης ενεργειακών πόρων δεν περιορίζεται στη Βενεζουέλα. Σύμφωνα με την Επιτροπή Ανασκόπησης Οικονομικών και Ζητημάτων Ασφάλειας ΗΠΑ–Κίνας του Κογκρέσου των ΗΠΑ, το 2016 το διεθνές διαιτητικό δικαστήριο έκρινε ότι οι κινεζικές διεκδικήσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα δεν έχουν νομική βάση. Ωστόσο, μέσω της κατασκευής και στρατιωτικοποίησης τεχνητών νησιών και της διεκδίκησης εκτεταμένων θαλάσσιων ζωνών, η Κίνα επιδιώκει τον έλεγχο περιοχών πλούσιων σε φυσικούς πόρους, πλήττοντας τα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών. 

    Αναρχία: Ποιος θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού; Οι διεθνείς θεσμοί, όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) κλπ, ιδρύθηκαν με στόχο τον περιορισμό της αναρχίας, της απουσίας δηλαδή μιας ανώτερης αρχής έναντι των κρατών. Στόχος ήταν να θεσμοθετηθεί ένα διεθνές πλαίσιο κανόνων και ρυθμίσεων έτσι ώστε το παγκόσμιο οικονομικό και πολιτικό σύστημα να είναι πιο προβλέψιμο και πιο σταθερό. Όμως η δημιουργία των θεσμών δεν έγινε επί ίσοις όροις ούτε από κάποια  ανώτερη δύναμη. Η ατζέντα και οι προτεραιότητές τους έγιναν βάσει των συμφερόντων των ισχυρότερων κρατών, καθώς με αυτόν τον τρόπο διασφαλίστηκε, ότι η διεθνής τάξη θα αντικατοπτρίζει τις ισορροπίες ισχύος της εποχής της. Ως αποτέλεσμα, οι διεθνείς θεσμοί λειτουργούν λιγότερο ως ουδέτεροι ρυθμιστές και περισσότερο ως πεδία άσκησης ισχύος, όπου τα ισχυρά κράτη διαθέτουν δυσανάλογη επιρροή στη λήψη αποφάσεων και στην ερμηνεία των κανόνων. Όταν τα συμφέροντά τους εξυπηρετούνται, οι κανόνες προβάλλονται ως δεσμευτικοί· όταν όμως συγκρούονται με στρατηγικούς στόχους, παρακάμπτονται ή εφαρμόζονται επιλεκτικά. Έτσι, η διεθνής αναρχία δεν εξαλείφεται, αλλά αναπαράγεται υπό θεσμικό μανδύα, με το ερώτημα "ποιος θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού" να απαντάται τελικά από την κατανομή ισχύος στο διεθνές σύστημα.

    Για παράδειγμα, στον ΟΗΕ, η αρχή "ένα κράτος – μία ψήφος" δεν ισχύει, καθώς 5 μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο) διαθέτουν δικαίωμα βέτο, ενώ στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) οι ΗΠΑ διαθέτουν περίπου 16–17% των ψήφων, καθώς οι ψήφοι κατανέμονται βάσει οικονομικής ισχύος και χρηματοδοτικής συμμετοχής. 

    Το διεθνές δίκαιο και οι θεσμικοί κανόνες δημιουργήθηκαν πρωτίστως με στόχο τον περιορισμό των αποσταθεροποιητικών συνεπειών της αναρχίας και της ανεξέλεγκτης άσκησης ισχύος. Ωστόσο, το φιλελεύθερο θεσμικό πλαίσιο ουδέποτε λειτούργησε ως πραγματικά δεσμευτικό για όλα τα κράτη στον ίδιο βαθμό. Αντιθέτως, διαμορφώθηκε με τρόπο που άφηνε στρατηγικά κενά, τα οποία καλύπτονται διαχρονικά από την ισχύ και την επιδίωξη εθνικών συμφερόντων. Άλλωστε, ένα αυστηρά δεσμευτικό σύστημα κανόνων θα περιόριζε πρωτίστως τις μεγάλες δυνάμεις, γεγονός που θα ισοδυναμούσε με αυτοϋπονόμευση της ισχύος τους, καθώς θα απεμπολούσαν το βασικό τους εργαλείο επιβίωσης και επιρροής στο διεθνές σύστημα.

    Υπό αυτό το πρίσμα, η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών δεν συνιστά απόκλιση από κάποια ιδεατή διεθνή κανονικότητα, αλλά εφαρμογή των βασικών αρχών του πολιτικού ρεαλισμού, όπως αυτές διδάσκονται ήδη από τα εισαγωγικά μαθήματα των διεθνών σχέσεων. Τα κράτη ανέκαθεν λειτουργούσαν και συνεχίζουν να λειτουργούν ρεαλιστικά, με τη διαφορά ότι η έκταση και η ένταση της εφαρμογής του ρεαλισμού εξαρτάται άμεσα από το επίπεδο ισχύος τους. Στο ίδιο πλαίσιο, η Κίνα και η Ρωσία επιχειρούν να αναβαθμίσουν τον περιφερειακό και διεθνή τους ρόλο αμφισβητώντας την αμερικανική ηγεμονία, η πρώτη μέσω ενός πιο ήπιου και πολυδιάστατου αναθεωρητισμού και η δεύτερη μέσω πιο άμεσων και συγκρουσιακών πρακτικών. Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, κατώτερη των περιστάσεων, εμφανίζεται αδύναμη να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εποχής, καθώς παραμένει μια εν μέρει οικονομική ένωση και όχι μια ενιαία κρατική οντότητα με συγκροτημένη στρατηγική ισχύος. 

    Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν αναιρεί τη σημασία του διεθνούς δικαίου. Για τα κράτη μικρότερης ισχύος, που αντιμετωπίζουν αναθεωρητικές συμπεριφορές από ισχυρότερους γείτονες, το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί απλώς κανονιστικό πλαίσιο, αλλά θεμελιώδες εργαλείο ασφάλειας και αποτροπής. Παρότι εφαρμόζεται συχνά επιλεκτικά από τις μεγάλες δυνάμεις, παραμένει το μοναδικό κοινά αποδεκτό σημείο αναφοράς που περιορίζει τη νομιμοποίηση της ισχύος και επιτρέπει τη διεθνοποίηση των διαφορών. Συνεπώς, οι "θεσμοί" σε συνδυασμό με ισχυρές αποτρεπτικές ένοπλες δυνάμεις και στρατηγικές για τους μικρούς, τα "κανόνια" για τους μεγάλους.

    *Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ